Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Prince Avalanche





Mία βόλτα στην άσφαλτο με δύο άκρως αντίθετους, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, που περνούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές αποκαθιστώντας την καταστροφή των διαχωριστικών λωρίδων του οδοστρώματος κατά τη διάρκεια μίας πυρκαγιάς, και μαζί ένα μάθημα για την ουσία της φιλίας.  
 
Οι δύο ήρωες, συνάπτουν “16 γερές φιλίες κάθε απόγευμα” στο μπαρ της υπαίθρου, με τα φαντάσματα των εαυτών τους αλλά και των ζωών τους. Στρώνουν ένα δρόμο, με την αγωνία του αν τελικά, πέρα από το να τον προσπεράσει, θα ξαπλώσει κανείς πάνω του.

H αυτιστική πληρότητα του ενός αναπληρώνει την κενότητά της αποκλειστικά από την παρουσία του άλλου, για να προκύψει ένα αποτέλεσμα που μπορεί να κατοικήσει στο μέσα του θεατή για μέρες.

Η “μοναξιά του ενός προστατεύει τη μοναξιά του άλλου” και η κινηματογράφηση, ιδιαίτερη και χρωματοκεντρική, την εύθραυστη ενδοψυχική πορεία τους. Χορεύουν με τις εντυπώσεις των γυναικών της ζωής τους και τελικά μαθαίνουν να μεγαλώνουν τον εαυτό τους.
 
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στο υπέροχο, ψυχεδελικό και ευαίσθητο OST από τους Explosions in the Sky, που απογειώνει τις ποιητικές, μέσα στην φυσικότητά τους εικόνες και ντύνει μία ξεχωριστή φιλία με όλα τα πιθανά χρώματα.

Πρώτη εκδοχή στο Move it  

OST 

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

12 Years a Slave




Η περιπέτεια του Solomon Northup, ελεύθερου και καλλιεργημένου ανθρώπου, που μετά την απαγωγή του πουλήθηκε ως σκλάβος, όπως την αφηγήθηκε το βιβλίο που έγραψε ο ίδιος το 1854 και όπως την κινηματογράφησε εδώ ο Steve McQueen. 
 
Το φιλμ αυτό (και τελικά η πλειοψηφία των έργων τέχνης), παρά το γεγονός ότι αν το δει κανείς ψυχρά, αισθάνεται κάποιες αδυναμίες ως προς την εκφορά της κινηματογραφικής του γλώσσας, δεν ενθαρρύνει την οποιαδήποτε μορφή αξιολόγησης. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός και όταν το συναντάς είναι όπως η συνάντηση με τους ανθρώπους: για να συναναστραφείς και να σχετιστείς αυθεντικά μαζί τους είναι προαπαιτούμενο να τους αποδεχτείς στην ολότητά τους.

Παρακολουθούμε τον ταλαιπωρημένο, αιματηρό χορό γύρω από τη φωτιά, ψυχών που συνομιλούν με κάθε βασανισμένη Μαύρη Αφροδίτη. Κι αν οι άνισες σχέσεις μεταξύ αφεντικών και δούλων εδώ είναι ο κανόνας, η κινηματογράφηση αποκαθιστά μία κάποια ισορροπία δυνάμεων, μέσα από πλάνα που καδράρουν τους άρχοντες με στάση δούλου και τους δούλους με στάση άρχοντα.

Οι ηθοποιοί είναι ταιριαστοί με την ολότητα που επιχειρεί να αποδώσει το φιλμ, με πιο ξεχωριστή παρουσία, παρά το βαρυσήμαντο ως προς τη δημοφιλία του καστ, τον Paul Danno, που δικαιώνει και προεκτείνει τις υψηλές προσδοκίες από τη φιλμογραφία του μέχρι τώρα.  

Η έννοια της αξιοπρέπειας που παραπαίει έντονα ανάμεσα στη διατήρηση και στην απώλεια στο έργο του σκηνοθέτη, εδώ είναι χαραγμένη στις πλάτες των θυμάτων της δουλειάς. Τα εργαλεία κινούνται στους ρυθμούς πένθιμου εμβατηρίου και από ένα σημείο και μετά κανείς σταματά να νιώθει, όπως γίνεται στις πολύ βίαιες ταινίες, μήπως και μοιραστεί κάτι από τον τρόμο που βιώνουν οι ήρωες.

Ένα μουσικό κομμάτι που εξελίσσεται, μέχρι που το όργανο που το παράγει σπάει. Άλλωστε, κάθε πολυτελές σπίτι έχει χτιστεί από το ξύλο ενός σπασμένου βιολιού.

Πρώτη Δημοσίευση στο Move it  

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Dupa Dealuri

The Building the Church

 (a version by Francis Boylan)

 Konrad Weiss 

The old Church is a building made of scars  /  The being of a wound, and then she turned to stone /  
And now the dead house flashes each dead stone  /  Dear veries of faith to preen our fruitless bone  /  
Yet somehow she has the air of stepping stars. 
In room after room her brilliance dies devoured  /  While a light from the east side forms and grows  /  
A practical shine of smiles on all the floors  /  And where the Light lives a seeping darkness pours 
The venom that leaves the wounded truth devoured.
She is what she is, and so must end like this:  /  She will die wounded in her central death, 
And dies in her Christ, to live again in death  /  That steps like blood out of a martyr's mouth
- But at every faithful point an Angel is. 





“Το ψάρι είναι καλό, αν το βάλεις στο τηγάνι και σπαρταρά”. Δύο θηλυκά ψάρια κολυμπούν σε ένα θολό αρσενικό μπλε, ξεστρατίζοντας από το καταραμένο κοπάδι των παιδιών χωρίς γονείς. Και παρακολουθούμε τους ύστατους σπασμούς τους πριν μπουν στο τηγάνι για το τραπέζι της “Πίστης”. Μία γυναίκα που χάνει την αγάπη της μετατρέπεται σε μία γυναίκα Δαιμονισμένη.

Η προσωπική ελευθερία θυσιάζεται εν ονόματι της ψυχικής υγείας. Η θρησκεία απλώνεται πάνω από τις δύο κεντρικές ηρωίδες, σκιά που ταυτόχρονα “προστατεύει” και συσκοτίζει. Ο Πατέρας, ο,τι κι αν αυτό σημαίνει, εισβάλλει στα κάδρα μέσα από το λόγο των κοριτσιών, χωρίς να συναντά ποτέ το βλέμμα τους.

Ανάμεσα στο Όλα και στο Τίποτα της Λατρείας, υπάρχει ένα ενδιάμεσο ζωντανό μέρος, πίσω από τους λόφους. Κατοικείται από ιχθείς που πρώτα υποχρεώνονται και ύστερα επιλέγουν να σιωπούν.

Πρώτη Δημοσίευση στο Μove it

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Los Amantes Del Círculo Polar (Lovers of the Arctic Circle)

Όταν κλείνει ένας κύκλος ζωής ένας άλλος ανοίγει στην εφαπτομένη του.


Ένα φιλμ σε κυκλική τροχιά, πολυαγαπημένο, με την ιδιότητα να λειτουργεί ως κυκλικό σημαίνον για κάποιους.


Ένα κείμενο που όταν με πρωτοβρήκε, πριν κάποια χρόνια, ένιωσα ως ατόφια προέκταση του φιλμ.


Και να που το έφερε και το feelingonfilms το αναδημοσιεύει.


Ίσως οι πιο ταιριαστές λέξεις που έχουν γραφτεί ποτέ για τους “Εραστές του Αρκτικού Κύκλου”, από τον αγαπητό μου Χρήστο Ζαφειριάδη.

 Πρώτη Δημοσίευση εδώ



Ευχαριστώ από καρδιάς! 

 


Την πρώτη φορά που είδα τους Εραστές, με τσάκισαν. Ήταν μερικά χρόνια πριν, μια παγωμένη νύχτα του Οκτώβρη, όταν ήρθα αντιμέτωπος μαζί τους, ανακαλύπτοντας με έκπληξη την δύναμή που μπορεί να κρύβει μέσα της μια ταινία. Την δύναμη που μπορούν να έχουν κάποιοι χαρακτήρες, μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, να τεμαχίζουν οποιοδήποτε θετικό συναίσθημα, σκορπίζοντας τα κομμάτια στον αέρα και αφήνοντας τον κρύο αέρα της νύχτας να τα παρασύρει μακριά. Οι Εραστές του Αρκτικού Κύκλου κατέχουν την ακατάβλητη ιδιότητα να ορμάνε στον ψυχισμό του θεατή και βρίσκοντας τα ευαίσθητα σημεία που κρύβει ο καθένας μέσα του, να τα χτυπάνε με μανία, ξανά και ξανά, μέχρι να ισοπεδώσουν τα πάντα, αφήνοντας τελικά μόνο ένα - πανίσχυρο όμως - συναίσθημα να κυριαρχεί. Την μοναξιά.

Δύο άνθρωποι, μία ιστορία. Η Ana και ο Otto, δύο παλινδρομικά, καρκινικά ονόματα που διαβάζονται το ίδιο μπρος και πίσω, μία καρκινική ερωτική ιστορία η οποία αρχίζει και τελειώνει ακριβώς στο ίδιο σημείο, μέσα στα μάτια εκείνης. Οι δυο εραστές θα συναντηθούν για πρώτη φορά σε παιδική ηλικία, έξω από ένα δημοτικό σχολείο, όταν θα αρχίσουν να τρέχουν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Αυτός κυνηγούσε μια μπάλα, αυτή κυνηγούσε την ξεροκεφαλιά της, προσπαθώντας να αντιστρέψει έναν ήδη τετελεσμένο θάνατο. Οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν, η σκέψη πάγωσε και το μόνο που μπορούσαν να κάνουν τότε είναι να κοιτάζονται. Από εκείνη την στιγμή η μοίρα αναλαμβάνει να παίξει το δικό της παιχνίδι, θέτοντας τους δικούς της, αλγεινούς κανόνες.

Και είναι η ίδια μοίρα που φέρνει κοντά τους ανθρώπους η οποία συνωμοτεί στη συνέχεια με το σύμπαν για να κρατήσει αυτό τον έρωτα αδύνατο και απαγορευμένο, καθιστώντας την εκδήλωση του πάθους τους ανέφικτη, κρυφή. Μα είναι παιδιά ακόμα. Μέσα στην αγνότητα, την ακραιφνή τους σκέψη και την παρθένα τους καρδιά, ανόθευτα και άσπιλα, παραμένουν έτοιμα να χαρίσουν και να χαριστούν, με αντάλλαγμα ένα βλέμμα μόνο, ένα άγγιγμα. (Άραγε, πόσο στοιχίζει ένα άγγιγμα όταν είσαι παιδί; Ή μήπως πρέπει να αναρωτηθώ όταν είσαι ακόμα ερωτευμένος;) Οι Εραστές θα πέσουν θύματα την μοίρας και των συμπτώσεων της ζωής, θα έρθουν κοντά αλλά θα χωρίσουν. Κάθε χωρισμός όμως λένε είναι και ένας μικρός θάνατος που σε επηρεάζει με τρόπο περίεργο. Σου αλλάζει ολόκληρη την ζωή, όπως άλλαξε ριζικά και την δική τους, αφήνοντας μονάχα σιωπηλές υποσχέσεις για το μέλλον.

Θα περάσουν τα χρόνια, θα γυρίσει ο τροχός, όλα θα’ ναι σαν πρώτα και όλα θα είναι αλλιώτικα, ενώ οι Εραστές θα τραβήξουν ο καθένας τον δικό του δρόμο. Αυτή η άφευκτη η μοίρα που μας ακολουθεί συνεχώς σαν αθέατη απειλή, έκανε το βρώμικο καθήκον της. Όμως ο χρόνος δεν πατάει φρένο, ούτε η ζωή σταματά, μόνο τρέχει χωρίς να λογαριάζει κανέναν, κάνοντας κύκλους συνεχώς, οι οποίοι μπορεί να μη τέμνονται πάντα, μπορούν όμως να σε επαναφέρουν σε κάποιο σημείο που έχεις ξαναβρεθεί, που έχεις ξαναζήσει. Και είναι μια σειρά κλυδωνικών συμπτώσεων που θα επαναπροσδιορίσουν την θέση των δύο. Στον μεταμεσονύχτιο ήλιο της μακρινής Λαπωνίας, εκεί που η νύχτα δεν τολμάει να πέσει, στο κέντρο του Αρκτικού Κύκλου, οι Εραστές θα ζήσουν τον έρωτα από την δραματική του όμως πλευρά, εκείνη που πονάει περισσότερο, που δεν σε αφήνει να χαρείς, ούτε για μια στιγμή. Θα προσπαθήσουν να αντιστρέψουν για ακόμα μια φορά τον ήδη τετελεσμένο θάνατο της σχέσης τους και επαληθεύοντας με αυτό τον τρόπο την καρκινική δομή των ονομάτων τους (και τελικά του έρωτά τους), θα αφήσουν την αγάπη τους μετέωρη επάνω στο μεταίχμιο της φυσικής της ολοκλήρωσης. 
 
Λένε όμως ότι ο έρωτας που δεν ολοκληρώνεται δεν επαληθεύεται. Εδώ όμως ο Medem δεν ενδιαφέρεται για τον φυσικό, σωματικό έρωτα. Διότι ο απόλυτος έρωτας είναι μεταφυσικός, δεν έχει να κάνει με το σώμα και την σάρκα, αλλά με το μυαλό και την ψυχή. Έτσι αφήνει τους ίδιους τους Εραστές να αφηγηθούν την ιστορία τους, μια μεταφυσική ιστορία με (σκοπίμως) ελλειπτική αφήγηση, σαν ένα επώδυνο όνειρο που μετά το τέλος του αποπνέει μια βαριά πνιγηρή μελαγχολία, αφήνοντας εκείνον μόνο στη μέση ενός άγνωστου δρόμου να κυνηγάει τη δική του αλήθεια, κλείνοντας ταυτόχρονα έναν ακόμα κύκλο και ολοκληρώνοντας (έστω κλασματικά) τον έρωτα στο μοναδικό σημείο που μπορούσε να ολοκληρωθεί, εκεί όπου όλα είχαν ξεκινήσει. Στα μάτια εκείνης… Τι μοναξιά!


Chris Zafeiriadis


 

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

La vie d'Adèle (Blue Is The Warmest Colour)

Ο έρωτας, (...) μία υψηλότερη αφορμή για έναν άνθρωπο να ωριμάσει, να αποκτήσει οντότητα, να γίνει ο κόσμος, να γίνει ο ίδιος ένας κόσμος για χάρη ενός άλλου ανθρώπου. Είναι μεγάλη και φιλόδοξη αυτή η απαίτηση που κάνει όποιον αγαπά έναν εκλεκτό και τον καλεί στο άπειρο.

R.Maria Rilke
Γράμματα σ'ένα νέο ποιητή 

 




Ξεπλένοντας την πορνογραφική λάσπη που έχει λερώσει το φιλμ και επιλέγοντας να παρακάμψει κανείς τη παραφιλολογία που το συνοδεύει, πλησιάζουμε την Αντέλ και μυρίζουμε κάτι από τη γεύση του έρωτα, με τα συναισθητικά φαινόμενα να χορεύουν καθ' όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης. Αν μία ταινία εκπέμπει μυρωδιές που δεν ξεχνάς, τότε σε κάνει να την ερωτευτείς. Μία φιλοσοφική ταινία για το βίωμα της αγάπης , με όλη την αντίφαση που περιλαμβάνει το να βάζεις πλαί πλάι τον έρωτα με τη διανόηση.

Ο έρωτας έχει την αίσθηση του μοιραίου, του πεπρωμένου. Ίσως ο “σκοπός” κάθε σχέσης δεν είναι παρά το μεγάλωμα ενός νέου εαυτού, που έχει πάρει κάτι από όλα τα μέλη της. Ο Le Bon υποστηρίζει πως κάθε ομάδα ή ζευγάρι έχει ένα κοινό ασυνείδητο σκοπό. Ίσως τον έρωτα μπορεί να τον αντέξει μόνο μία παιδική ψυχή, και αυτή μόνο μπορεί να εμπεριέξει το πάθος δύο ανθρώπων. Ίσως τα ζευγάρια γεννούν (ξέχωρα από το πραγματικό τους παιδί, το οποίο μπορεί να υπάρχει ή όχι) ένα φαντασιακό παιδί το οποίο συμπυκνώνει, ασυνείδητα, τον κοινό τους σκοπό, το κοινό τους πεπρωμένο. Για τις δυο τους αυτό το παιδί καθρέφτιζε το μεγάλωμα, και κυρίως το μεγάλωμα της Αντέλ. (βλ. και http://psychografimata.com/12007/to-fantasiako-pedi-tis-agapis/).


Αν σε κάθε σχέση, συνεπώς, δεχτούμε ότι υπάρχει ένα φαντασιακό παιδί, σε αυτή η Αντέλ μονοπώλησε το ρόλο του. Εδώ ο ενδιάμεσος χώρος είναι η ίδια. Ταυτιζόμενη με τις παιδικές, ανήλικες ή ενήλικες ψυχές γύρω της (οι μαθητές της, οι γονείς της), αλλά ταυτόχρονα διαχωρισμένη από αυτές . Και όλα αυτά χωρίς να έχει παρά την ελάχιστη απαιτούμενη επίγνωσή τους. Ζώντας τον εαυτό της, ζώντας το μέσα της. Και αν η αγαπημένη της άλλαξε το χρώμα των μαλλιών της, αποκαλύπτοντας τον τρόπο που η ίδια επιθυμούσε να γεννήσει τον εαυτό της, μέσα από τη γέννηση του παιδιού κάποιας ισχυρής Άλλης, η Αντέλ της χαρίζει απλώς την υγρασία των ματιών της.

Στην αγάπη τέλος δεν υπάρχει. Μόνο χορευτικοί κύκλοι, που κάθε φορά αλλάζει αυτός που είναι στο κέντρο και οι άλλοι χορεύουν γύρω του. Ένα τραπέζι που γύρω του μαζεύονται όλοι, αλλά κάθε φορά ο τύπος του φαγητού υποδεικνύει τη μορφή της. Όμως το να γεύεσαι ,από το να καταβροχθίζεις, διαφέρει. Η Αντέλ δεν καταβροχθίζει. Όταν καταβροχθίζεις επέρχεται βαρύς κορεσμός. Όταν όμως τρως απλά, φυσικά, όσο θες, την ώρα που το θες, ο κορεσμός δεν είναι οριστικός, είναι απλώς κυκλικός. Ο Άλλος σου δίνει ένα κομμάτι του εαυτού του κι εσύ το παίρνεις και το αξιοποιείς. Το ίδιο κάνει κι εκείνος με εσένα. Το μετ-ουσιώνετε και αποβάλλετε μόνο ο,τι οι δυο σας δημιουργήσατε και δεν μπορείτε να αντέξετε.

Η Αντέλ έχει ένα Όνομα, με ιστορία και σημασία. Ζει άνετα μέσα στο όνομά της και προσφέρει αυτή την άνεση σε όποιον το προφέρει. Το όνομά της είναι από τη μία η προβολή που κάνουν οι άλλοι πάνω σε αυτή. Μπορεί να είναι ο ήλιος για την Έμμα, αλλά πραγματικά το σημαίνον του ονόματός της είναι δικαιοσύνη. Κύκλος, ισορροπία δυνάμεων, κάτι που δεν έχει αρχή και τέλος. Και είναι δίκαιη. Στα μάτια της, ακόμα και οι γονείς δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί. Είναι εγκλωβισμένοι στα στερεότυπά τους περί οικονομικής ασφάλειας και στο φόβο για το διαφορετικό, αλλά ταυτόχρονα προσφέρουν αγάπη στην Αντέλ και της δίνουν την ελευθερία και τον προσωπικό χώρο του πειραματισμού .

Σκηνοθετικά, αν η ταινία ήταν επιστημονικό άρθρο, η βιβλιογραφία της θα ήταν παραπάνω από πλήρης. Όλα είναι στην εντέλεια τοποθετημένα και μελετημένα, από τους ρυθμούς μέχρι τη μορφή των πλάνων, τις αποχρώσεις της φωτογραφίας και το μπλε που συνδέει στέρεα όσο και ποιητικά τα πλάνα μεταξύ τους. Το σενάριο είναι αφαιρετικό, άρα και υπερβατικό, με αποκορύφωμα μία σκηνή όπου ο πόθος και η συνοδή του απόγνωση πέφτουν στο τραπέζι και είναι ο,τι πιο προκλητικό, όταν οι δυο ηρωίδες αγγίζονται ελάχιστα, σαν μία γαλλική απάντηση-προέκταση στην ατμόσφαιρα του Wong Kar Wai.

Οι περιβόητες ερωτικές σκηνές είναι όμορφες και η μόνη επικρατούσα από τις παρορμήσεις που ξυπνούν είναι να αφήσεις απλώς το ζευγάρι στην ησυχία του και την ιδιωτικότητά του, αφού έχεις καταλάβει ότι είσαι θεατής αυτής της σκηνής κατά λάθος (όλα βέβαια τα κατά λάθος έχουν ένα βαθμό ασυνείδητης πρόθεσης). Κλείνεις λοιπόν την πόρτα πίσω σου, αφού είσαι μάρτυρας μίας πρωταρχικής σκηνής σχεδόν επανορθωτικής, γεμάτης από συναίσθημα. Ο,τι βλέπεις φαίνεται φυσικό και α-ληθινό. Κάτι είναι αληθινό όταν το έχεις βιώσει, ψυχικά. Μετά περνά στη λήθη. Η α-λήθεια όμως της αναβίωσής του το επανασυγκροτεί.

Μία θεματική που συζητείται στο φιλμ είναι η σύμβαση και πώς ορίζεται από τον καθένα. Αν για την Έμμα σύμβαση είναι μία δουλειά όπως της Αντέλ, που είναι δασκάλα, για την Αντέλ σύμβαση είναι να μην ακολουθείς το πάθος σου και να υποκύπτεις στη φιολοδοξία σου που την έχεις ντύσει με ένα εύθραυστο (μέσα στους όρους της αγοράς και της ζήτησης στον καλλιτεχνικό χώρο) περίβλημα δημιουργικότητας.

Επίσης, σε αυτό το φιλμ υπάρχουν δύο σημαντικά επιτεύγματα: Πρώτον, η σχεδόν με θράσος ζωγραφιά στερεοτύπων όπως του καλλιτέχνη, του ομοφυλόφιλου, με ένα έντεχνο μουτζούρωμά τους, κάνοντας έτσι εμφανή, με λεπτότητα, την υπονόμευσή τους. Ακόμα και το μπλε, στερεοτυπικά συνδεδεμένο με την αρσενική ποιότητα, αποκτά εδώ μαλακή και θηλυκή διάσταση. Το δεύτερο γεγονός που σηματοδοτεί η ταινία είναι μία τομή, ίσως, στον τρόπο που κινηματογραφείται το σεξ (δεν έχει τον αυτοσκοπό του 9 songs, την ηδονοβλεπτική ματιά του Larry Clark, την καλλιγραφική” πένα του Ναγκίσα Οσίμα ή την εξιδανίκευση του Μπερτολούτσι). Είναι απλώς το σεξ για τη χαρά του σεξ, χωρίς καμία πρόθεση σκανδάλου, που ίσως θα μπορούσε να οδηγήσει να βλέπει το ευρύ κοινό κάτι σαν αυτό και να μην το θεωρεί “ένοχο”.

Η Έμμα ήταν η θάλασσα που εσώκλεισε τον εκκολαπτόμενο εαυτό της Αντέλ, ασυνείδητη μητρική φιγούρα, συνειδητή αγάπη. Η θάλασσα ανεβαίνει και κατεβαίνει. Η γη όμως είναι πάντα εκεί. Η Αντέλ είναι ένας ολόκληρος, σταθερός στο πυρήνα του και ταυτόχρονα μεταβαλλόμενος άνθρωπος, που αντέχει το μοίρασμα, παίρνει ρίσκα και ευθύνες. Ταυτόχρονα ζει την επιθυμία της στο παρόν, αφού μόνο αυτό υπάρχει και εκείνη μπορεί να δει. Βυθίζεται στην Έμμα και ταυτόχρονα ξεπλένεται από αυτήν.

Και το φιλμ αφήνει τον ήχο ενός περίεργου, μαγικού οργάνου δρόμου, σε φόντο μπλε που έγινε θερμός από τις ανάσες των πρωταγωνιστριών, χωρίς τέλος, μόνο με διαδοχές αναδυόμενων ανθρώπων.



Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Blue Jasmine

Η Jasmine προσγειώνεται στο σπίτι της αδελφής της, μετά από το ταξίδι της στο δικό της Λεωφορείο με το Όνομα “ο Πόθος”. Ξεπεσμένη νεόπλουτη, απατημένη από τον άντρα της που αυτοκτόνησε, στη φυλακή, μετά τη σύλληψή του για οικονομικές εξαπατήσεις προς πολλές κατευθύνσεις, ακόμα και προς την ίδια της την αδερφή. Η Jasmine βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης αλλά παράλληλα διαθέτει άσβεστη τη φιλοδοξία να μην απαρνηθεί τον ακριβό τρόπο ζωής της, ακόμα κι αν χρειαστεί να αλλάξει ταυτότητα -και όνομα-ξανά και ξανά.

Ο μόνος πόθος, η μόνη επιθυμία που διακατέχει την Jasmine, είναι η ύλη. Οι ανάγκες της έχουν συγχωνευτεί με τις επιθυμίες της και έχουν υπερχειλίσει το όριο του εαυτού της. Η ηρωίδα αδυνατεί να αποδεχτεί το ότι μέχρι τώρα ήταν απλώς έρμαιο της ύλης και ότι η επίδρασή της νάρκωσής της στο ζεστό κρεβάτι της πλασματικής ευημερίας έχει πλέον διακοπεί. Κι ο θεατής, αναπόφευκτα, προβάλλει στο σώμα της Jasmine όλες τις ξεπεσμένες (ή μήπως όχι ακόμα;) νεοπλουτίστικες νοοτροπίες των οποίων τα αποτελέσματα βιώνει καθημερινά.



Οι κόμποι που συγκρατούν την πλέξη του φιλμ αφορούν το Όνομα, την έννοια του Ανθρώπου, την Ύλη σε αντιδιαστολή με το Πραγματικό, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η εξάρτηση γίνεται το χρώμα του νήματος που διατρέχει αυτή την πλέξη. Τα ρούχα τόσο της Jasmine όσο και της μικρότερης αδερφής της, δεν πλέχτηκαν από μία “αρκετά καλή” μητέρα. Η μητέρα είχε αρκεστεί να αγοράζει ρούχα ψυχής έτοιμα, για τη μεγαλύτερη κόρη και η μικρότερη να φορά τα αποφόρια της. Και η εξαγορά των ρούχων δε θα μπορούσε παρά να είναι αναγκαίο να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.

Ο χορός των ονομάτων και η μανία αυτοπροσδιορισμού που εκδηλώνεται μέσα από τη συνεχή εναλλαγή τους στοιχειώνουν την πρωταγωνίστρια, η οποία βλέπει τα πάντα γύρω της, ακόμα και την αδερφή της, ως άψυχα αντικείμενα, στα οποία δεν μπορεί να δώσει όνομα. Όλα βιώνονται σα να είναι προέκτασή της. Κι αν φαινομενικά η αδερφή της είναι ανθρώπινη και σάρκινη, έχοντας πετάξει την επιθυμία των πανάκριβων ρούχων από πάνω της, επί της ουσίας φοβάται να τολμήσει το να εκφράσει επιθυμία και ζει μέσα από την επιθυμία της αδερφής της. Το μόνο σημείο επαφής των δύο γυναικών είναι η ύλη, το πραγματικό. Τα πράγματα αποτελούν μικρά καθρεφτάκια - ψηφίδες ενός τεράστιου παραμορφωτικού καθρέφτη, που καμπυλώνεται σε μία γυάλινη ασφυκτική μήτρα και τελικά τις πνίγει.

Το σημαίνον εξάρτηση διατρέχει όλο το φιλμ, οι γονείς είναι κλασικά απόντες και αναφέρονται μόνο ως πηγές διάβρωσης. Κανείς δε βρέθηκε να ευνουχίσει “αρκετά καλά” τις δύο αδερφές. Η μία δεν ευνουχίστηκε ποτέ, ενώ η άλλη δεν πρόλαβε να δει τι είναι αυτό το οποίο της έχει στερηθεί από τη γέννησή της. Το να είσαι ένα εξανθρωπισμένο, ευνουχισμένο υποκείμενο, εδώ, αντιμετωπίζεται με τρόμο. Πόσοι συνειρμοί μπορούν να γεννηθούν από αυτή την αφετηρία, σχετικά με μία πτυχή της κρίσης, ενός κράτους που δεν “ευνούχισε” υγιώς τους πολίτες, που δαπανούσαν χρήματα χωρίς όριο και τώρα αναγκάζονται να αντικρίσουν την πραγματικότητα.

Η μόνη προσέγγιση του ανθρώπινου στοιχείου γίνεται μέσα από τη χρήση της άμυνας της διανοητικοποίησης, προς την κατεύθυνση της κλινικής αποστασιοποιημένης μελέτης του ανθρώπινου είδους. Η Jasmine θέλει να γίνει ανθρωπολόγος, όμως είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από το ο,τι μπορεί να σημαίνει “άνθρωπος”.

Το παγκάκι που αγκαλιάζει τη Jasmine, είτε βρίσκεται, όπως εδώ, στο Σαν Φρανσίσκο, είτε στη Νέα Υόρκη, έχει χαραγμένη τη λέξη πάνω του τη λέξη νεύρωση και κάπου εκεί συνηθίζει να κάθεται και ο Woody Allen. Ο συνήθης ψυχαναλυτής του πάρκου, στον οποίο ο σκηνοθέτης εμπιστεύεται το παραλήρημά των χαρακτήρων. Αποκαλύπτεται η σκληρή, ειρωνική τρυφερότητα με την οποία ο σκηνοθέτης αγκαλιάζει τους ήρωές του, προσδίδοντας τους ανθρώπινη διάσταση με έναν απλό τρόπο: Ενώ είναι προσκολλημένοι στο πραγματικό, ταυτόχρονα συμβολοποιούν, εκφέρουν λόγο (έστω και παρά-λόγο). Το ότι οι θεατές γίνονται ακροατές της ομιλίας τους, εξανθρωπίζει τους χαρακτήρες, και αυτό είναι ο,τι μπορεί να προσφερθεί σε ένα άτομο που έχει χάσει όσα νόμιζε πως χρειαζόταν αλλά ποτέ δεν είχε πραγματικά ανάγκη. 



Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Teddy Bear

"Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας από τον άλλον
και πιο απομακρυσμένοι απ' όλους είναι συχνά όσοι αγαπιούνται.
Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς τους
δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα
και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει και από πάνω
να δουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον."

Rainer Maria Rilke

Μία μαμά που πετούσε όλο της τον εαυτό στο παιδί της. Εκείνο ήταν πολύ μικρό για να μπορεί τον πιάσει και πολύ μεγάλο για να θέλει να τον πιάσει. Πετούσε όλο της τον εαυτό και όλο της το λόγο στο παιδί της. Για εκείνη δεν κράτησε τίποτε.

Ο γιος της δεν τον έπιανε το λόγο της. Ήθελε το ζωογόνο μακριά. Την αγαπούσε, αλλά ήθελε να της πετάξει μόνο ένα κομμάτι του. Απλώς ήθελε να παίξει. Με κάτι πιο ελαφρύ από τον εαυτό της μητέρας του. Και τότε βρέθηκε με κάποιον άνθρωπο που ο λόγος του δεν ήταν μπάλα. Ήταν η αυλή του παιχνιδιού.

Ο γιος πέταγε εκείνο που ήθελε να πετάξει, τη στιγμή που ήθελε. Και η εκείνη το έπιανε με απλότητα και του το έδινε πίσω.
Οι δυο τους παίζανε σε μία ενδιάμεση γλώσσα.

Η μητέρα κουράστηκε να επιβλέπει το παιχνίδι. Η επίβλεψή της ήταν περιττή. Τόσα χρόνια, ο γιος της έχτιζε το σώμα του για να υψώσει ένα προφυλακτικό τείχος ανάμεσά τους.

Η ώρα του αποχωρισμού έχει έρθει. Η μητέρα του, μέχρι τότε, ίσιωνε χάρτινα χαμόγελα για να καλύψει την απόγνωση της διαίσθησης του αποχωρισμού. Είχε έρθει η ώρα, ο γιος να αφήσει το χέρι της μητέρας του και να αποκτήσει το δικό του σώμα. Το σώμα που ήθελε να προσφέρει σε εκείνη.


 

“Ούτε η βροχή δεν είχε τόσο μικρά χέρια”. Μικρά, αλλά ικανά να γκρεμίσουν ένα τοίχο από σώμα και να δέσουν τις άκρες των γλωσσών. Προσέφεραν στη μητέρα μία απροσδόκητη πιθανότητα σάρκινου χαμόγελου, και σε εκείνους τα ανύπαρκτα όρια της κοινής τους αυλής.



Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Le passé

Η καινούρια δημιουργία του αγαπημένου Asghar Farhadi, διηγείται Έναν Χωρισμό ακόμα, λιγότερο εσωστρεφή και πιο εξευρωπαϊσμένο. Η σκοτεινή ιστορία δύο ζευγαριών των οποίων “τα πεπρωμένα διασταυρώνονται” σε ένα κάστρο που το κατοικούν τα παιδιά τους. Ένας άντρας με μόνο ψυχικές αποσκευές, που επιστρέφει στο Παρίσι από το Ιράν, για να παραδώσει το διαζύγιο στην πρώην πλέον γυναίκα του και μεγάλο του έρωτα. Εκείνη, με τα κομμάτια εκείνου και του επίσης κατακερματισμένου από την απόπειρα αυτοκτονίας της συζύγου του, νέου της εραστή, προσπαθεί να συναρμολογήσει τον πυρήνα της. Και τα παιδιά τους βρίσκονται θεατές και πρωταγωνιστές ταυτόχρονα σε αυτή την ελεύθερη πτώση στα άδυτα του “ενήλικου” κόσμου. 
 



Πέρα από τις υπέροχες, φυσικές ερμηνείες όλου του καστ, το πιο όμορφο κομμάτι της ταινίας είναι η καίρια χρήση των λέξεων που τοποθετεί ο σκηνοθέτης μαζί με την Asghar Farhadi (επόμενο, από την άλλη συνεργασία της με τον Abbas Kiarostami στο Copie Conforme) στα χείλη των πρωταγωνιστών. Οι λέξεις βουτάνε στην εικόνα και συμμετέχουν σε μία σκυταλοδρομία σε επιβραδυνόμενους ρυθμούς, μεταφερόμενες από τον ένα ήρωα στον άλλον.

Το φιλμ μιλά για το παρελθόν και το χρησιμοποιεί για την επανόρθωση του παρόντος. Οι λέξεις, όπως και η κινηματογραφική ταινία, πολλοί θεωρητικοί το έχουν δει, έρχονται μετά το γεγονός. Και είναι σαν το φιλμ να παραμένει ακίνητο, εκκρεμές, όλη η δράση να τοποθετείται στο παρελθόν. Αυτή η ακινησία, συνοψίζεται στην αθέατη διαφανή και εύθραυστη φιγούρα της γυναίκας του μέλλοντα συζύγου της πρωταγωνίστριας, που ζει μέσα στο λόγο των υπολοίπων. Μέσα από το επιβλέπον βλέμμα της ξεπηδούν τα σχοινιά που καθορίζουν τις πράξεις τους.

Τα παιδιά μιλούν και ζουν στο εδώ και τώρα, οι μεγάλοι στο παρελθόν, που όταν συνέβαινε εκείνοι δεν το ζούσαν. Εγκλωβισμένοι σε σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, βλέπουν τελικά την απειροσύνη των τρόπων με τους οποίους μπορούν να συναντηθούν. 





Ένα φιλμ που οργανώνεται γύρω από την απουσία σε όλες της τις μορφές και τη συνδέει με το φάντασμα της “κατάθλιψης”, μαζί με ένα αρχικά κομψό και αργότερα ίσως υπερβολικό σχόλιο για τις διαπολιτισμικές διαφορές. Κι αν κάτι σε δυσκολεύει, είναι στο κλείσιμο, όπου η απουσία που σου δημιουργούσε την επιθυμία και τη φαντασίωση του “τι άλλο μπορεί να έχει συμβεί” αντικαθίσταται από μία παρουσία που δίνει μία ανακουφιστική μεν, αλλά ίσως υπερβολικά συναισθηματικοποιημένη λύση. 

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Τhe Congress

 

Δεν ξέρει κανείς σε ποιο επίπεδο να σκεφτεί, να αισθανθεί και τελικά να νιώσει αυτό το νέο φιλμ του Άρι Φόλμαν, αφού, όπως σε κάθε ταινία που σου ανοίγει νέους δρόμους για να ζεις, τα φύλλα που γυρνάς κατά την ανάγνωσή της είναι πολλαπλά και μη διακριτά. Αν, για το σκηνοθέτη, σε μία ταινία που αγαπά ο πραγματικός χρόνος και ο υποκειμενικός χρόνος γίνονται ένα, στον κινηματογραφικό χρόνο που εκείνη υποβάλλει (άποψη που εξέφρασε στα πλαίσια του φεστιβάλ μετά το τέλος της προβολής, όπως και πολλά άλλα ενδιαφέροντα), εδώ υπάρχει μία ταινία που μπορεί να γίνει από τις αγαπημένες όχι μόνο δικές του αλλά και όσων έχουν την εμπειρία της.

Ο συγκερασμός εννοιών, με ταυτόχρονο προχώρημά τους, γίνεται σε κάθε επίπεδο, από εκείνο των γλωσσικών σημείων (η ηθοποιός έχει επίθετο Wright, το “σωστό” που της δίνει το δικαίωμα, επίσης, να “γράφει” την ιστορία της), σε άλλοτε διχοτομημένες έννοιες όπως όνειρο και πραγματικότητα, νόηση και φαντασία, παλιό και νέο, animation και παραδοσιακή αισθητική. Ένα συνέδριο όπου τελικά εδράζονται σε ένα σημείο όλες οι πτυχές του ανθρώπινου ψυχισμού και των κοινωνικών απολήξεών του, το ασυνείδητο, ίσως, που ο κάθε άνθρωπος εκφράζει, ανάλογα με τη δεδομένη κατάσταση σε μία εκδοχή του και το προβάλλει προς τα έξω.

Η μόνη πραγματικότητα, κατά το φιλμ, είναι η υποκειμενική, και αποστολή του ανθρώπου είναι να κάνει την υποκειμενικότητά του συνειδητή σε μεγαλύτερο βαθμό (άποψη που ασπάζονται υπαρξιακοί φιλόσοφοι όπως ο Ίρβιν Γιάλομ). Όχι οτι αυτό δεν έχει τη σκοτεινή του πλευρά, αφού ο κόσμος των άπειρων δυνατοτήτων θέασης του εαυτού μπορεί να οδηγήσει στον ατελείωτο κακώς εννοούμενο ναρκισσισμό, όπως πολύ όμορφα φαίνεται από την κινηματογράφηση. Ή ακόμη τη μαγεία του να σου αποκαλύπτονται τα πράγματα ξαφνικά, χωρίς να γνωρίζεις την προέλευσή τους.

Πάνω απ' όλα, ωστόσο, το φιλμ, όπως όλα τα ποιήματα, μιλά για την αγάπη και το θάνατο, αλλά και για τον αποχωρισμό που επέρχεται, φυσικά, ανάμεσα σε κάθε γονιό και παιδί και τελικά ανάμεσα στον παλιό και το νέο σου εαυτό, που συνεχώς ο ίδιος δημιουργείς.

Πρώτη δημοσίευση στο Move it

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Clara Hakedosha



 H Kλάρα είναι δεκατριών και διαθέτει ιδιαίτερες μεταφυσικές δυνάμεις.  Χαρίζει στους συμμαθητές της τις απαντήσεις ενός τεστ ή την προσγείωση ενός πουλιού στην τάξη τους, ανάλογα με τις διαθέσεις της. Για τα μάτια της θα ανταγωνιστούν πολλοί, σε ένα ενήλικο παράλογο όσο και αγαπησιάρικο φόντο. 
 
Σε κάθε καρέ, η σχολική τάξη διανθίζεται με περισσότερους συμμαθητές, όπως την Dawn Wiener από το Welcome to the Dollhouse, τον Sam και τη Suzy από το Moonrise Kingdom αλλά και την Carrie, να συνυπάρχουν αρμονικά, αν και σε εντελώς πρωτότυπο, κινηματογραφικά, περιβάλλον που σε κάνει να τριπάρεις με λίμνες και σιδηροδρομικές γραμμές.

Έννοιες όπως διαίσθηση, έρωτας, επανάσταση, συγχωνεύονται, αν και οι υπέροχοι, σουρρεάλ μεγάλοι του σύμπαντος του φιλμ, παράλογοι και προσεγγιζόμενοι με αγάπη, τόσο από τα παιδιά όσο και από το σκηνοθέτη, τις θεωρούν, κάποιες φορές, αμοιβαίως αποκλειόμενα ενδεχόμενα. Και η κλασσικά άλυτη ανισορροπία δυνάμεων μεταξύ ισχυρού και αδύναμου ξεπηδά, μαζί με τη διαπίστωση ότι κάθε “εκπολιτισμένο” εκπαιδευτικό σύστημα είναι τόσο επιβλαβώς παράλογο που καταφεύγει κανείς στη μαγεία για να το αντέξει.

Παρελθόν, παρόν και μέλλον γίνονται μία στιγμή, τόσο μέσα από το λόγο και τις καταστάσεις, όσο και μέσα από την αισθητική, χειροποίητα '80's με εσάνς Edith Piaf, παρόλο που η ταινία δημιουργήθηκε το 1996 και έχει νοηματικό προσανατολισμό στο μέλλον. Η μνήμη, που, ακούσια, κατασκευάζουμε και η αγάπη για το σινεμά, με απλότητα και ομορφιά ανοίγουν έναν κύκλο, στην περιφέρεια του οποίου οι επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη κατοικούν.

Είναι δυνατό να χωρέσεις ένα σεισμό στην παλάμη σου, όταν την ακουμπά ένα χέρι με αγάπη.





Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Μala Noche



Κακή Νύχτα. Η διχοτόμηση αυτή κάνει το φιλμ να μυρίζει έρωτα. Κάποιοι χρειάζονται να βουτήξουν στις εμμονές των άλλων για να κατορθώσουν να ντύσουν με νόημα τις δικές τους. Ο ποιητής παραμερίζει καρό πουκάμισα και ξεραμένους καφέδες για να αρθρώσει: «When you fuck with the bulls you get the corn».
Δύο άνθρωποι που δεν αντέχουν τις κορυφώσεις και αρκούνται στους αντιχρονισμούς συναισθημάτων. Που νομιμοποιούν τη συνεχή παρουσία των ενδιάμεσων φίλων ή του ενδιάμεσου άντρα επειδή φοβούνται το αναπόφευκτο της ένωσής τους. Και τελικά μοιράζονται ανάμεσα στον πόθο και στην εκπλήρωσή του. Στη φαντασίωση του ανέφικτου και στην άνεση των σωμάτων. Αδυνατούν να τα ενώσουν. Και η τιμωρία τους γι αυτό, ή η αμοιβή τους, είναι να τα χάνουν όλα. Η τιμωρία του να αρχίζει κάτι με βία, με τις στάθμες των αισθήσεων άνισες. Με τη φυγή και τη φτώχεια καμβάδες για να ξεδιπλωθούν σωματικά τοπία, δε ρέουν οι αισθήσεις, παρά αθροίζονται οι υπάρξεις.
Ο ποιητής συμπυκνώνει τα σημαίνοντα που θα ξετυλίξει στα επόμενα φιλμ, εύθραυστα σώματα, νεότητα, όπλα, ισορροπίες δυνάμεων, πλάτες που ανησυχούν και δρόμος. Η εφηβεία προστατευμένη σε ασπρόμαυρο χαρτί. 

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

They glow in the dark



Με avant-garde δείγματα γραφής που δημιουργούν κάτι παραπάνω από υψηλές προσδοκίες (Σενάριο στα “Στρέλλα”, “Αληθινή ζωή”), ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης υπογράφει ένα ποιητικό ντοκυμαντέρ για τον Jim και τον Μikal, δύο ανθρώπους που κινούνται σαν ένας, συν-κινώντας και εμάς, πιστούς όμως, την ίδια στιγμή, στο πεπρωμένο της προσωπικής τους μοναξιάς. Αν ο ένας είναι το σκοτάδι, ο άλλος γίνεται η φωτεινή του επιγραφή.

Οι σχέσεις μπορούν να λάβουν πολλά πρόσωπα, όταν όμως τις διατρέχει η αγάπη, η ταμπέλα πάνω τους είναι περιττή. Με φώτα-οδηγούς ανάμεσά τους μία ασθένεια, ένα χαμένο έρωτα και μία δύσκολη μποέμ καθημερινότητα, οι δυο ιδιαίτεροι αυτοί άνθρωποι μοιράζονται καθημερινά (με όσες σημασίες μπορεί να λάβει η λέξη αυτή).
Ένα ποίημα που ακολουθεί υπόγειες οδούς και ρυάκια υγρά για να ελαχιστοποιήσει την απόσταση μεταξύ Νέας Ορλεάνης και Ohio, όπου έχει την έδρα της μία σαφής αισθητική αναφορά του δημιουργού - εσκεμμένη ή όχι, ελάχιστη σημασία έχει- το αριστουργηματικό Gummo του Harmony Korine. Στην ενήλικη ζωή αλλά με παιδικότητα, οι δύο στη δύση τους άντρες παραμερίζουν τις κουρτίνες από ξύλινη πέρλα που τους χωρίζουν από τα παιδιά που κατοικούν στην κωμόπολη του τσακισμένου από τον τυφώνα Ohio. Χαρίζουν τα κουκλάκια που δημιουργούν, για να αισθανθούν τα ομογάλακτά τους παιδιά το δρόμο για τη συντροφικότητα. Το μέσα τους αναφωνεί:
"Κοίτα, λάμπουν στο σκοτάδι!" Δεν έχει καμία σημασία τι είναι αυτό που λάμπει. Το μόνο που μετρά είναι οτι τα μάτια τους μπορούν, ακόμα, να το δουν.

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Buffalo 66



Μόνος. Νόμος. Το μαζί “μόλις μετά βίας χωρά στη ζωή αυτή”, είπε κάποιος σοφός μοναχός. Το ανεξάντλητα σημαίνον ΜΟΝΟς είναι το μόνο που εμπεριέχει τον ήρωα. Ίσως γιατί έχει μέσα του ένα πονεμένο ΟΝΟΜα, κομματιασμένο.

Του δόθηκε ένα όνομα από τη μητέρα του: Billy. Για να πληρώνει τους καφέ βρώμικους λογαριασμούς από τον καθρέφτη που είχαν αγοράσει οι γονείς του. Με αντίτιμο το σαρκίο του. Οι γονείς του τελικά του είχαν δώσει ένα δώρο, του εσωτερικού κενού που θα τον κινητοποιούσε να δημιουργήσει κάτι. Κι αν αυτός αισθάνεται απομονωμένος από τη ροή του έξω κόσμου, τόσο αφόρητα γεμάτος από το μέσα του και ζητά εμμονικά να το αδειάσει σε απόπατους, δε ζητά παρά το κενό του Άλλου. Κανείς δεν άκουσε το κλάμα του. Εκείνη όμως το έκανε. Άκουσε το Τίποτά του και του δίνει το στρογγυλό κενό που δεν ξέρει οτι έχει.

Το ζωογόνο κενό τους είναι το γέλιο που λείπει από το μεταξύ τους, αλλά του οποίου ακουμπούν συνεχώς την αίσθηση. Το γέλιο είναι το φαντασιακό τους παιδί. Το απαραίτητο κενό ανάμεσά τους για να αντέξουν να συγχωνευτούν στιγμιαία και μετά να επιπλεύσουν σε μία στιγμή θανάτου. Το κενό γίνεται ο κοινός καθρέφτης τους.

Κι άλλο κενό. Όπου για να εξαργυρώσει την πληγή από το σπασμένο του καθρέφτη, τον παλιό των γονιών του, δημιούργησε ξανά ένα δικό του όνομα, αυτό που έδωσε σε Εκείνη.
Εκείνη θα χορέψει τις κλακέτες του. Είναι μουσική το όνομα. Θα το κάνει, ένιωσε να ξυπνά το κενό μέσα της. Μπορεί να της πήρε μία βίαιη φωτογραφία, αλλά ήταν δική της. Απλώς ήθελε το χρόνο να φτάσει το φως.

Η αρχικά ενδιάμεση για τον Billy γυναίκα, μεταμορφώνεται μέσα από το φως του συντονισμού, του χρόνου, της επανάληψης, στη γυναίκα που βλέπει. Εκείνη σπάει απαλά τη σαπουνόφουσκα της εμμονής, μπορεί και αντέχει να την ενσαρκώσει.

Ο ήλιος τους είναι σκοτεινός και τους χαϊδεύει χάρτινα. Με τραύματα και ίχνη. Το φαντασιακό τους παιδί φορά γούνα καφέ κουνελιού, έτσι τους βρήκε να το προστατεύσουν. Νεκρό ή ζωντανό, δεν έχει σημασία, η ανάμνησή του είναι. Ο καφέ Billy μετουσιώνεται σε κιτρινόασπρο κουνέλι μέσα της. Οι δυο τους συν-κινούνται στους δρόμους ποιητικής πεζότητας με την καταστροφή απλώς μία οικεία πιθανότητα. Το βλέμμα τότε είναι σχεδόν χυδαίος πλεονασμός.

Ο Billy είναι πάντα μόνος. Αλλά πια είναι συν-κινημένος. Ακόμα κι αν η μηχανή του χαράζει κύκλους μοναχικούς, αυτοί επαναλαμβάνουν τον κύκλο που εμπεριέχει, από Εκείνη.

Αρκούσε ένα άγγιγμα κάτω από την καρδιά. Κάπου εκεί, στην αβοήθητη αιώρησή του, καθισμένος σε έναν καναπέ. Με τα τηλέφωνα ομφάλιους λώρους, να επιθυμεί να τον συνδέσουν αλλά να τον κόβουν βίαια. Το άγγιγμα του έρωτα υπαγόρευσε το ρυθμό της αιώρησης στην κοιλιά, τον αντιχρονισμό της σύνδεσης. Και το τηλεφώνημα συνέβη.
Οι δυο τους, τις σιδερένιες μήτρες τις πετούν με άγρια χαρά, να σπάσουν τους παλιούς καθρέφτες.
Το Μόνος είναι ο καθρέφτης του Μαζί, όταν δυο μόνοι αγκαλιάζονται και ακουμπούν τα μάτια τους. Και το, πια γούνινο, κουνέλι, τους χαμογελά. 


Το βλέμμα του ακούει


Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Monsieur Lazhar

One Art - Elizabeth Bishop, Geography III (1977)

 The art of losing isn't hard to master;
 so many things seem filled with the intent
 to be lost that their loss is no disaster.

 Lose something every day.  Accept the fluster
 of lost door keys, the hour badly spent.
 The art of losing isn't hard to master.

 Then practice losing farther, losing faster:
 places, and names, and where it was you meant
 to travel.  None of these will bring disaster.

 I lost my mother's watch.  And look! my last, or
 next-to-last, of three loved houses went.
 The art of losing isn't hard to master.

 I lost two cities, lovely ones.  And, vaster,
 some realms I owned, two rivers, a continent.
 I miss them, but it wasn't a disaster.

 ---Even losing you (the joking voice, a gesture
 I love) I shan't have lied.  It's evident
 the art of losing's not too hard to master
 though it may look like (Write it!) like disaster.







Η παιδική ηλικία και το πένθος φαίνονται εκ πρώτης όψεως δύο έννοιες άβολα συνταιριασμένες. Είναι απορίας άξιο πόσο εύκολα η διαίσθηση των πιο μικρών και η ανοιχτότητά τους στο θάνατο περνά στη λήθη από τους μεγαλύτερους. Οι μεγάλοι απορούν άκομψα μπροστά στην παράξενη εξοικείωση των παιδιών με το θάνατο, μία απορία που αναδεικνύει η μάσκα που έχουν επιλέξει, αυτή της αναπαράστασης μία εξιδανικευμένης “αγαθής” παιδικής ηλικίας. Όμως το μαύρο είναι ένα ακόμα χρώμα στην παλέτα της ζωής και οι μικροί σε ηλικία άνθρωποι φαίνεται να αγκαλιάζουν τη σκιά του.

Κάθε μέρα, τα παιδιά στο σχολείο, μέσα στην ωμή χαρά τους, πενθούν κάτι. Τη χαμένη σχόλη, το χρόνο της ανάπαυσης που- τι έκπληξη, είναι δυνατό να χρησιμοποιείται με τρόπο πνευματικά ωφέλιμο, το αυθόρμητο παιχνίδι. Το σχολείο, όμως, κλείνει τα μάτια αμήχανα μπροστά στις πιο φυσικές καταστάσεις ροής της ζωής. Ο έρωτας, ο θάνατος, το παιχνίδι, η γνησιότητα, όλα αυτά, οξύμωρα, πεθαίνουν, για χάρη της συμμόρφωσης.

Ο “Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ”, αποφεύγει να “ποιήσει” κάτι συνειδητά, με γραφίδα τις αφηγηματικές τεχνικές του κινηματογράφου. Προτιμά να αφήσει το θεατή, με το χρόνο του, να μπει ο ίδιος σε μία ποιητική διαδικασία. Το κάνει με την ίδια ταπεινότητα και την παλιομοδίτικη εκφραστικότητα του πρωταγωνιστή, κατ' ουσίαν εκπαιδευτικό, και μέσα από το ίδιο το θέμα του, που παντρεύει το πένθος με τη μετανάστευση. Η διχοτόμηση “ζωντανός-μη ζωντανός” πιάνει από το χέρι εκείνη του “μετανάστης-μη μετανάστης”. Όπως όλες οι απλουστευτικές διχοτομήσεις που απαλύνουν την υπαρξιακή αγωνία που μας προκαλεί ένα αδιέξοδο κατανόησης του κόσμου, συσκοτίζοντας την έννοια που τις διέπει: άνθρωπος.

Παρακολουθούμε την απώλεια να γίνεται μια χιονόμπαλα που ξεκίνησε από την Αλγερία, παρασύροντας στο πέρασμά της πόνο και χρυσαλλίδες, για να συναντήσει, στον Καναδά, τα χέρια δύο παιδιών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να παίξουν μαζί της και να γευτούν λίγο από την παγωνιά της. Οι λέξεις-σημαίνοντα που μένουν ανείπωτα συσσωρεύονται και η χιονόμπαλα μετατρέπεται σε μία πιεστική χιονοστιβάδα.

Όλα τα μικρά καθημερινά πένθη που ζει κανείς σε ένα σχολείο συμπυκνώνονται στο μυστηριώδη χαμό μίας δασκάλας. Η απελπιστικά πιεστική ανάγκη να ονοματιστεί κάποιος ένοχος για τις απώλειες είναι ένα από τα πιο ισχυρά διακυβεύματα της ταινίας, αλλά είτε αυτό συμβεί, είτε όχι, οι σχέσεις που απομένουν είναι αυτό που τελικά διαφαίνεται όταν το χιόνι λιώνει. Το πένθος δεν είναι μόνο για τη δασκάλα, ή τη χαμένη οικογένεια του νέου δασκάλου. Είναι και της μικρής μαθήτριας για την παρουσία της μητέρας που κάθε φορά χάνεται και εμφανίζεται, και της λείπει τόσο πολύ. Είναι και για μια χαμένη πατρίδα. Είναι και για μία χαμένη ευκαιρία να γίνεις ζευγάρι. Είναι και για τη μπάλα που ο μικρός μαθητής έλαβε πίσω, μαζί με την αξιοπρέπειά του, από τα στοργικά χέρια του δασκάλου-ανθρώπου, τη μπάλα που είχε με θυμό πετάξει στο πρόσωπο στη χαμένη δασκάλα του, επειδή ποτέ του δεν της είχε ζητήσει να του την προσφέρει.

Τα παιδιά, οι μικροί άνθρωποι,οι άνθρωποι-βλαστοί, έχουν γεννηθεί για να παίζουν. Το σχολείο όμως κάθε άλλο παρά σχόλη θυμίζει. Κάθε μέρα, εκεί, συντελείται μία μικρή, πένθιμη, βραχύβια διεργασία για αυτή τη μέρα της σχόλης που έφυγε χωρίς επιστροφή και πήγε τα παιδιά ένα βήμα πιο κοντά στην ενήλικη ζωή. Με όρια χωρίς νόημα και νοήματα δοσμένα χωρίς όρια

Το παιχνίδι, όμως, τη φύση, δύσκολα μπορεί κανείς να την καταπνίξει. Η μπάλα που ρίχνει το ένα παιδί στο άλλο, η μήτρα της χαράς, θα ξεπεταχτεί και θα πάει ψηλά, ακόμα και αν οι “μεγάλοι”, με τα γυαλιά πρεσβυωπίας τους, τα μαλλιά κομμωτηρίου τους, τους ψυχολόγους τους, τις άδειες άσκησης επαγγέλματος και τα πρωτόκολλά τους, συγχέουν την ανηλικότητα με την παιδικότητα

Ένα σμήνος από χρυσαλλίδες δραπετεύει από την τάξη και στέκεται πάνω στη χιονόμπαλα που έχει έρθει από μακριά. Τα παιδιά τη μεταμορφώνουν σε μία ζωηρά κόκκινη μπάλα. Παίζουν με αυτή και περιπαίζουν το Θάνατο. Η μπάλα τελικά αφήνεται να κυλήσει μακριά (θα τα ξαναβρεί, αναπόφευκτα) και εκείνος κάθεται κάπου εκεί, στην αυλή, μαζί τους, συμφιλιωμένος με την περιορισμένη δύναμή του.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

The heart is deceitful above all things

To ζήτημα της παιδικής κακοποίησης έχει ψηλαφιστεί από διάφορες πλευρές στο πρόσφατο σινεμά αρκεί κανείς να αναλογιστεί ταινίες όπως το El Bola, το Capturing the Friedmans ή το Mysterious Skin. Η Asia Argento, εδώ, αναδεικνύεται ως δημιουργός σε ένα ωμό ποίημα, επιχειρώντας να...ονειροποιήσει το ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Laura Albert, ή καλύτερα του J.T. Elroy, του λογοτεχνικού alter ego της τελευταίας. Mία σκοτεινή ιστορία, ακόμα και ως προς τον τρόπο αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας της συγγραφέως, που υιοθετώντας μία παράλληλη προσωπικότητα εξωτερίκευσε τη δική της τρομακτική πορεία ζωής, με αποτέλεσμα να αντικρίζει κανείς πια μία ύπαρξη υπεράνω φύλων και οπωσδήποτε ατρόμητη απέναντι στη δημόσια έκθεση.



Ο J.T. Εlroy υπογράφει, επίσης, το πρωτόλειο σενάριο του Elephant του Gus Van Sant, και αυτό είναι αρκετό για να προετοιμάσει το θεατή για την καθαρόαιμη βρώμικη indie αισθητική που θα ακολουθήσει. Ωστόσο, δύσκολο να προετοιμαστεί κανείς για τη σκληρότητα, στα όρια του ανεκτού, με την οποία παρουσιάζεται η ζωή του μικρού παιδιού με τη μητέρα του. Ο Marilyn Manson συμμετέχει, παίζοντας με το κοινό, μέσα από μία παράλληλη με τη συνηθισμένη περσόνα του εικόνα, ενώ ο τότε φίλος της Argento Michael Pitt, αλλά και τα σχεδόν cameo των Ornella Muti, Winona Ryder
προσδίδουν πινελιές cult στο φόντο που δημιουργείται από τον Peter Fonda. Η επιλογή των δίδυμων Sprouse, τέλος, για να σηκώσουν εναλλάξ το ερμηνευτικό βάρος του ρόλου του παιδιού είναι ενδεικτική της βιαιότητας που εμπεριέχεται σε αυτόν.
Στα όρια του τι σημαίνει παιδικότητα και με μία μεθυσμένη, διαταραγμένη φωτογραφία, το μοίρασμα των ουσιών γίνεται ένας λαστιχένιος ομφάλιος λώρος που τυλίγεται γύρω από τους λαιμούς μητέρας και παιδιού, παραπετώντας ένα βρώμικο νυχτικό που κανείς από τους δυο τους δε θέλει πια να φορέσει. Κανένα όριο μεταξύ τους, επιπλέουν σε μία κοινή μήτρα τρεφόμενοι με ουσίες, και γίνονται ζωντανός εφιάλτης, που ακόμα και μετά από χρόνια επαφής με την ταινία, συνεχίζει να είναι δηλητηριώδης. 

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Betty Blue

Αυτό το καλτ φιλμ έγινε για ένα ζευγάρι, του οποίου την ιστορία έγραψε το χέρι του μωρού που δεν έκαναν. Ένα μωρό για το οποίο δε θα υπήρχε αρκετός αέρας για να τραφεί, κανένας ενδιάμεσος χώρος μεταξύ τους, οι δυο τους μία αδιαφοροποίητη, πάλλουσα σφαίρα.




Το μωρό αυτό είχε φωλιάσει στην Betty από τη γέννησή της. Της έμαθε πως να μη διαλέγει τα ρούχα που φορά αλλά να αφήνει εκείνα να την επιλέγουν. Πώς να βάζει φωτιά όταν το χρώμα με το οποίο είχε μπογιατιστεί ο κόσμος γύρω της είχε πνιγηρή μυρωδιά. Πώς να έχει καθαρό βλέμμα για να δει όλο αυτό που επρόκειτο να γίνει εκείνος.
Πώς να μην αγαπήσεις μια γυναίκα που κουβαλάει ένα αγέννητο παιδί, χωρίς να απαιτεί, ως μάνα, τίποτε από σένα; Το καλεί να έρθει να παίξει μαζί σας κάθε φορά που βρίσκεστε μόνοι σας. Και το σέβεται τόσο ώστε να το προφυλάξει από την ένωσή σας που “μόλις και μετά βίας χωρά στη ζωή αυτή”.
Πώς να μη μισήσεις αυτό το παιδί, που ζήλεψε τη γυναίκα σου επειδή το μεταξύ σας δεν του επέτρεψε να βρει χώρο για να βγει προς τα έξω; Και της πήρε το βλέμμα, μήπως και μπορέσει να την καταφέρει να κοιτάζει μόνο αυτό.
Ή εκείνη ή αυτό το παιδί. Το παιδί νίκησε και ο άντρας είπε να το ελευθερώσει, πια, για να έρθει να ζήσει μαζί του, αφού εκείνη δεν έμενε πια σπίτι τους. Το κάθισε μπροστά του και το κοίταξε με επιφύλαξη, γιατί του έμοιαζε με γάτα. Και τότε εκείνο του είπε: “Δεν είμαι γάτα, είμαι κοράκι, και όταν γράφεις εγώ θα μιλώ”. 

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

The Strange Case of Angelica

Το να πυροβολείς με τη φωτογραφική σου μηχανή κάτι ήδη νεκρό ίσως μπορεί να γεννά τη ζωή. Από δύο αρνητικά προκύπτει ένα θετικό, σε αυτό το πορτογαλικό μικρό διαμαντάκι του Manoel de Oliveira, τον βετεράνο με το ιδιαίτερο όσο και απλό και περιεκτικό ύφος.
Ταινία χειροτεχνία, όπου ο άνθρωπος που τη δημιούργησε είναι σα να έστησε τα σκηνικά με τα χέρια του και  όπου κάθε τι φαίνεται πως έχει δημιουργηθεί με φροντίδα. Με φωτογραφία παλιά καρτ ποστάλ, φθαρμένη και νοσταλγική.
Ο φωτογράφος κινείται σε διάφορα παράλληλα σύμπαντα, σημείο συνάντησης των οποίων είναι το μεταφυσικό του αντάμωμα με μία κοπέλα. Εκείνη μόλις έφυγε από τη ζωή και η οικογένειά της επιχειρεί να ανάγει το γεγονός σε τέχνη, ίσως για να το ξορκίσει. Οι γύρω συμμετέχουν με το βλέμμα στην καλλιτεχνική συνάντηση των δυο τους, αν και είναι ο φωτογράφος που κρατά τη μηχανή.
Τα τοπία που παρεμβάλλονται στην απλωμένη δράση μαρτυρούν πως όσο και να συμβαίνουν γεγονότα, όσο κι αν άνθρωποι εργάζονται ή δουλεύουν, οι πέτρες θα είναι εκεί, υπεράνω αυτής της αγωνίας που μαρτυρά η εμμονή του φωτογράφου να πυροβολεί τους εργάτες.
Η ανοιχτότητα στο θάνατο, που φέρνει την πιο ειλικρινή σχέση με τη ζωή, είναι η γεύση που αφήνει η ταινία, κατορθώνοντας να μη μιλά για τον έρωτα αλλά να εκπέμπει από την αρχή ως το τέλος την υπόνοιά του.

 Move it

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Detachment: Η αποπρoσωποποίηση της εκπαίδευσης

Mιλά συχνά κανείς για τις διακρίσεις και τη βία μεταξύ των παιδιών, αλλά σπάνια αναφέρεται στη βία που ασκεί το κοινωνικό σύστημα στο δάσκαλο, και πόσο τελικά το ένα μπορεί να συνδέεται άμεσα με το άλλο. Η αναπαράσταση του επαγγέλματος του δασκάλου φέρνει στο μυαλό κόπωση, απογοητευμένο ιδεαλισμό αλλά και τη μαχητικότητα που χρειάζεται ο δάσκαλος για να προχωρεί και να ζει μαζί με τους μαθητές του, παρά τις συνθήκες που σκοτώνουν τη μεταξύ τους ροή στην επικοινωνία. 
Ίσως ο μόνος τρόπος για να είναι ένας δάσκαλος “αποτελεσματικός” και να αξιολογήσει στεγνά τους μαθητές, όπως το ζητά ένα Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, είναι η πλήρης συναισθηματική αποστασιοποίηση, τόσο από το γνωστικό αντικείμενό του όσο και από τα ίδια τα παιδιά. Σε κάθε άλλη περίπτωση, που ο δάσκαλος επιθυμεί να συν-κινήσει το μαθητή, η σύγκρουση με το σύστημα είναι αναπόφευκτη, και οδηγεί σε αδιέξοδα, ή σε δημιουργία, ανάλογα κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα για επανάσταση. 




Η κινηματογράφηση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, απλή και “βρώμικη”, σχεδόν τηλεοπτικά ντοκυμαντερίστικη, προσομοιάζει στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού, ως προς την κοινωνική υποτίμησή του Οι παραλληρισμοί με τη βιωματική σφαίρα του αξιολογητή μας, αποκαλύπτουν πως το βίωμα είναι η μόνη οδός για να μάθει κανείς κάτι. Όταν λείπει αυτό, μεταφέρονται ξερές λέξεις και νοήματα, χωρίς καμία αξία. Το να κοιτάξεις στα μάτια τους μαθητές και να παραμερίσεις τους ενδιάμεσους της διδακτέας ύλης και του καθωσπρεπισμού μοιάζει πολυτέλεια.
 Η απαισιοδοξία, ωστόσο του σχολιασμού της ταινίας, όσο κι αν αφυπνίζει, είναι για ακόμη μια φορά, μετά τα "Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας" ασφυκτική. Δημιουργεί τόσες άμυνες όσες και η εικόνα της εκπαίδευσης σήμερα, αφού υπογραμμίζει οτι μερικοί κούκοι, μόνοι τους, δε φέρνουν την άνοιξη. .

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Άδικος Κόσμος: Η ηθική του να πέφτεις από το ίδιο σου το βάρος





Είναι άραγε άδικο, ή, όπως αναρωτιέται η ταινία, μη ηθικό, να πέφτει κανείς απλώς από το ίδιο του το βάρος, αγνοώντας ο,τι και όποιον τον σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση;
Ίσως η ποίηση να μπορεί να χωράει στους τέσσερις τοίχους ενός αστυνομικού τμήματος, αν είναι βαμμένοι πράσινοι. Ακινησία, νεκρική σιγή, στεγνή κλινική της ηθικής, οι λέξεις μόνο με ειρωνεία χρωματισμένες και σταματημένος χρόνος, αφήνουν χώρο στην εικόνα, δημιουργώντας σκηνές αφαιρετικής ποίησης.
Δύο άνθρωποι που κινούνται άτακτα στο ηθικό δίπολο καθαρός-βρώμικος, ανάμεσα στις ζωογόνες εξαρτήσεις και εμμονές τους, προσεκτικά τακτοποιημένες. Ένα τσιγάρο που ακροβατεί συνομιλεί με έναν πύργο από ποτήρια. Δύο άνθρωποι, νεκροί έτοιμοι να ξυπνήσουν, που η τύχη τους ενώνει και τους χωρίζει.
Η γόνιμη διασταύρωσή τους μοιάζει, προς το παρόν, αδύνατη, αφού εκείνος έχει ένα μοναδικό σύστημα ηθικής, με καθολική πίστη στον υγιή πυρήνα κάθε ανθρώπου, ενώ εκείνη είναι στην αρχή του να χτίσει κάτι αντίστοιχο, ξεκινώντας όμως από τον αντίθετο πόλο: την παντελή έλλειψη του άλλου ως κομμάτι της ηθικής της. Το όλο και το τίποτα ενώνονται, και προκύπτει κάτι με προοπτική, ένα τοπίο με τα χρώματα και των δύο, που ίσως κάποτε κοιτάξουν μαζί, ώστε τελικά να κοιταχτούν στα μάτια, ως άνθρωποι.
Οι συνδέσεις με το τι είναι ηθικό και τι όχι στην κοινωνία, συγκριτικά με την ψυχική ζωή ενός ανθρώπου που επιθυμεί να είναι ελεύθερος, προκύπτουν αβίαστα στο χώρο που προσφέρει η κινηματογραφική γλώσσα και οι απέριττες ερμηνείες, ενώ η νοσταλγία κάποιου πράγματος που κάποτε ίσως να ήταν γεμάτο και τώρα πια είναι άδειο είναι απλωμένη σε κάθε πλάνο. 

Τελικά, χτίζεται μία κοινή προσωπική ηθική και για τους δυο ανθρώπους, που ανοίγει την αισιόδοξη προοπτική της ελευθερίας του να είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και αυτό να σου προσφέρει την ασφάλεια της επιλογής του να είσαι δίκαιος απέναντι στον εαυτό σου. Να πέφτεις με το ίδιο σου το βάρος και να μη ντρέπεσαι να αφήσεις κάποιον άλλον να το δει.



 Moveit

Διαβάσατε περισσότερο