Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Ο Χειμώνας

Ο Κωνσταντίνος Κουτσολιώτας αξιοποιεί την εμπειρία του στο Animation (9, Guardians of the Galaxy, 300: Rise of an Empire) δημιουργώντας ένα υβριδικό φιλμ, φτιαγμένο τόσο από χαρτί όσο και από φύλλα δέντρων, παραμυθένιο, σκοτεινό, πάνω στο συνεχές των εποχών της ψυχής, ακόμα κι αν αυτή μοιάζει να έχει σκεπαστεί από χιόνι. 
Η βουτιά στο λαγούμι του παρελθόντος γίνεται με έναν σουρρεάλ και άψογα φωτογραφημένο τρόπο, ενώ η σκηνοθεσία αποπνέει παιδικότητα και ακροβατεί στο δίπολο της λευκής αγνότητας του χιονιού και του μαύρου σκοταδιού.


Ένα οικογενειακό πλεκτό, ξεφτισμένο και ταλαιπωρημένο, αλλά πάντα με την ικανότητα να ζεσταίνει και να καλύπτει και τα πιο φριχτά μυστικά, τυλίγεται γύρω από το λαιμό του ήρωα για να μεταμορφωθεί σε μία vintage μπέρτα. Είναι ονειροπαρμένος και δυσκολεύεται να εναρμονιστεί με μία κυνική και πληγωμένα τρυφερή μητέρα, αλλά και με έναν αντίστοιχα κυνικό κόσμο. Όποτε γράφει βυθίζεται σε ένα ρομαντικό σύμπαν, με τις γοτθικές αναφορές προσεκτικά τοποθετημένες, και όλα γύρω του μετατρέπονται σε παρελθόν. Η επικοινωνία με τη μητέρα του περιορίζεται σε άγονες νησίδες και σε όλη τη διάρκεια του φιλμ γίνεται ένας ευγενικός σχολιασμός για την “τρέλα” του να προσπαθείς να δημιουργήσεις λέξεις σε έναν κόσμο επικεντρωμένο στην ύλη αλλά και στην κατάρρευση των οικογενειακών δεσμών.
Ο πατέρας του κληρονομεί κομμάτια παιδικότητας, και αν από το μαγικό καπέλο του δε βγαίνει τελικά κανένας λαγός, τουλάχιστον αυτό καλύπτει το κεφάλι και των δυο. Ο γιος ψάχνει την επαφή μαζί του και συνειδητοποιεί πως, καμιά φορά, για να έρθεις σε επαφή με το παρελθόν, αρκεί να αφεθείς στο ξύλο που έχει εκείνο περπατήσει.
Το χειροποίητο animation μεσουρανεί στην αισθητική του φιλμ και μαζί με τον υπερτονισμό των συναισθημάτων νοσταλγίας από τους Active Member το όνειρο και η πραγματικότητα γίνονται ένα στο ταραγμένο μυαλό του πρωταγωνιστή και κατ’επέκταση και στο δικό μας.  Ένα πρώτο φιλμ δημιουργού, που δίνει μία γεύση άνοιξης σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε “ελληνικό σινεμά”. Ο μοναδικός αφηγηματικός του τρόπος σε κάνει να χαμογελάς, αφού δεν  υποκύπτει σε πιέσεις φόρμας και στυλ, προκειμένου να εκφράζει την “αρρώστια” της ελληνικής πραγματικότητας. Απλά επιλέγει να την κάνει να φαίνεται σχεδόν παιδική.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

The Missing Picture



Μία βουτιά στην υποκειμενικότητα του δημιουργού Rithy Pahn, που παίρνει αφορμή από μία εικόνα μαζικής δολοφονίας των ανθρώπων του στην Καμπότζη στα χρόνια της Κυβέρνησης των Ερυθρών Χμερ, για να δημιουργήσει ένα ποίημα που μπορεί να αναπλάσει αυτή τη χαμένη εικόνα κάθε στιγμή.

L'enfance comme une question.
Avec l'enfance il y a du mort deja”

Συχνά ένας ποιητής αντιγράφει τα ποιήματα ενός άλλου ποιητή με το χέρι. Είναι μία τιμή στο πρωτότυπο έργο αλλά ίσως και μία προσπάθεια κατανόησης του τι από όλα αυτά για τα οποία λέγονται δεν είναι εκείνος ακόμα έτοιμος να υποδεχτεί. Αυτό το ντοκυμαντέρ είναι μια χειροποίητη μεταγραφή μίας χαμένης ανάμνησης που το πεπρωμένο της ήταν να αποκρυσταλλωθεί εδώ από πηλό σε ελλειπτική τροχιά.

Το ντοκυμαντέρ έχει ήδη βραβευτεί και εκτιμηθεί, και καθόλου άδικα, αφού πρόκειται για ένα πραγματικά άρτιο δημιούργημα όπου μορφή και περιεχόμενο ενώνονται σε ένα σώμα που αποδίδει ένα άπειρο συναισθηματικών αποχρώσεων με τα πιο πρωτότυπα εκφραστικά μέσα. Είναι σπάνιο εικόνα και προφορική αφήγηση να δένουν τόσο όμορφα, χωρίς να ξεχωρίζουν οι ραφές μεταξύ τους, και η φωνή μόνο και μόνο ως ήχος να δίνει φτερά στην εικόνα, μαζί με την ευφυή και ταιριαστή experimental μουσική υπόκρουση.



Η παιδική ηλικία του δημιουργού είναι ένα ψυχεδελικό ξυλόγλυπτο. Και η μνήμη γίνεται ένα μαχαίρι που τη σκαλίζει και την ξαναπλάθει. Ο απόλυτος εφιάλτης, η απόλυτη ευτυχία και τα ματωμένα χωράφια που απλώνονται ανάμεσά τους δίνονται τόσο από τις μαγικές clay αναπαραστάσεις όσο και από το αρχειακό υλικό, αλλά πάντα τον πρώτο πρώτο λόγο τον έχει η ποίηση. Στο κόσμο αυτού του φιλμ το παρελθόν κινείται ενώ το παρόν μένει ακίνητο. Επιπλέει η τεράστια αγάπη του δημιουργού για το σινεμά, ως μέσο επανάστασης και επανόρθωσης σπασμένων ονείρων, που με τις εικόνες του ξαναζωντανεύει τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.


O δημιουργός ζει ξανά την παιδική του ηλικία σα να είναι ερώτημα. Το να βρεις αυτό που εμμονικά πίστευες ότι λείπει δε θα σου δώσει καμία απάντηση. Αν είσαι αρκετά τυχερός μπορεί να σε μετατρέψει σε ένα μικρό παιδί που ρωτά και μπορεί να δει το θάνατο πίσω από τις κουρτίνες της ερώτησης. 

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

The Tribe

Το φιλμ του Ουκρανού Myroslav Slaboshpytskiy δύσκολα προδίδει ότι πρόκειται για την πρώτη σκηνοθετική του δουλειά, αφού πέρα από το συναισθηματικό πάγωμα που προκαλεί, παραδίδει μαθήματα χτισίματος ατμόσφαιρας μέσα από την κινηματογράφησή του.

Καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας η σιωπή απλώνεται για να δώσει χώρο στην έκφραση με όλους τους υπόλοιπους δυνατούς τρόπους. Πέρα από ένα εκπαιδευτικό κομμάτι που εμπεριέχει, που σε γεμίζει με πληροφορίες ώστε να γνωριστείς καλύτερα με έναν άγνωστο κόσμο, αυτή η αισθητική επιλογή της έλλειψης ήχων και της παρουσίας τους μόνο σε καίρια σημεία, αποτελεί και τη μεγαλύτερη δύναμη του φιλμ. Ο θεατής που δε γνωρίζει τη νοηματική γίνεται εκείνος κωφός και προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον κόσμο που του ανοίγεται, για μια φορά και εκείνος στην άβολη θέση που έχουν ζεστάνει ταινίες όπως εκείνες του Χάνεκε και του Moodyson.


Τα όργανα και τα μέλή στα σώματα ανακατανέμονται και μπλέκουν τις αρμοδιότητές τους σε μία προσπάθεια να ακούσουν και να ακουστούν. Μία ιστορία φόβου και σοκ που εκπέμπει κραυγές σχεδόν από την αρχή μέσα από κινηματογραφικά μέσα όπως τα μακριά μονοπλάνα στα πρότυπα του ¨Ελέφαντα¨ του Gus Van Sant, που με ψυχαναγκαστική ακρίβεια αλλά και αποστασιοποίηση αποτυπώνουν τις πορείες των ηρώων. Με τους σχεδόν εφιαλτικούς φωτισμούς που εκ πρώτης όψεως φαίνονται νατουραλιστικοί αλλά είναι προσεκτικά μελετημένοι, σκιαγραφούνται οι ήρωες που λες και επειδή υποφέρουν τα αυτιά τους νιώθουν ασυνείδητα υποχρεωμένοι να επεκτείνουν αυτόν τον πόνο και στην υπόλοιπή τους ύπαρξη. 

Απελπισμένοι και απελπιστικοί έρωτες, όμορφες Μπουκοφσκικές πόρνες, το όνειρο για τη μετανάστευση και η εκμετάλλευση της σωματικής αδυναμίας, μαζί με το χτίσιμο ενός εγκλήματος είναι μερικά μόνο από τα θέματα που ακουμπά το φιλμ, μπλέκοντάς τα σε σεκάνς για πολύ γερά νεύρα.


Στον κόσμο του οικοτροφείου αυτού τα τζάμια είναι πλεονασμός και δεν προστατεύουν, παρά μόνο καθρεφτίζουν όλα όσα είναι ικανά να εμποδίζουν. Όλοι παίρνουν την ευκαιρία τους για να πέσουν με φόρα πάνω τους μήπως και υποχωρήσουν. Και ο ήχος των σωμάτων που σπάνε είναι, τελικά, το μόνο που μπορεί να έχει εδώ φωνή.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

En duva satt på en gren och funderade på tillvaron

O Roy Andersson χορεύει ένα βαλς με τον εαυτό του και παράλληλα με το συλλογικό ασυνείδητο, αφού πρώτα έχει κατακερματίσει αυτή την πρώτη ύλη σε διάφορους σχεδόν χάρτινα απροσπέλαστους χαρακτήρες. Οι δύο κεντρικοί ήρωες προσπαθούν να πουλήσουν πρωτοποριακά αξεσουάρ και ξεπουλούν με αυτόν τον τρόπο τη σχεδόν διεστραμμένη παιδικότητά τους. Κάτι για να ρουφάς, κάτι για να γελάς και κάτι για να θυμάσαι πώς είναι να φοβάσαι, μία τριάδα που εξανθρωπίζει.
Αν τα περιστέρια στοχάζονται, οι άνθρωποι σταματούν να σκέφτονται και τους ζητούν λίγο χώρο στο κλαδί δίπλα τους για να κάτσουν. Το άλογο μπαίνει με άνεση σε ένα καφενείο και κλαδιά αναρριχώνται ανήσυχα στους τοίχους των χάρτινων δωματίων των κάδρων, σα να προαισθάνονται την υλική μεταγραφή τους.


Τόσο οι χαρακτήρες όσο και τα κάδρα είναι στατικοί αλλά πάλλονται συνεχώς, με την απαλή φωτογραφία να αντισταθμίζει τη βιαιότητα των παραλογισμών που παρακολουθούμε. Ο πειραγμένος φακός της κάμερας τοποθετεί το θεατή σε μία αναγκαία απόσταση από τα πράγματα που την ορίζει ένα σουρεαλιστικό λαγούμι.
Το ιστορικό ενδιαφέρον της ταινίας είναι έντονο, καθώς οι σκηνές-μονόπρακτα εγκιβωτίζουν το παρελθόν στο παρόν δίνοντας την αίσθηση ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει από τη μία στην άλλη ιστορική στιγμή. Απλώς οι πολλές φωνές του τότε έχουν πια καταλάβει τους εαυτούς τους και έχουν συμπυκνωθεί σε μία φωνή που στοχάζεται όχι πιο έντονα από μία μπουρμπουλήθρα που φυσά μακριά ένα παιδί.
Πέρα από ένα σουρεαλιστικό ποίημα βαθιά ανθρώπινο, ο Andersson σκηνοθετεί μία πολιτική ταινία που κάνει μία διαδρομή αντίστοιχη ενός ανθρώπου που σου λέει μία ιστορία. Δε θα αισθανθείς ποτέ όπως αυτός και η λεπτομερής περιγραφή του στο νόημα της είναι τόσο εύθραυστη που σπάει από μια λέξη που δεν ταιριάζει. Έτσι παράδοξη είναι και η τροπή που παίρνει η ιστορία του κόσμου αυτού, παρόλο που όλοι ξέρουν ποιο είναι το αβλαβές.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Ida

Η πρώτη ταινία που γυρίζει ο αγαπημένος από το My summer of love, Pawel Pawlikowski στη χώρα και στη γλώσσα του είναι ένα ασπρόμαυρο διαμάντι, που χαράζει πάνω στο σώμα της νεαρής πρωταγωνίστριας λέξεις όπως πίστη, Εβραίοι, Καθολικοί, εφηβεία, έρωτας, μητέρα, γυναίκα, φρίκη, γονείς, θάνατος. Το φιλμ έχει την άνεση να τις συζητήσει και να τις ανατρέψει, σβήνοντας τις βεβαιότητες τόσο απλά που νομίζεις ότι ήταν μόνο υδρατμοί στο μπάνιο της κοπέλας μετά από μία ένοχη πράξη.


Η φωτογραφία κάνει ένα βήμα πίσω, για να υπογραμμίσει σε ασπρόμαυρο χαρτί την ανάγκη της ηρωίδας να στρέψει το βλέμμα πίσω και να κοιτάξει το παρελθόν.   Η ασπρόμαυρη επιλογή διχοτομεί το χρόνο σε στιγμές πριν και μετά από αυτό το άγνωστο κάτι στην ιστορία της κοπέλας, και εκείνη καλείται να διαχειριστεί τη συνάντησή τους: το άγνωστο παρελθόν και το γνωστό, απόλυτα ελεγχόμενο από την πίστη παρόν. Η Ida επανεφευρίσκει το όνομά της, εντοιχισμένη στο υπέροχο τοπίο που δε δίνει απαντήσεις παρά εκείνες του θανάτου, με τα σώματα να είναι άλλοτε σύμβολα πίστης, άλλοτε σωροί, άλλοτε ευτελισμένοι τόποι ηδονής και άλλοτε απαγορευμένοι καρποί. Το στήσιμο των κάδρων είναι τέλεια ατελές, άλλοτε με τοπία από όνειρο και άλλοτε κόβοντας τα πόδια και τα πρόσωπα και μαζί τους τις προσδοκίες. Ταυτόχρονα η φωτογραφία εκπέμπει φωτιά μέσα από το χιόνι, με δείγματα αισθητικής του Wenders και του Jarmush να συναντούν μία Πολωνία που κρύβει το θάνατο αρκετά καλά.
Για άλλη μια φορά, όπως στο My Summer of Love, ο σκηνοθέτης πέρα από μία ιστορία ενηλικίωσης διηγείται την  αναμέτρηση δύο διαφορετικών-φαινομενικά- γυναικείων ιδιοτήτων: Τόσο η πίστη όσο και η αμαρτία έχουν καλυμμένο το κεφάλι τους για να προστατευτούν από την ιστορία τους. Η μία είναι το παρόν και ή άλλη το παρελθόν και όλο το φιλμ παλινδρομεί ανάμεσα στις δυο αυτές στιγμές, με το μέλλον να καθορίζεται, ουσιαστικά από την έκβαση της δυναμικής της σχέσης θείας και ανηψιάς.
Η Ida θέλησε να μάθει πόσα χέρια χρειάζονται για να ανοίξει ένα παράθυρο. Μοναχή και μόνη, θέλει να ξαναγυρίσει στο ασφαλές μέρος όπου νιώθει ότι έχει ξαναζήσει. Και μετρά το βάθος του, για να δει αν είναι πολύ ρηχή η μήτρα του θεού για να τη χωρέσει.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Corn Island


Ένας παππούς και μια εγγονή για να ξεφύγουν από τον πόλεμο καταφεύγουν σε ένα νησί, στην περιφέρεια του οποίου διαγράφουν έναν από τους κύκλους που σχηματίζουν τη σπείρα της ζωής.

O George Ovashvili δημιουργεί ένα φιλμ σπάνιας ομορφιάς, που επισημαίνει τη φρίκη του πολέμου μέσα από εκπληκτικά πλάνα και αριστουργηματική φωτογραφία, με δύο πρωταγωνιστές που πλάθουν σχεδόν χωρίς καθόλου διαλόγους δύο ολοκληρωμένους, αξέχαστους χαρακτήρες.



Η βάρκα της ζωής του παππού αυτού του φιλμ συναντά το τελευταίο της νησί, που συνοψίζεται στο βλέμμα της αναδυόμενης έφηβης εγγονής του. Παρακολουθούμε το χτίσιμο της ζωής τους πάνω σε επισφαλή θεμέλια, μέσα από την μίνιμαλ αφήγηση και τα πλάνα που κόβουν την ανάσα. Η σεκάνς με πρωταγωνίστρια τη βάρκα τους θα μπορούσε να λάβει μία θέση στην πινακοθήκη ανάλογων σκηνών, όπως του Κιμ κι Ντιουκ ή του Αντρέι Ζβιαγκίντσεφ.

Η κάμερα κινηματογραφεί περισσότερο τις ψυχές των ανθρώπων παρά τα σώματά τους, για να φανεί η α-λήθεια τους, παρά τις πρόσκαιρες υλικές ανησυχίες. Τον ήλιο τους τον επισκιάζει ο πόλεμος και η στέγη τους είναι πολύ τραχιά για να προσφέρει μια αντανάκλαση.

Σε αυτό το φιλμ η απλότητα και το μεγαλείο συναντιούνται στη μέση μιας καταιγίδας. Ο παππούς τυλίγει την εφηβεία της μικρής κοπέλας σε φύλλα από καλαμπόκι, γνωρίζοντας ότι θα ανθίσει όταν εκείνος πια δε θα είναι εκεί.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Στο σπίτι







Η Νάντια, μετανάστρια στην Ελλάδα εδώ και 20 χρόνια, είναι οικιακή βοηθός μίας ευκατάστατης οικογένειας, που την εμπιστεύεται τυφλά. Μία σειρά δυσάρεστων γεγονότων θα ανατρέψει την ισορροπία των δυναμικών ανάμεσα στα άτομα και θα επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις τους, σε ένα φιλμ με κινηματογραφική γραφή που αποπνέει καλό ελληνικό σινεμά.

Στο σπίτι αυτού του φιλμ, ενώ τα παράθυρα φαίνονται διάπλατα ανοιχτά και δίνουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας κινήσεων, από όλους όσους κατοικούν σε αυτό, κανείς δεν μπορεί να δει τις πόρτες εξόδου προς την ελευθερία. Και αν τελικά το κάνει, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει ένα τίμημα.

Στο σπίτι αυτού του φιλμ, το χώμα μπορεί να μεταγγιστεί από μία γλάστρα στην άλλη. Έτσι μπορεί και ο άνθρωπος ξαναριζώσει σε μία πατρίδα στην άλλη, αλλά το κατά πόσο αυτές οι ρίζες ποτίζονται είναι αμφίβολο. Με επικεφαλής την εξαιρετική Μαρία Καλλιμάνη, καθ' όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του φιλμ υψώνεται μεθοδικά και ατμοσφαιρικά ο απροσπέλαστος τοίχος που χωρίζει Έλληνες και μετανάστες. Ταυτόχρονα η προσεκτική επιλογή και ευφυής αξιοποίηση των χώρων που εξυπηρετούν, μαζί με την αξιόλογη φωτογραφία, την πλοκή, κάνουν τους διαλόγους να μοιάζουν απλά απόηχος της έντασης που εκπέμπουν οι ήρωες.

Το φιλμ με τρυφερότητα σκύβει πάνω από μία αξιοπρεπή γυναίκα, ένα περήφανο άλογο που όμως κινδυνεύει να το σκοτώσουν επειδή γερνά. Απεικονίζονται οι χρονοβόρες και κουραστικές λεπτομέρειες της ζωής της πριν και μετά ασθενήσει, χωρίς σε καμία περίπτωση η αφήγηση να είναι μελοδραματική. Τα ρούχα πλένονται με επιμέλεια αλλά δεν αλλάζουν ουσιαστικά, όπως και οι άνθρωποι. Η όποια ασθένεια τελικά αφορά τελικά το εσωτερικό των υπολοίπων, απλώς εκείνη είναι αρκετά δυνατή για να τη φέρει στο σώμα της.

Η οικογένεια της ιστορίας είναι αβέβαιη ως προς τα όρια και βρίσκει απαραίτητο να μπουν ως ενδιάμεσος τα λεφτά για να συμβολοποιήσουν τις τύψεις τους που δεν είδαν ποτέ πίσω από την ταμπέλα “μετανάστρια” το πρόσωπο της Νάντιας. Έτσι σχολιάζεται πολύ εύστοχα και με οικονομικό τρόπο (π.χ. Μέσα από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως της μικρής σε ηλικία οικιακής βοηθούς) η διεργασία κατά την οποία οι αυτόχθονες προβάλλουν τους δικούς τους φόβους την εξαρτητικότητά τους και τις αδυναμίες στους ξένους, όπως το κάνει με τη σειρά του κάθε μέλος της οικογένειας. Η ηρωίδα υπομένει με αγάπη και αξιοπρέπεια όλη αυτή τη δυναμική, για να πετάξει μακριά από ένα σπίτι που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού και που παραδόξως αποβάλλοντάς την ταυτόχρονα την κάνει να αναπτυχθεί.

Ένα φιλμ που εκτός από την εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας αγγίζει και άλλες θεματικές, όπως τη διαγενεακή συνέχεια των μεταναστών, και πιο συγκεκριμένα των γυναικών, και τον τρόπο με τον οποίο σιγά σιγά κερδίζουν τη θέση που δικαιούνται σε μία ξένη κοινωνία, αλλά και όλο το συναισθηματικός κόστος που μπορεί να έχει αυτή η διαδικασία. “Το σπίτι” αγκαλιάστηκε στη Berlinale και αναμένεται να συνεχίσει το ταξίδι του στην πατρίδα του με ανυπομονησία.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Xenia

Δύο παιδιά περιθωριοποιημένα και χαρισματικά, που αισθάνονται παντού ξένα, με τα φαντάσματα των γονιών τους να τα καταδιώκουν, ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τις ρίζες τους.
Αυτό το φιλμ προέρχεται από ένα σκηνοθέτη που από ταινία σε ταινία προσφέρει στο κοινό όλο και περισσότερο κάτι πιο ολοκληρωμένο. Η εξέλιξή του δε φαίνεται να σχετίζεται μόνο με τις όλο και πιο μεγάλες δυνατότητες της παραγωγής που έχει στη διάθεσή του, αλλά κυρίως με το προσωπικό ταξίδι του, που φαίνεται πως όσο προχωρά τον κάνει πιο πλούσιο. Αυτό φαίνεται να αποτυπώνεται και στις ταινίες του, όπως συμβαίνει στους ανθρώπους που μεγαλώνουν μαζί με τα δημιουργήματά τους.
Η όλη εντύπωση που αφήνει το φιλμ μετά το τέλος του είναι πως πρόκειται για ένα έπος ενηλικίωσης. Πολλά θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για τις πιθανές ψυχαναλυτικές ερμηνείες των δυναμικών μεταξύ των αδερφών και των γονεϊκών τους φιγούρων, αλλά όπως συμβαίνει με το γνήσιο σινεμά, η ιστορία είναι αυτή που συγκινεί το θεατή. Η τελευταία ως μία αυτόνομη φιλμική πραγματικότητα συμπυκνώνει τις σοφά ισορροπημένες εναλλαγές συναισθημάτων μέσα από το άψογο μοντάζ καθ' ολη τη διάρκεια της ταινίας.


Τα δύο αδέρφια αποτελούν το κορμό ενός κουνελιού που ζει μία μεγάλη “Νύχτα του Κυνηγού” μέσα στο δάσος με τις παρουσίες τους να συνενώνουν τη θηλυκή και την αρσενική φύση τους.Οι δυο τους, ένας ωραία “τρελός” Donnie Darko που αγαπά αγόρια σαν ξένος ως προς αυτά και το αρρενωπό alter ego της Patty Pravo (με ένα δικό της αείμνηστο cameo), προσφέρουν καύσιμο στο κουνέλι αυτό για να σχετιστεί με τα υπόλοιπα ζώα του δάσους και να ανταλλάξει κάτι με το κάθε ένα. Τα υπόλοιπα ζώα ενσαρκώνονται από τους κινηματογραφικά άκρως ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες (από τη μικρή αγαπημένη τραγουδίστρια του ήρωα μέχρι την απόλυτη καλτ μορφή του τραγουδιστή της νύχτας-ερμαφρόδιτη πατρική φιγούρα) και όλοι μαζί ανεβαίνουν σε μία βάρκα, με στοίχημα αυτή να μείνει όρθια μέχρι το τέλος του ταξιδιού.
Το μαγικό σε αυτό το φιλμ είναι ότι βλέπει κανείς κάτι το υπερβατικά σουρεάλ (με ορισμένες σκηνές στα χνάρια του “Μίλα της” του Αλμοδοβάρ) και ταυτόχρονα τραυματικά αληθινό (όπως η σεκάνς της καταδίωξης του αλλοδαπού ήρωα από εθνικιστές που σε κάνει να δακρύζεις από θυμό). Οι κορυφώσεις στο τέλος δικαιώνουν όλα τα συναισθήματα που έχεις βιώσει κατά τη διάρκειά του, κάνοντάς το θεατή να φεύγει χορτασμένος αλλά και με επιπλέον τροφή για σκέψη.
Εδώ, όπως και στη Στρέλλα, το φύλο είναι μόνο μία κοινωνική σύμβαση, με γυναίκες στις οποίες η μητρότητα ξυπνά μόνο όταν έχουν ένα όπλο απέναντί τους και άντρες που ζουν για να συναρμολογούν τον πατέρα του εαυτού τους, επιθυμώντας μάταια ίσως να τον ξαναγνωρίσουν και να αναγνωριστούν από αυτόν.
Τελικά το δάσος που διασχίζει το κουνέλι του φιλμ υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας. Ζει εκεί όπως και πολλά άλλα διαφορετικά ζώα, που μόνο αν τα αφήσει κανείς ελεύθερα για αναπαραγωγή, μπορεί να γεννήσουν τον καινούριο μας εαυτό. Και το Xenia σε προσκαλεί να φιλοξενήσεις αυτό το δάσος. Να το αγαπήσεις σαν ξένο, μία πλευρά του εαυτού σου που δεν έχεις δει ακόμα.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Washingtonia



Προσθήκη λεζάντας


Με αφετηρία μία καμηλοπάρδαλη και ένα φοίνικα, ένα ταξίδι στον ψυχισμό διάφορων ανθρώπων που τους συνδέει ένας πυρήνας, σχηματισμένος από κάθε πλάνο αυτού του ιδιαίτερου φιλμ.

Ένα ταξίδι κάτω από το δέρμα της ανθρώπινης φύσης, όταν αυτή τονίζει τις αρσενικές απολήξεις της. Ενώ ο θεατής περιηγείται σε πολλά πρόσωπα που συνδέονται μεταξύ τους, ουσιαστικά είναι σαν ο κεντρικός ήρωας να είναι ένας και μοναδικός, ο οποίος αλλάζει συνεχώς ρούχα και δέρματα. Ντύνεται καμηλοπάρδαλη, άγριο ζώο, τούρτα γενεθλίων, αλλά και μητέρα. Και όταν κάποιος ντύνεται μητέρα δεν μπορεί παρά να αποθηκεύεσει τα ρούχα του σε ένα κλουβί. Τελικά γίνεται άντρας, που τον συστήνει στη ζωή ένα σκυλί, έχοντας τυφλωθεί από αφρικανική σκόνη. Η μητέρα του θα προσπαθήσει να παρατείνει την τυφλότητά του κλείνοντάς του τα μάτια με τα χέρια της.

Κι αν όλα τα παραπάνω βγάζουν περιορισμένο νόημα, με το φιλμ κανείς θα αποκομίσει μία όμορφη αίσθηση συνοχής και αρμονίας, που στην καρδιά της είναι βαθιά ανθεκτική αλλά και μελαγχολική και δεν αλλιώνεται από τα σκορπισμένα ερεθίσματα, παρα σχηματοποιείται, σαν μία καινούρια χώρα που σε καλεί να την ανακαλύψεις.


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Upstream Color

Lovesong
He loved her and she loved him.
His kisses sucked out her whole past and future or tried to
He had no other appetite
She bit him she gnawed him she sucked
She wanted him complete inside her
Safe and sure forever and ever
Their little cries fluttered into the curtains
Her eyes wanted nothing to get away
Her looks nailed down his hands his wrists his elbows
He gripped her hard so that life
Should not drag her from that moment
He wanted all future to cease
He wanted to topple with his arms round her
Off that moment’s brink and into nothing
Or everlasting or whatever there was
Her embrace was an immense press
To print him into her bones
His smiles were the garrets of a fairy palace
Where the real world would never come
Her smiles were spider bites
So he would lie still till she felt hungry
His words were occupying armies
Her laughs were an assassin’s attempts
His looks were bullets daggers of revenge
His glances were ghosts in the corner with horrible secrets
His whispers were whips and jackboots
Her kisses were lawyers steadily writing
His caresses were the last hooks of a castaway
Her love-tricks were the grinding of locks
And their deep cries crawled over the floors
Like an animal dragging a great trap
His promises were the surgeon’s gag
Her promises took the top off his skull
She would get a brooch made of it
His vows pulled out all her sinews
He showed her how to make a love-knot
Her vows put his eyes in formalin
At the back of her secret drawer
Their screams stuck in the wall
Their heads fell apart into sleep like the two halves
Of a lopped melon, but love is hard to stop
In their entwined sleep they exchanged arms and legs
In their dreams their brains took each other hostage
In the morning they wore each other’s face

Ted Hughes





Ένας άντρας και μία γυναίκα, με παρελθόν ανοιχτή πληγή που έχει προκληθεί από έναν παρασιτικό οργανισμό, συναντιούνται και εμπλέκονται στην προσπάθεια καταστολής του, σε ένα δαιδαλώδες σεναριακό λαγούμι, του οποίου οι λεπτομέρειες της διαδρομής δεν έχουν σημασία. H γυναίκα είναι τραυματισμένη και με μία ζωή κατεστραμμένη, μετά από μία εμπειρία απαγωγής από έναν κλέφτη που φύτεψε μέσα της έναν ξένο οργανισμό με τη μορφή σκουλικιού, ώστε να τη χειρίζεται με κάθε πιθανό τρόπο. Όσο την έχει έγκλειστη, εκείνη σαν υπνωτισμένη υπακούει στα σαδιστικά του παιχνίδια και απαγγέλει λέξεις χωρίς να νιώθει το περιεχόμενό τους, ό,τι πιο βίαιο μπορεί να υποστεί κάποιος που μιλά. Ξυπνά και περιφέρεται χωρίς τίποτα στη ζωή ώσπου ένα τρένο της δωρίζει τη συνάντηση με αυτόν τον άντρα με ένα παρελθόν εξίσου τραυματικό, που θέλει να αγκαλιάσει το δικό της.

Στην έξοδο αυτού του πρωτότυπου, μοναδικού φιλμ (και one man show) του Shane Carruth περιμένει φως. Ή αλλιώς, η αίσθηση του πώς μπορείς να χάσεις και να ξαναβρείς την ταυτότητά σου και την ¨προστατευμένη μοναξιά σου”, μέσα από τη σχέση με τον Άλλον, με τη “βοήθεια” ενός παράσιτου.
Το φιλμ ειναι σκόπιμα δυσνότητο, χωρίς ακριβή αίσθηση του χρόνου και του χώρου, με συναισθητικές προκλήσεις και φαινόμενα τηλεπάθειας και ασυνείδητης επικοινωνίας. Όλα αυτά δηλαδή που η σύγχρονη φυσική μόλις έχει αρχίσει να μελετά, αλλά οι διαισθητικοί άνθρωποι αφήνουν να συμβαίνουν χωρίς να τα εμποδίζουν, ζουν μέσα σε αυτά και τα αφήνουν να τους διδάξουν.

Ο Carruth με το αντισυμβατικό μοντάζ του πλέει στο χρόνο χωρίς να φοβάται την παλινδρόμηση στα νερά του. Το Μετά-Φυσικό δίνει τις απαντήσεις και γεννά νέα ερωτήματα. Το φωτεινό, καθαρό, συμμετρικό περίβλημα της φωτογραφίας και της μουσικής, κρύβει προσεκτικά τα ένστικτα που δεν πνίγουν, απλώς μετουσιώνονται και ζητούν φλέβες για να κυλήσουν. Όλο το φιλμ παίζει με τον ήχο και την πρωταρχική ανθρώπινη αίσθηση, την ακοή, στην οποία πολλά σημαντικά φιλμ δίνουν μεγάλη έμφαση τελευταία (π.χ. Nymphomaniac). Το μοντάζ διαμεσολαβεί για να ερωτευτεί ο ήχος την εικόνα και τα δύο τους να ενωθούν σε ένα τεχνικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα απόλυτα γόνιμο. Όταν οι ακοές δύο ανθρώπων συναντιούνται είναι γιατί η μία συμπληρώνει τις φωνές της άλλης.

Το φιλμ παίρνει αφορμές από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας για να εκλογικεύσει το παράλογο του αστάθμητου των σχέσεων και των παρασιτικών εμμονών. Αυτός ο κλέφτης που απήγαγε την ηρωίδα και τη βούτηξε στην εμμονή μπορεί να καθρεφτίσει κάθε παρασιτική σχέση ζευγαριού, που μετά το αναπόφευκτο τέλος της αφήνει τις ταυτότητες κενές. Εκείνη είχε μία σχέση βουτηγμένη μέσα στην κακή ποίηση. Μόνο κομμάτια σημαινόντων, τίποτα ολοκληρωμένο. Αποσπάσματα από βιβλία που τα αναμασούσε χωρίς απόλαυση, μόνο ψυχαναγκαστικά, επειδή το σκουλήκι τής τα υπαγόρευε. Στις σελίδες του Walden του Henry David Thoreau γεννιέται η σοφία, που φυλακίζει με την εμμονική της επανάληψη η κοπέλα, αφού το κύριο σύμπτωμα που της κληρονομεί το σκουλήκι είναι το να απαγγέλει χωρίς να νιώθει. Και τα πιο σοφά και όμορφα λόγια μπορουν να είναι βουβά βγαίνοντας μέσα από ένα φοβισμένο στόμα.  Τα λόγια όμως αποδεικνύονται προφητικά.

“We are conscious of an animal in us, which awakens in proportion as our higher nature slumbers. It is reptile and sensual, and perhaps cannot be wholly expelled; like the worms which, even in life and health, occupy our bodies. Possibly we may withdraw from it, but never change its nature. I fear that it may enjoy a certain health of its own; that we may be well, yet not pure”.  

Walden, Henry David Thoreau

H όλη πάλη του ζευγαριού για να λυθεί το μυστήριο των παρασίτων και των ουσιών που καταστρέφουν τη φύση, όπως τη διηγείται το φιλμ στη συνέχεια του είναι, ουσιαστικά, η διεργασία, μέσα από την οποία η αγάπη, ως κοινός επαναστατικός σκοπός, ξεπλένει τα παλιά τραύματα και τα κάνει να γεννούν ζωή.

Μέχρι να συναντηθούν, οι δυο τους ήταν σαν παράσιτα κάτω από το δέρμα του σύμπαντος. Με την ψευδαίσθηση ότι τρέφουν μόνοι τους τον εαυτό τους. Μετά άρχισαν να τρέφονται ο ένας από τον άλλον και ύστερα από έναν κοινό σκοπό, παραμερίζοντας τα παράσιτα που τους κατοικούν. Σε αυτό το ζευγάρι, κάθε ένας υπέφερε από το σκουλήκι της υποβολής από κάποιον άλλον και τόλμησε να έρθει με τις πληγές του μπροστά στον άλλον. Οι πληγές αυτές γέννησαν νέα παιδιά. Τρέφουν τη ζωώδη τους φύση γιατί εκείνη δε θα φύγει ποτέ από μέσα τους, και ευτυχώς, τα ένστικτα δίνουν τη ζωή. Απλώς με κάθε μπουκιά εμπνέονται, άλλοτε με χαρά και άλλοτε με πόνο, να μεταβολίσουν το ακατέργαστο, παίζοντας με τις λέξεις, σε κάτι που μπορεί να έχει ένα Όνομα. Η πηγή των ενστίκτων είναι ανεξάντλητη και μπορεί να τροφοδοτεί συνεχώς με υλικό προς δημιουργία. Οι θεωρίες του Lebovici βρίσκουν σπίτι και εδώ (βλ. http://psychografimata.com/19685/nymphomaniac/http://psychografimata.com/18798/mono-i-erastes-menoun-zontani/, http://psychografimata.com/17337/i-zoi-tis-antel/, http://psychografimata.com/12007/to-fantasiako-pedi-tis-agapis/). Το φαντασιακό παιδί του ζευγαριού είναι αυτό με το οποίο το ζευγάρι παίζει. Είναι ένστικτο, ενέργεια, ορμή που το κάνει να παίζει. Παίζει, όχι απόλυτα αγνά, αλλά απλά. Όπως απλά και σκοτεινά είναι τα πράγματα στην αγνή αγάπη.

Μία α-ληθινή σχέση ίσως δεν αφορά μόνο την ανάγκη/επιθυμία τα μέλη της να αναπαράγουν τον εαυτό τους στην υγιή, άτρωτή τους εκδοχή, με τις πληγές από τα τραύματά τους πολύ βίαιες για να εμφανιστούν στο απαλό της δέρμα. Αφορά το να αφεθούν σε κάτι, έξω από αυτούς να τους ορίσει και να τους καθορίσει. Το είδος του φαντασιακού παιδιού που κρατά ένα ζευγάρι στην αγκαλιά του δεν έχει μεγάλη σημασία. Μετρά μόνο το παιχνίδι που το δημιούργησε. Το άγνωστο είναι γόνιμο και αυτό το ενδιάμεσο μεταξύ τους θα αλλάζει συνεχώς όνομα μεγαλώνοντας. Αρκεί να το βλέπουν να χαμογελά.

Ο φόβος της ευθύνης του να γίνουν τροφή/τροφοί τους έριξε μέσα στη χαράδρα της διχοτόμησης που όμως αποκαλύπτει στο ενδιάμεσο χώρο, όπως μιλά γι αυτόν ο Winnicott, ένα έδαφος που θέλει να είναι γόνιμο, ένα σπίτι με έκταση όλον τον κόσμο. Το προιόν που απορρέει από τη γονιμότητα όπως τη σχολιάζει με τις εικόνες του ο Carruth είναι, αρχικά είτε ένα νεκρό παιδί είτε ένα ζωντανό παράσιτο. Ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσά τους ανοίγει για να ζει μέσα του ένα φαντασιακό παιδί, που έχει ταυτόχρονα σώμα και το προσωπείο ενός ζώου. “Ενα ζώο πάνω στο οποίο μπορούν να προβληθούν όλα τα συναισθήματα, όπως ο χοίρος, σκοτεινό και φωτεινό, αλλά και λιγότερο απειλητικό, γιατί καθρεφτίζει τις ατέλειές τους. Που η διάσωσή του ακουμπά την ισορροπία της φύσης και γεμίζει το σπίτι του κόσμου.

«Direct your eye right inward, and you’ll find
A thousand regions in your mind
Yet undiscovered.
 Travel them, and be
Expert in home-cosmography.»

Walden, Henry David Thoreau

Οι δυο τους αφήνουν γενναιόδωρα το κοινό τους χαμόγελο να το αρθρώσει ένας χοίρος, γιατί εκείνοι είναι σε θέση να το τρέφουν χωρίς τέλος, με τον επίλογο να γράφεται όχι από ένα χέρι, αλλά από φως που εμπεριέχει το σκοτάδι.

 “The sun is but a morning star”

Walden, Henry David Thoreau


Βιβλιογραφία:
Laplanche, J. & Pontalis, B. (1986). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος.

Lebovici, S. (1988). Fantasmatic interaction and intergenerational transmission. Infant Mental Health Journal, 9,(1), 10–19.

Σακελλαρόπουλος, Π. 1998. Σχέσεις μητέρας-παιδιού τον πρώτο χρόνο της ζωής. Αθήνα: Παπαζήσης.

http://www.ksm.gr/%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B7%CE%BC%CE%B5/

Winnikot, D.W. (1982). Playing and reality. London: Routledge.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Winds

 Ένας ηχολήπτης γίνεται ο ενδιάμεσος μίας γιαγιάς και μίας εγγονής, ώστε οι δύο τους να ανακαλύψουν μέσα από το λόγο αλλά και ο,τι του διαφεύγει, τη διαγενεακή συνέχεια ανάμεσά τους.



Το πανέμορφο αυτό φιλμ του Selim Evci διηγείται, με αργούς ρυθμούς και ψιθυρίζοντας μεγαλειώδεις εικόνες, την ιστορία της κυρίας Στυλιανής και της Ελένης. Οι συνθήκες τις απομάκρυναν, αλλά οι δυο τους ενώθηκαν εκ νέου, διαμέσου ενός ηχολήπτη.

Ο Μουράτ ξετυλίγει με σεβασμό και υπομονή την ιστορία τους, ενώνοντας, ταυτόχρονα, στο τοπίο της Ίμβρου, το ελληνικό με το τουρκικό στοιχείο. Με δύσκολη προσωπική ζωή, προτιμά να είναι προσκολλημένος στο πραγματικό, πλαισιώνοντάς το ευλαβικά με την καταγραφή των ήχων και των εικόνων που τον συν-κινούν. Η νεαρή Ελένη προχωρά μέσα από το λόγο της σοφής και αρχοντικά λιτής φιγούρας της γιαγιάς της, και η τελευταία ξαναζεί, μεταφυσικά, στο μέλλον, χωρίς όμως να το κατακλύζει με την παρουσία της.

Η φωνή είναι το πρώτο και μοναδικό πράγμα που αντιλαμβανόμαστε ως εξωτερική πραγματικότητα, το πρώτο ερέθισμα που εγκαινιάζει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη συναλλαγή μας με το περιβάλλον. Και αποτυπώνεται ανεξίτηλα στο μέσα μας, ώστε να ανατρέχουμε σε αυτή, όταν κάποιο κομμάτι του εαυτού μας βρίσκεται αμήχανο. Ίσως ο άνθρωπος που μας μιλούσε, τότε, να έχει σιωπήσει, αλλά η ανάσα του συμπλέει με τους ανέμους που φυσούν, με αυτό το φιλμ να κινεί την κάμερα με τη ροή τους. 

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Better Angels

Ένα άλμπουμ από φωτογραφίες που δεν τραβήχτηκαν ποτέ.




Στιγμιότυπα από την παιδική ζωή του Abraham Lincoln που φωτογραφίζουν τον τρόπο με τον οποίο η οικογενειακή του ζωή διαμόρφωσε την προσωπικότητά του.



O A.J. Edwards φτιάχνει ένα φιλμ με art house προθέσεις, με τη συμβολή του Μαλικ και την επιρροή του να στιγματίζει το εγχείρημα από την αρχή έως το τέλος, επιχειρώντας να κρατήσει από το χέρι το μικρό χαρισματικό Αβραάμ. Μόνο που κάποια στιγμή το φιλμ ξεφεύγει της προσοχής του, και ενώ εικαστικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αριστουργηματικό, κάπου η σύγχυση που δημιουργεί η αφήγηση απομακρύνει το θεατή. 
 

Οι άγγελοι της ζωής του μικρού μελλοντικού ηγέτη είναι οι μητρικές του φιγούρες, άλλοτε καλοί και άλλοτε καλύτεροι άγγελοι. Εκτός από εκείνον προστατεύουν και τον πατέρα του που ξεχειλίζει από τη σκληρή του αγάπη για το παιδί και δε γνωρίζει σε ποιο κανάλι να την οδηγήσει. Η κάμερα υιοθετεί τη ματιά του μικρού και εξερευνά τους οικογενειακούς δεσμούς και το φυσικό περιβάλλον που τον αγκαλιάζει, με πλάνα που δε χωρά η περιγραφή τους σε λόγια, εκτινάσσοντας την εικαστική αξία του φιλμ στα ύψη. Μητρότητα και γή ανακατεύονται με καμβά τη φύση, αφουγκραζόμενα τον τρόπο που το φυσικό περιβάλλον τελικά μπορεί να διαμορφώνει το μέσα μας μόνο και μόνο με αφορμή το ότι το έχουμε μπροστά στα μάτια μας. Οι παρουσίες των πρωταγωνιστών αποπνέουν γλυκύτητα και ένα όμορφο “χάσιμο” στον κόσμο που δημιουργεί το φιλμ, ταιριάζοντας αρμονικά στο σύνολο της ατμόσφαιρας που επιχειρείται να δημιουργηθεί. 

Το φιλμ είναι ένας άνθρωπος που ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ, με παλιές φωτογραφίες που δεν τραβήχτηκαν ποτέ. Θεωρεί τις περιγραφές περιττές, απλώς γυρνά τη μία σελίδα μετά την άλλη μπροστά στα μάτια μας, προκαλώντας μας να δημιουργήσουμε αλλά και να χαωθούμε ταυτόχρονα. Αυτό το μίγμα προθέσεων ακουμπά στο θεατή, χωρίς είναι, ακόμα τουλάχιστον, καθαρό ακόμα. Το τοπίο είναι θολό και μέσα στη σύγχυση, όπως για το μικρο Αβραάμ, που αντικρύζει ένα μυστηριώδες δάσος για πρώτη φορά.  

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Alienation

Δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι, μόνο κακές πράξεις”

Ένας άνδρας, αφήνοντας πίσω του την κατάκοιτη μητέρα του και τη διάφανη σύζυγό του, περνά τα σύνορα για τη Βουλγαρία, με σκοπό να αγοράσει ένα παιδί. Το παιδί δεν έχει γεννηθεί ακόμα, κάτι που οδηγεί τον πρωταγωνιστή να περιμένει σε ένα απομονωμένο σπίτι στα βουνά, μαζί με τη μητέρα, τον κωφάλαλο αδερφό της και τη γιατρό που έχει αναλάβει τη γέννα



Το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του, Bουλγάρικης καταγωγής, Μίλκο Λαζάροφ είναι μία πανέμορφη αισθητικά ταινία, που αξιοποιεί κάθε διαθέσιμη οπτική πληροφορία, προκειμένου να εκφράσει τις δυναμικές που αναπτύσσονται γύρω από ένα θέμα τόσο δύσκολο όσο η αγοραπωλησία βρεφών.

Aπό τις συσπάσεις του προσώπου των πρωταγωνιστών μέχρι το άγγιγμα του ανέμου στις ασύλληπτης (όντως και χωρίς υπερβολή) ομορφιάς πλαγιές των βουνών που εγκλωβίζουν την ψυχή τους, η έμφαση δίνεται στην εικόνα και με το δικό της συμβολικό σύστημα πραγματοποιείται η διήγηση. Οι πρωταγωνιστές είναι ένας κι ένας, με ερμηνείες απέριττες και μινιμαλιστικές. Η φωτογραφία, κινούμενος πίνακας, κάτι που αυθόρμητα αποθεώθηκε από το κοινό στην προβολή στις Νύχτες, όταν οι τίτλοι έφτασαν στο όνομα του διευθυντή φωτογραφίας Kaloyan Bozhilov.

Δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι, μόνο κακές πράξεις”. Το απόσταγμα της ταινίας συνοψίζεται σε αυτή τη φράση. Αν πρέπει οπωσδήποτε, και υπεραπλουστεύοντας, να διαχωρίσουμε τη φύση των ανθρώπων και όσα κάνουν με όρους “καλού”- “κακού”, καλό είναι να διαχωρίζουμε τον πυρήνα των ανθρώπων από τις πράξεις τους. Κατ' επέκταση, η παρακολούθηση γεννά σκέψεις για το κατά πόσο είναι πιο “καλός” ο φυσικός ή ο θετός γονιός για ένα παιδί. Ο ήρωάς μας, ίσως και να γινόταν ένας “καλός “ πατέρας, αλλά υπάρχουν σημάδια που μπορεί να φανερώνουν ακριβώς το αντίθετο. Η ίδια σκιαγράφηση γίνεται και για την πλευρά της φυσικής μητέρας, καλό-κακό ένα μείγμα, του οποίου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα υλικά. Aπάντηση δε δίνεται , όπως σε κάθε δημιουργία που σέβεται τον εαυτό της.

Αυτό που η ταινία προσφέρει, κυρίως, είναι η απελευθέρωση από κάθε μορφής απόλυτη αλήθεια, αλλά και ηθικολογία. Ο καθένας μπορεί να νιώσει και να ταυτιστεί με όποια πλευρά του ταιριάζει, ακόμα και με του αγέννητου εμβρύου, είναι τέτοια η ανοιχτότητα της αφήγησης. Και αν κάποιοι θεατές παραπονέθηκαν για τους αργούς ρυθμούς, είναι αυτοί που υποδείκνυαν την άνεση για συνειρμούς.

Το αγέννητο παιδί βλέπει το φως, ενώ το γύρω του βυθίζεται στο σκοτάδι. Κάπως έτσι αρχίζει η καινούρια του ζωή, με το μείγμα σκοταδιού και φωτός να το αγκαλιάζει, μαζί με ένα χέρι, που τελικά, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πού ανήκει.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Fatal


Ο Σουνγκ-γκονγκ παλεύει με τους δαίμονές του, που τον επαναφέρουν συχνά στη συμμετοχή στον ομαδικό βιασμό μίας κοπέλας, υπαγορευμένη από τους κακοποιητικούς συμμαθητές του. Όταν, στα 18 του, τη συναντά ξανά, προσπαθεί να εξιλεωθεί.

Αν και η πρώτη ταινία του Lee Don-ku, το Fatal στέκεται με ωριμότητα πλάι στα υπέροχα δείγματα από το κορεάτικο σινεμά που μας έχει προσφέρει ο Chan-wook Park (Oldboy) ή Hong-jin Na (Chaser). Η ταινία, πέρα από μία ακόμη ιστορία εκδίκησης (τόσο προσφιλές θέμα στον ασιατικό κινηματογράφο) είναι μία βουτιά στον ανθρώπινο ψυχισμό, και μάλιστα αναίμακτη για το μάτι (εδώ δεν υπάρχει η άκρατη βία που πολλές φορές ταράζει την αισθητική), αλλά που σίγουρα ματώνει την ψυχή.

Δένονται αρμονικά η εφηβεία, η σεξουαλικότητα, η σκοτεινιά που περιβάλλει έναν ήρωα που ακροβατεί ανάμεσα στην ανθρωπιά και στην ψυχοπάθεια με κλωστή την όμορφη φωτογραφία, τους απόλυτα ταιριαστούς ρυθμούς στο μοντάζ και την απουσία κάθε προσπάθειας εντυπωσιασμού, αφού τα απλά μέσα του φιλμ είναι αρκετά για να σε κάνουν να ανατριχιάσεις. Πλανάται στην ατμόσφαιρα και η έννοια της διαίσθησης, αφού δίνεται, με νατουραλιστικό τρόπο, χώρος στο μεταφυσικό στοιχείο.

Δύο σκηνές ανθολογίας, όπως εκείνη στην εκκλησία, και όσες παίζουν με το φως φακών και κεριών στο σκοτάδι (πραγματικά αριστοτεχνικές) χαράζονται σα βίωμα στο θεατή, όπως και η κορεάτικη παροιμία “Λένε ότι οι γυναίκες είναι θάλασσα και οι άντρες βουνά”. Κάποιοι όμως ανεβαίνουν τη θάλασσα και βυθίζονται στα βουνά, για να αποδράσουν από τις τύψεις που τους κυνηγούν. 

Πρώτη Δημοσίευση στο Move it

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Ober

O Εdgar εργάζεται ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο και η ζωή του δεν είναι καθόλου εύκολη, αφού καλείται να αντιμετωπίσει ένα σωρό απίθανες καταστάσεις που περιλαμβάνουν τις γυναίκες της ζωής του, ανθρώπους του υποκόσμου και τον ίδιο του τον εαυτό. Όλα αυτά υπαγορεύονται από την πένα του συγγραφέα που γράφει το σενάριο της ζωής του, το οποίο αλλάζει συνέχεια, μέσα από τις παρεμβάσεις της κοπέλας του, δημιουργώντας συνεχείς ανατροπές.



Κανένα έλεος για τον κεντρικό ήρωα του Ober, που ενσαρκώνει ο αγαπημένος σκηνοθέτης Alex Van Warmerdam, πλάθοντας μέσα-έξω έναν ήρωα ανθολογίας, με παροιμιώδη αντοχή στις κακουχίες ,σε μία από τις πιο απολαυστικές μαύρες κωμωδίες όλων των εποχών.

Μέσα από τη, σταθερά, υπέροχη κινηματογράφηση και τις άρτιες ερμηνείες, τα πάντα μπορεί να συμβούν σε αυτό το φιλμ. Μία-δύο ευφυέστατες σκηνές μένουν αξέχαστες, όπως η ανδρόγυνη γιαγιά που προμηθεύει στον ήρωα αργά και βασανιστικά ένα τόξο, ή τα αποτελέσματα που έχει στο λαρύγγι του ένας υπνάκος που παίρνει ο συγγραφέας.

Πέρα από το ότι η παρακολούθηση αποτελεί μία ξεκαρδιστική εμπειρία, το γεγονός πως ο,τι συμβαίνει γίνεται απλώς για να συμβεί, βάζει το θεατή στο χαοτικό σύμπαν του σκηνοθέτη. Εκεί, το νόημα είναι ακριβώς ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά νόημα και αυτό είναι αστείο και παράλληλα λυτρωτικό. 

 

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Συναισθηματική εκπαίδευση

Το να παρατηρείς είναι να συμμετέχεις






Η Άουρεα είναι μία γυναικεία φιγούρα που, από το ρόλο της δασκάλας μυεί ένα νεαρό αγόρι σε έννοιες και αισθήσεις πρωτόγνωρες, μέχρι που ανοίγουν κάποια κουτιά του παρελθόντος, στο μεταίχμιο πραγματικότητας και φαντασίωσης. 

Mια ταινία που κινείται με μεγάλη χάρη στα όρια του πειραματισμού και της πρωτοπορίας. Ο Ζούλιο Μπρεσάνιε υποδεικνύει τα βήματα ενός άβολου, σωματικά χαοτικού χορού μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε να πρόκειται για έναν τρυφερό “Κυνόδοντα”, μία περφόρμανς όπου ο ένας είναι διάφανος για τον άλλον, και ταυτόχρονα όσο πιο παρών γίνεται. Οι δύο άνθρωποι μεγαλώνουν τους εαυτούς τους. 
 
Εδώ το βλέμμα δεν έχει σημασία για το σχετίζεσθαι. Εδώ μετρά το αυτί. Η ανοιχτότητα στην ευαισθησία υμνείται, παρέα με αναζητήσεις αισθητικής, με την ταινία μέσα στην ταινία, το πλάνο μέσα στο πλάνο, αλλά και φιλοσοφικές, υπό το φως της διττής, ερμαφρόδιτης φύσης της σελήνης, που υποδέχεται αλλά και απευθύνει ενέργεια ταυτόχρονα. 

Ο σκηνοθέτης είναι παρών, όχι με μία κάμερα που τρέμει (όπως πολλοί πρωτοπόροι), αλλά χαϊδεύοντας τα παραπετάσματα που μας χωρίζουν από τους πρωταγωνιστές και με την ηδονοβλεπτική τάση του για συγχώνευση να εκφράζεται πρώτα με λόγια, αλλά μετά να ενδυναμώνεται από τα ίδια τα κάδρα. Όπως ακούγεται στο φιλμ: “Το να παρατηρείς είναι να συμμετέχεις”. 

“Οι αναπνοές γίνονται οι σεισμογράφοι των ασυνειδήτων” και η αναδυόμενη παιδικότητα επιβιώνει, στα όρια πειραματισμού και επιτήδευσης, στα όρια αρσενικού και θηλυκού, ή καλύτερα, στο περιθώριό τους. 


Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Blind

Τι συμβαίνει όταν ένας σκηνοθέτης έχει κουραστεί να βλέπει προβλέψιμες ταινίες από άλλους και ταυτόχρονα διαθέτει ευαισθησία προς τους ανθρώπους που είναι τυφλοί; Δημιουργεί ένα φιλμ σαν το Blind.



Από την αρχή μέχρι το τέλος του, το φιλμ του Eskil Vogt από τη Νορβηγία, μετά και το Sundance, (θυμηθείτε τον από το σενάριο του Oslo, 31 Αυγούστου, και πάλι με την εμπλοκή του ανηψιού Τρίερ και σκηνοθέτη του Oslo στο project- http://www.moveitmag.gr/movies/reviews/new_movies/oslo_31august#.Uv8rdIVZ-Uk) παίζει με το μυαλό αλλά και την οπτική γωνία και ικανότητα του θεατή.

Το σοκ είναι καλό” υποστηρίζει ο σκηνοθέτης και σε αυτό το φιλμ είναι αυτοσκοπός. Μια νεαρή γυναίκα έχει χάσει την όρασή της ( η Ellen Dorrit Petersen είναι αρκούντως creepy και σπασμένη)
και το μυαλό της γίνεται...υπερβολικά δημιουργικό ως προς την ανάπλαση της πραγματικότητας, που περιλαμβάνει τον άντρα της, μερικούς kinky ηδονοβλεψίες-alter ego της (οι ηθοποιοί τους ενσαρκώνουν ιδανικά) και τον επαναπροσδιορισμό του χώρου γύρω της. Αν και το αλάτι και το πιπέρι της υπόθεσης προστίθεται αρκετά νωρίς, κλείνει με γενναιοδωρία το μάτι στο θεατή, αφήνοντάς τον να απολαύσει τις συνεχείς ανατροπές. Η κάμερα κοιτά την ηρωίδα κομματιασμένα και αποσπασματικά, διευρύνοντας τα οπτικά πεδία της και δημιουργώντας νέα απτικά.

Σκηνοθετικά υπερτονίζονται με διάφορους πρωτότυπους τρόπους οι άλλες αισθήσεις, και νιώθεις σαν να έχεις υποχρεωθεί σχεδόν σαδιστικά να είσαι συνεχώς πίσω από το κεφάλι της πρωταγωνίστριας και να τη βοηθάς να βρει το δρόμο της. Η έμφαση στην απτική πλευρά της εικόνας ανατρέπει λεπτό το λεπτό το κλίμα που αιωρείται, ενώ το μοντάζ συνεχώς γκρεμίζει ο,τι έχει χτίσει, με την άνεση αυτού που ξέρει ότι μπορει να δημιουργήσει από το μηδέν ανά πάσα στιγμή, αφού η μνήμη του έχει αρχίσει να τον προδίδει. Έτσι αγγίζεται βιωματικά μία πτυχή της ψυχολογίας ενός τυφλού και ανατρέπονται τα στερεότυπα που μπορει να του αποδίδονται.

Τα καθαρά νορβηγικά πλάνα και τοπία με το φως τους κρύβουν αρκετό σκοτάδι και η τυφλότητα ίσως καμιά φορά να είναι ο μοναδικός τρόπος να το αντέξεις, στοιχειωμένος από ένα soundtrack που αναζητείται ακόμη.


Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Quand Sisyphe se révolte

(...)
I was a vision
in another eye
and they saw nothing
no future at all
yet I was free
I needed nobody
it was beautiful
it was beautiful
(…)”


Patti Smith
(Α Wing- κομμάτι που γράφτηκε για τον Albert Camus)



Ο Καμύ υπήρξε καταρχάς ελεύθερος, και το συγκεκριμένο ντοκυμαντέρ του Abraham Segal
λεκτικοποιεί κατά κύριο λόγο κάθε πτυχή αυτής του της ποιότητας, με τη βοήθεια ευαίσθητων εικόνων.
Γύρω από τον τάφο του σπουδαίου συγγραφέα και κυρίως σημαντικού φιλοσόφου χορεύουν ιδέες που μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για αλλαγή νοσηρών νοοτροπιών. Μέσα από την ωμότητα της γραφής του, που δεν αποτρέπει τη βρώση των ιδεών αλλά ενθαρρύνει το μαγείρεμά τους, το φιλμ παραδίδει την υποκειμενική του πραγματικότητα, με το ένα πόδι να πατά στον κόσμο και με το άλλο στο αιθέρα.
Στα πλαίσια του ντοκυμαντέρ μιλούν πολλοί σημαντικοί άνθρωποι, μελετητές του αλλά και η κόρη του, επιχειρώντας εμπεριστατωμένες τοποθετήσεις σχετικά με τη φιλοσοφία του και τη ζωή του. Ανατέμνονται οι έννοιες του φόβου, στην ουρά του οποίου κάθεται η σιωπή και κοιμάται η ουσιαστική επικοινωνία, της ελευθερίας ως βασικής αρχής της ζωής, το πρόβλημα του χρόνου που ο συγγραφέας αντιμετώπισε με τον ά-χρονο τρόπο γραφής του αλλά και της βίας σε σύνδεση επανάστασης. Με το έργο του ο Καμύ αναπλαισίωσε το μαρτύριο του να ζεις, θεωρώντας την ψυχή και το σώμα ως μία αδιάσπαστη μονάδα και διατεινόμενος πως “Μέσα σε κάθε όχι υπάρχει ένα ναι”.
Το ντοκυμαντέρ ρίχνει φως και στην “ελληνική καρδιά” του φιλοσόφου, με γυρίσματα στην Ελλάδα, και μέσα από το λόγο σπουδαίων θεωρητικών όπως ο Χρήστος Γιανναράς, αναλύοντας το θέμα της οικονομικής κρίσης, όπως ίσως θα το έκανε ο ίδιος. Οι μετανάστες είναι σύγχρονοι Σισσύφοι που επιδίδονται, όπως άλλωστε και η γενιά των 30 κάτι σε “ανώφελη, χωρίς ελπίδα εργασία”.
Πάνω απ' όλα, όμως, η καρδιά του Καμύ ήταν ανέκαθεν στην Αλγερία, ανοιχτή πληγή για εκείνον που δεν έχει κλείσει ακόμα.
Ένα μάθημα φιλοσοφίας που μας φορά προστατευτικές μάσκες τραγωδίας, ώστε να κάνουμε τους δικούς μας συλλογισμούς απερίσκεπτοι. Ίσως έτσι οδηγηθούν κάποιοι στην επιθυμία για επανάσταση, ώστε από Σίσσυφοι να γίνουν φτερά. 

Πρώτη Δημοσίευση στο Μove it 

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Class Enemy

Hey Teachers, Leave those kids alone! 




Ένα σχολείο στη Σλοβενία συν-κλονίζεται από την άφιξη ενός αυστηρού καθηγητή των Γερμανικών και λίγο αργότερα την αυτοκτονία μίας μαθήτριας, σε ένα κινηματογραφικό σχολιασμό της εκπαίδευσης που εύστοχα δεν παίρνει θέση, αφού η απόσταση από την έδρα στα θρανία είναι πολύ πιο μικρή απ' όσο φαίνεται.

Ο Εξαιρετικός Κύριος Λαζάρ βρίσκει εδώ τη Σλοβένικη την απάντησή του, από τον Rok Bicek. Tο πένθος , με όποια, συμβολική ή πραγματική μορφή απλώνεται, στο σχολείο, είναι ένα θέμα που φαίνεται να πυροδοτεί τη δημιουργία πολλών φιλμ (από τον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών, μέχρι το Pic Nic at Hanging Rock, το Elephant ή το Bully) και εδώ προσεγγίζεται από μία εύστοχη οπτική, σύμφωνα με την οποία θύτης και θύμα στην καταστροφή δεν υπάρχουν.

Στο Class Enemy τα κινηματογραφικά μέσα με επίκεντρο την εικόνα περιορίζονται και το νόημα αποδίδεται μέσα από τις λέξεις. σε μία καταγραφή σχολικών δυναμικών, όπου οι σχέσεις απλώς συγκαλύπτουν το θυμό απέναντι σε ένα κράτος που δεν προστατεύει κανένα μέλος της μαθητικής κοινότητας, επαναπαυόμενο σε αδύναμους θεσμούς όπως μία ψυχολόγος που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναμασά εγχειρίδια. Και αυτός ο θυμός μοιράζεται στα μέλη, για να απευθυνθεί, τελικά, στον πιο σκληροπυρηνικό από αυτά, στον καθηγητή των Γερμανικών, ο οποίος πασχίζει να βάλει τα απαραίτητα όρια στα παιδιά, χωρίς όμως τη στοργή από την οποία είναι σημαντικό να συνοδεύονται.

Η σημειολογία της ταινίας έγκειται περισσότερο σε αποσπασματικές εικόνες και στις διάφορες ιδιότητες που αποδίδονται (π.χ. Ο αυταρχικός καθηγητής διδάσκει γερμανικά, η αυτοκτονία γίνεται κοντά σε ένα πάρτυ μασκέ και μετά τα παιδιά φορούν μάσκες όπως αυτές στο The Wall των Pink Floyd). Οι καρέκλες όλων τρίζουν και μοιάζει, ειρωνικά, σαν ο μόνος πραγματικά ελεύθερος να είναι η κοπέλα που επέλεξε να αυτοκτονήσει.

Εδώ το πένθος αφορά γενικότερα την ισορροπία δυνάμεων που διέπει τη φύση, κατά την οποία δεν υπάρχει αθώος και ένοχος, αλλά όλοι συμβάλλουν στη δημιουργία μίας κατάστασης, η οποία μπορεί να αλλάζει συνεχώς. Όμως, η έννοια της ομάδας στο συγκεκριμένο σχολείο έχει πληγεί από τα θεμέλια, οι άνθρωποι μοιάζουν να συσπειρώνονται κάτω από αρνητικό πρόσημο και μόνο, απέναντι σε έναν κοινό (αόρατο) εχθρό. Τον κάνουν μάσκα τους για να κρυφτούν πίσω του.

Ο μάσκες πέφτουν τραγουδώντας, αλλά πού καιρός για τέχνη, σε ένα σχολείο που αγαπά τόσο πολύ τις μάσκινες λέξεις του.




Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Boy



Ο Boy είναι ένα μικρό αγόρι που μεγαλώνει στα '80 και αγαπά τη μουσική του Michael Jackon. Η εφηβεία βρίσκεται προ των πυλών και μαζί και η εκ νέου συνάντηση με τον πατέρα του που του λείπει.



Αν μπεις σε διαδικασία εξόρυξης μετάλλων στο έδαφος της Νέας Ζηλανδίας, μπορεί να σε βρει ένα κομμάτι διαμαντιού σαν αυτό το φιλμ του 2010 από τον Taika Waititi. Το αγόρι της ιστορίας φέρει το όνομα Boy, προσφώνηση που, όπως φαίνεται, μπορεί άνετα να μοιραστεί με τον πατέρα του, ίσως από τα λίγα πράγματα που μπορούν, φαινομενικά τουλάχιστον, να μοιραστούν οι δυο τους. Ο πατέρας είναι κι εκείνος ένα θυμωμένο παιδί. Οι δυο τους χορεύουν γύρω από την πραγματικότητα που περιλαμβάνει απουσία, απόρριψη και χαμένα χρήματα.

Με κεφάτο μουσικό ρυθμό καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, που επιστρέφει στο μικρό πρωταγωνιστή την παιδικότητα που έχει θυσιάσει κατά τη διαδικασία επανεφεύρεσης του πατέρα του, ο Boy παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, αφού προλαβαίνει να τον βρει και ο έρωτας, απρόσμενα. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, παρά μέσα από το παιχνίδι. Κάτι οξύμωρο, αφού τα χρήματα μόνο ως παιχνίδι δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν. Και όμως, είναι αυτά το όχημα που θα τους φέρει κοντά. 

Ένα μικρό απλό φιλμ που σκύβει πάνω από την παιδική ψυχή αλλά πάντα από ενήλικη θέση, δίνοντας στον πρωταγωνιστή αλλά και στα άλλα παιδιά της ιστορίας αυτή ακριβώς την ενηλικότητα που ανέκαθεν οι “μεγάλοι” του κόσμου αυτού τα ανάγκαζαν να ντυθούν. 

Γονιός και παιδί κομματιάζουν εαυτούς και χρήματα για να συναρμολογηθούν όλα εκ νέου, σε μία ταινία που τους λαμβάνει υπόψη και τους δυο, δίνοντας μία εκδοχή στη σχέση τους που τη λόυζει το φως. Και ο Michael Jackson κάπου εκεί, ο χαρωπός πατέρας, στον οποίο το παιδί της ιστορίας ίσως θα ήθελε να μοιάσει ο δικός του, μήπως και αντικαταστήσει, κάποτε, το “Boy” με ένα όνομα προορισμένο μόνο γι αυτόν. 

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

Little Tony

Ο Brand ζει με τη γυναίκα του σε ένα απομονωμένο αγρόκτημα της Δανίας. Η γυναίκα του αποφασίζει να προσλάβει μία ελκυστική γυναίκα για να του μάθει ανάγνωση κατ' οίκον. Από τη μίξη των τριών τους γεννιέται ο μικρός Τόνυ και από εκεί και μετά ο σουρεαλισμός σχέσεων παίρνει τα ηνία.



Ένα ιδιαίτερα φρέσκο φιλμ, του Alex van Warmerdam, το χαρισματικό αυτό σκηνοθέτη. Με ήρωες, εκτός από το ανορθόδοξο ερωτικό τρίγωνο, ένα ζευγάρι νεφρά, μερικά περιστέρια και μία κατσίκα, παρακολουθούμε μία ταινία όπου όλα μπορούν να συμβούν, με απώτερο διακύβευμα ένα παιδί. Αποδομούνται με μεγάλη λεπτότητα και χιούμορ έννοιες όπως ο έρωτας, ο γάμος, η τεκνοποιία, η θρησκεία, και η εκπαίδευση, ενώ ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στην Annet Malherb (στην πραγματική ζωή σύζυγος του σκηνοθέτη), η οποία ενσαρκώνει μία απολαυστική εναλλακτική Misery. Κοντά, ως προς την αισθητική, στους αδερφούς Κοέν, το φιλμ μέσα από τα υπέροχα κάδρα του διηγείται ταυτόχρονα κυνικά και ποιητικά μία ιστορία με σουρρεάλ απολήξεις, που απολαμβάνει κανείς με ένα μεγάλο χαμόγελο από την αρχή ως το τέλος της.
 

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Stand Clear of the Closing Doors

O Ρίκυ είναι δεκατριών και του έχει δοθεί η διάγνωση του συνδρόμου Asperger. Όταν μία μέρα φεύγει από το σπίτι, η παρακολούθηση του οδοιπορικού του στο μετρό της Νέας Υόρκης γίνεται ταυτόχρονα και παρουσίαση της ψυχικής πορείας της οικογένειάς του, που χάνοντάς τον προσπαθεί να βρει εκ νέου τους κόμβους συνοχής της.
 

 

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Sam Fleischner, με όλους τους ηθοποιούς πρωτοεμφανιζόμενους και παραπάνω από επαρκείς, είναι ένα χαμηλόφωνο αλλά πανίσχυρο διαμαντάκι. Το φιλμ καταφέρνει να διαπεράσει τη μοναχικότητα ενός ιδιαίτερου μικρού ανθρώπου, διαφορετικού από το μέσο όρο, με κοινωνική δικαιολογία τη διάγνωση Asperger. Ο έφηβος πρωταγωνιστής γίνεται ολόκληρος ένα ζευγάρι παπούτσια και στο οδοιπορικό του στον αφιλόξενο ηλεκτρικό ζωγραφίζει το δράκο που τον κατοικεί. Το να ζεις το εδώ και τώρα, αποκλειστικά, είναι επικίνδυνο, και το κοινωνικό πλαίσιο διασφαλίζει το να κλείνουν οι πόρτες σε όσους βιώνουν αποκλειστικά το παρόν με αυθεντικότητα.

 

Πρώτη εκδοχή στο Move it 

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Kill your darlings


Another lover hits the universe, the circle is broken” 





Η γέννηση του κινήματος των Beat, με επίκεντρο τον Allain Ginsberg, γραμμένη με το αίμα από ένα φόνο που ένωσε τους κύριους εκπροσώπους του.
 
Γράψιμο χωρίς πάθος και πάθος χωρίς γράψιμο δεν υπάρχουν. Τα μοτίβα και τα κείμενα χορεύουν μέσα στο πρώτο αυτό φιλμ του John Krokidas, ποτισμένο από τους κύκλους της ζωής που διακόπτονται και επανεκκινούν μετά από καταστροφές. Με παρόμοιο τρόπο, κυκλική, είναι και η αφήγηση. Το μοντάζ, στα γρήγορά του είναι καταιγιστικό και υποβλητικό, όμως σε πιο έντονες συναισθηματικά στιγμές δεν αφήνει να αφεθείς χρονικά και λείπει μερικές φορές λίγος χρόνος αφομοίωσης των πληροφοριών. Η κινηματογράφηση και η φωτογραφία εντοιχίζουν τους ήρωες στα κτήρια και τα τοπία, αφού τίποτε άλλο δεν μπορεί να τους εμπεριέξει, παρά μόνο το εξωτερικό περιβάλλον.  

Κι αν η αύρα κάποιων άλλων καταραμένων ποιητών έχει αποδοθεί εξαιρετικά από το Total Eclipse (1995) και ίσως κι εδώ θα ήταν ταιριαστή μία κάπως πιο “βρώμικη” αισθητική, εντούτοις το Kill your darlings διακινεί, συγκινεί και φωλιάζει στο θεατή, ως έκφραση του ανείπωτου που αναπόφευκτα κατοικεί τη γοητευτική γενιά των beat ποιητών.

Διαβάσατε περισσότερο