Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Skhizein: Κιμωλία σα σκόνη γιατρικού

Πώς να προστατεύσεις τον άνθρωπο από την ταμπέλα; Πώς να δείξεις πως η ψυχική ασθένεια δε διαφέρει από καμία άλλη ασθένεια; Ή, πολύ απλά, πώς ίσως πρόκειται για ένα διαφορετικό, επώδυνο τρόπο βίωσης της πραγματικότητας;



Ένας τρόπος είναι να παρείς στο χέρι μια κιμωλία και να δείξεις πώς χαραζεται με γραμμές-κομμάτια μία καθημερινότητα λίγο παραδίπλα...

Λίγες σκέψεις για το φιλμάκι του Jérémy Clapin Skhizein όπως τις φιλοξένησαν τα Ψυχογραφήματα







Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Jane Eyre: Ένας πίνακας πρωτότυπο αντίγραφο






Ακόμα κι όταν ακούς και μόνο να προφέρεται το όνομα της Τζειν Ευρ, κατά τη διάρκεια του φιλμ, γίνεται απ’ όλους πνιγμένα, φοβισμένα, με μια μισή ανάσα, γιατί ο απόηχος μυρίζει φάντασμα. Έτσι, σαν γκρίζα οπτασία, γίνεται αντιληπτή η πασίγνωστη λογοτεχνική ηρωίδα, εμπλεκόμενη σε μία ιστορία υπόγειου βικτωριανού μυστηριακού πόθου.
Τη γνωρίζει κανείς από μικρό παιδί, ευάλωτη και άτρωτη ταυτόχρονα, ενσωματωμένη σε ένα σπίτι που την έδιωχνε. Με λεκτικές σφραγίδες που χαρακτήρισαν την αντίληψή της για τη ζωή και για την ίδια, που αποτυπώθηκαν με μεγάλη φόρα και μελάνι φτηνό και ανεξίτηλο, έστρεφε το βλέμμα προς τα κάτω. Και σαν μαγνήτης ένας λαιμός μίσχος μετρούσε χαρακιές με το δέρμα και με τις λέξεις.
Μαχόταν τους άντρες μήπως και κερδίσει την αποδοχή μιας γυναίκας. Κι αν προς το τέλος της ιστορίας το να παύουν να παγιώνονται οι ρόλοι θύτη και θύματος ανάμεσα σε εκείνη και σε ένα άντρα, της εξασφάλισε τελικά μια μητρική αγκαλιά, από την Τζούντι Ντέντς ως οικονόμο, φιλόξενη νησίδα ζεστασιάς, όλη η ιστορία ιππεύει εξαρχής προς την προσέλκυση ενός αναβάτη χωρίς φύλο τελικά, που λατρεύει και μισεί αναποφάσιστα. 
Άμυνά της σε όλη την ασάφεια του προορισμού, είναι η ευγενής επανάσταση. Σκοτώνει την ομορφιά γύρω της σκιάζοντάς την στο χαρτί, μήπως ζωντανέψουν τα πνεύματα-φύλακες που την περιβάλλουν. Σκοτώνει είδωλα εαυτών άλλων γύρω της με τα λόγια.  Η δύναμη του μυαλού και η πεισμωμένη ειλικρινής ελευθερία της μπορεί να υφαίνουν ένα πέπλο αλλά δεν κρύβουν ποτέ τελείως το φοβισμένο παιδί στο πρόσωπο της διφορούμενα όμορφης Γουσικόφσκα. Σκοτεινιά και θλίψη συννεφιάζουν στο μέτωπο του ομολογουμένως ακαταμάχητα γοητευτικού ήρωα, με τον Φασμπίντερ αποκάλυψη με μια δόση υπερβολής, ενώ ο Τζέιμι Μπειλ απελπισμένα ηθικός διεκδικεί χωρίς σθένος.

Εκείνη είναι ο,τι δε θα ήθελε να είναι ενώ αυτός δεν είναι αυτό που θα ήθελε να είναι, δηλαδή δυνατοί. Αν ο Γκας Βαν Σαντ είδε στο πρόσωπό της Γουασικόφσκα μια βαλσαμώτρια ψυχών, τώρα με το χαρακτήρα αυτό ταιριάζει τα αταίριαστα, σαν το φάντασμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού πιο ελεύθερου από οποιοδήποτε άλλο, κι ας μην πέταξε πέρα από τον ορατό ορίζοντα, αντικρύζοντάς τον πάντα μέσα από παράθυρα που άλλαζαν αποχρώσεις.
Ατμόσφαιρα αλλόκοτου πάθους μέσα στη σιωπή, σαν υπόγειο ρυάκι κάτω από τον σκοτεινό πύργο της ιστορίας. Ένα οίκημα που μυρίζει μουχλιασμένη λεβάντα που κάποτε περνούσε στα μαλλιά της μια διαφανής πια γυναίκα. Επιστροφή στον υπαινιγμό με αυτή την ταινία, κεντημένο  με φροντίδα, με ερμηνείες πίνακες, που κάνουν την Τζειν να μοιάζει μακρινή συγγενή ενός κοριτσιού με μαργαριταρένιο σκουλαρίκι. Ίσως ένα ιδιαίτερα κουρασμένο κοινό από την κακώς εννοούμενη παρρησία στις σχέσεις να δροσίζεται ευεργετικά από κάτι τέτοιο.
            Τα γοτθικά μοτίβα δίνουν τη γνώριμη ασφάλεια της αντριχίλας χωρίς προσπάθεια στην ιστορία. Η ταινία, σεβόμενη σε μεγάλο βαθμό το μυθιστόρημα, σε παρασύρει στον κόσμο της, ώστε να ξεχάσεις εν τέλει οτι βασίζεται σε αυτό και να μυηθείς στην κατάβαση  μέσα στο γκρίζο υγρό έδαφός της, υπενθυμίζοντας πάντως σε κάθε ευκαιρία πόσο έχει αγαπήσει ο κόσμος της Αμερικής το συγκεκριμένο γραπτό έργο τέχνης.
Μόνο όταν χάνει την ικανότητα να δει ο ήρωας βλέπει το υποκείμενο Τζειν ολόκληρο, ταυτόχρονα υποχρεωτικά απαρνούμενος να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Κι εκείνη είναι πλέον εκεί, σαν ένα φάντασμα όπως εκείνα που από την αρχή της ζωής της την συντρόφευαν. 

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Ένας σουρεάλ εξωγήινος στα νερά του Παρισιού





                Αρχίζει το φιλμ "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" και νιώθεις πως ξαφνικά ο τουριστικός οδηγός γίνεται τρισδιάστατος και από χάρτινος ανάγλυφος της Παναγίας των Παρισίων και του Σηκουάνα...Οι εικόνες όμορφες αλλά περίμενες το κάτι παραπάνω...Ανάμικτη με τη λατρεία του Γούντυ για Την Πόλη, ίσως είναι και μία αδιόρατη ειρωνεία σχετικά με τον τρόπο που παρουσιάζεται το Παρίσι στο σινεμά, ειδυλλιακό και χάρτινο.
                Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πως ο σκηνοθέτης με την ανεξάντλητη φαντασία αρκέστηκε στο να παρουσιάζει τους δρόμους του Παρισιού με τέτοιο συμβατικό τρόπο.  Όμως ίσως για τον Άλεν το Παρίσι δεν είναι αυτό που έχει ζήσει, γι αυτό και το περνάει κάπως πρόχειρα, ώστε να μην αφήσει παραπονεμένο το θεατή που αρέσκεται σε μία καρτ ποστάλ. Το Παρίσι για εκείνον είναι ο,τι δεν έζησε σε αυτό, και πώς διαπραγματεύεται ο ίδιος αλλά τελικά και ο θεατής το εξιδανικευμένο ανεκπλήρωτο παρελθόν του.
                Σιγοτραγουδά λοιπόν "let's do it" και βουτά σε ένα σουρεαλιστικό ποτάμι, τόσο ξένος και τόσο οικείος ταυτόχρονα, όσο και ο ήρωάς του, ένας σύγχρονος σταχτοπούτος, που πηγαίνει σε πολλούς τζαζ χορούς τα μεσάνυχτα, πάντα με την πιο ταιριαστή παρέα.  Το παιχνίδι παρελθόντος και παρόντος είναι ελκυστικό, και θέτει ίσως χιλιοειπωμένα ερωτήματα για το πόσο ζωογόνο είναι το να βιώνει κανείς το παρόν.
                Το να αφεθείς στο παρελθόν της αγαπημένης σου πόλης είναι σα να αφήνεσαι στον έρωτα άνευ όρων. Η αίσθηση θυμίζει κάποια παλιά που έχεις ξαναγευτεί, νομίζεις, κάποτε. Και έχεις ακούσει τόσα πολλά να λέγονται ή να γράφονται γι αυτό, που το να είσαι μέρος του παρελθόντος σου επιτέλους γίνεται συγκίνηση αξεπέραστη.  Το τώρα είναι το δυναμικό αποκρυσταλλωμένο χτες και το αύριο που δεν έχει σκοτωθεί από το όνειρό σου γι αυτό. Το ανέπαφο τώρα από το παρόν και το παρελθόν δε θα σε κάνει να βαρεθείς ποτέ.  Ένα ποτάμι που δε θα διστάσεις να κολυμπήσεις επειδή είναι πολύ κρύο ή πολύ ορμητικό. Ο εξιδανικευμένος έρωτας ανήκει στο παρελθόν ενώ ο αληθινός με σάρκα και οστά στο παρόν, κάτι που ο πρωταγωνιστής μας το βιώνει περπατώντας στη βροχή με απροσδόκητη παρέα...
                Ο Γούντυ δεν μπορεί παρά να μην αποφύγει να είναι αισθητά παρών μέσα στην ταινία, όπως και σε κάθε δημιουργία του., Για καλή μας τύχη, εδώ. περιορίζει την αυτοανάλυση, αφού ίσως νιώθει πια πως το συναίσθημα ξέρει πραγματικά, ενώ το μυαλό γράφει απλά για να μάθει...
                  Παρακλάδι της αμυγδαλιάς του έρωτα αποτελεί ο καρπός της έμπνευσης. Το φιλμ σα να αποτελεί φόρο τιμής στη στιγμή που η έμπνευση μιας ιδέας σε διαπερνά σα βέλος...Υπαινιγμοί για την παρθενογένεση στην τέχνη και την παραδοχή οτι για να σε βρει μια ιδέα, ακόμα κι αν είναι άλλου, εσύ είναι που τελικά θα είσαι δέκτης της και αναμορφωτής της, όπως στην απλά τέλεια σκηνή που ο ήρωάς μας προσπαθεί να μπει στο λαβυρινθώδες μυαλό του Μπονιουέλ, και να κάνει να φτερουγίσει μέσα του ένας άγγελος εξολοθρευτής. Και μια αξιοζήλευτη παρέα με Νταλί (παρεμπιπτόντως, ζωγραφίζει ο Μπρόντι στο ρόλο) και Μπονιουέλ, που όλοι θα θέλαμε να πιούμε λίγο κρασί ή ίσως λίγο αψέντι παρέα της και ο,τι ατάκα να ξεστομίζαμε, όσο παράδοξη, να είναι αποδεκτή...


                Eνώ οι πάντες ερωτεύτηκαν αυτή την ταινία, ίσως οι προσδοκίες μπορεί να κάνουν δύσκολη μια βόλτα στο Bateau mouche της...Aλλά...We will always have Paris  για να ακουμπάμε την κιθάρα μας με απλή μαγεία.





Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Τρεις πίθηκοι στην έρημο


Στην Ανατολία, νιώθεις πως οι μπογιές που ζωγραφίζουν ήρωα και τοπίο αναμιγνύονται νοσταλγικά με καμβά το νέο φιλμ που δικαίωσε το θεσμό τον Καννών, αποκτώντας το χρυσό φοίνικα φέτος. Ταινία με επίκεντρο τους άντρες και φόντο της γυναίκες, ανατολίες που ξημερώνουν μέσα από τη δύση τους.
Ένας ύποπτος για φόνο και μία ταινία δρόμου, μια σιωπηλά εκτροχιασμένη αναζήτηση της δικαίωσης του νεκρού, με τους ήρωες να αποτελούν όλοι μαζί τα μέλη που συνθέτουν ένα οργανικά ενοποιημένο πορτραίτο αντρικής ψυχοσύνθεσης. Το παράπονο των τριών πιθήκων παραμένει ζωντανό και κάθε πίθηκος σκαρφαλώνει σε ένα από τα ισάριθμα περιπολικά.
Ο ένας ρίχνει στις πληγές του άλλου το γάλα που όλοι νοσταλγούν και προβάλλει την ανάγκη για να χωθεί στη ζεστή αγκαλιά της αχανούς άμμου. Όλοι οι επιβάτες μιλούν, εκτός από τον ύποπτο, που βλέπει και ακούει, ίσως περισσότερα από όσα μπορεί να αντέξει, ακόμα κι όταν ζητά να έχει άλλο όνομα μπαίνοντας σε μια μπανιέρα, αυτός που του το δίνει είναι ο ίσκιος του δαίμονά του. Οι ένστολοι, αναμενόμενο, δεν αφουγκράζονται, ακούν τυφλά εντολές χωρίς να ανοίγει ποτέ το αυτί και να αγκαλιάζει μια ιδέα, μόνο στείρες λέξεις. Διασχίζοντας και προσπερνώντας τις ομιλίες τους, ο σκηνοθέτης προτιμά να κάνει τα μάτια μας να ακολουθήσουν ένα μήλο, που λέει το ποιήμα του κυλώντας.
Ξαφνικά, ο νόμος  γίνεται ιδέα που ρίχνει κεραυνούς πάνω από τους ουρανούς τους και ο γιατρός Δίας, τρομάζει με την ικανότητά του να αφοπλίζει και να αφοπλίζεται. Καμιά φορά ο ρόλος αυτός μυρίζει ταυτόχρονα ματαιότητα και ασφάλεια. Τότε, η θεραπεία και ο αφοπλισμός γίνονται έννοιες συναφείς, συμφιλιώνοντας στο μέσα του γιατρού την αβάσταχτη ανάγκη για εγγύτητα με την  καθόλα ανθρώπινη επαγγελματική αποστασιοποίηση. Ο νόμος είναι φροντίδα και αφήνει να γεννηθεί ισορροπία, με τον κοσμικό εκπρόσωπο του νόμου, τον αξιωματικό, να την αμφισβητεί γόνιμα, και να πληρώνει τίμημα μια λυτρωτική εξομολόγηση.
Οι τρεις πίθηκοι μοιάζουν γιατροί, συστήνουν να βλέπεις, να ακούς και να μιλάς, περιοδικά, με συντονισμένη κυκλικότητα και εναλλαγή…Αφού δεν μπορεί κανείς να αποφύγει να σκοτώνει με τα λόγια, ας έχει μάτια και αυτιά ανοιχτά, ώστε από το φόνο να γεννηθεί κάτι. Με αυτή τη σκέψη κατεβαίνουν από την οροφή των περιπολικών και τρυπώνουν στα μάτια του δράστη και ταυτόχρονα στα δικά μας… Το βλέμμα του παιδιού τα έχει πει όλα λίγο πριν, κλείνοντας μέσα του ένα χωριό το ενώνει ο θάνατος.
Κάθε πίθηκος έπραξε ένα φόνο και είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου του φόνου που ανατέλλει στην πορτοκαλένια πεδιάδα. Και όλα αυτά με την παιχνιδιάρικη διάθεση που έχει ένα παιδί όταν μυρίζει πορτοκάλι και θέλει να το πετάξει στον άλλον δίπλα του για να γελάσει. Και με θύμα τελικά ένα παρόν, που το θανατώνεις βάζοντας το «κάποτε» την ώρα που το διηγείσαι…

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Amador: Ένα παζλ από λουλούδια





 Tο Amador,  του Fernando León de Aranoa, που μας έχει χαρίσει ήδη Δευτεριανές Λιακάδες, αποδεικνύει πως η αντισυμβατικότητα μπορεί να μην είναι απαραίτητα θορυβώδης και η ευαισθησία να μιλά την ίδια γλώσσα με τη σκληρότητα. Ταυτόχρονα η ταινία φυτεύει ελπίδα και σε σοκάρει, με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, όσο μπορεί να σε σοκάρει καμιά φορά ένα μαραμένο λουλούδι.
Η ηρωίδα διαθέτει την εμβληματικότητα της χαρακτηριστικής ισπανίδας, με μακριά μαύρα μαλλιά, την ίδια στιγμή βάρος και κληρονομιά. Με ένα μυστικό μέσα της, η Marcella αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός ασθενούς, του Amador. Οι δυο τους αποκτούν ένα είδος επικοινωνίας που της δωρίζει την ικανότητα να έρθει σε επαφή με ένα μωσαϊκό ανθρώπων που ίσως πριν αμφέβαλλε για το κατά πόσο θα βουτούσε στην περιπέτεια του να τους αντικρύσει κατάματα.
Κάθε ένας μας οικειοποιείται, μέσα από την εμπειρία του, την εικόνα ενός ασθενούς ηλικιωμένου, κλεισμένου σε ένα κλουβί ανημποριάς. Μας δίνεται η ευκαιρία, να μπούμε για λίγο σε έναν ωκεανό στον οποίο θα μπορούσε να κολυμπά η γιαγιά ή ο παππούς μας και να αντικρύσουμε μία, κάποτε, ευκίνητη γοργόνα. Και μαζί να αναρωτηθείς ποιά μπορεί να είναι η ιστορία του ανθρώπου που έχει αναλάβει τη φροντίδα του.
Το μυστικό της, αυτή η γυναίκα, δε μοιάζει έτοιμη να το φροντίσει, είναι ένα λουλούδι που δεν ξέρει αν υπάρχει μέσα της το έδαφος για να ανθίσει. Για να φροντίσεις ένα λουλούδι δικό σου, ίσως καμιά φορά χρειάζεται να μάθεις πώς να σε νοιάζει να φροντίζεις τον κήπο κάποιου άλλου.
Οι κουβέντες μεταξύ εκείνης που φροντίζει και εκείνου που περιμένει την ανακούφιση γίνονται ανάλαφρα προκλητικές, με μία απροσδόκητη δόση φλερτ. Και σπάνε τη θλίψη που έχει συσπάσει το δέρμα του προσώπου της, δίνοντας τη θέση της σε ένα παιδί που για να χαμογελάσει είναι ανάγκη εκείνη να δανείσει τα χείλη της. Εκείνη φροντίζει το σώμα του και εκείνος την ψυχή της. Τη βοηθά να μαζέψει τα πέταλα από το λουλούδι της ζωής που έχει σκορπίσει ένας ανεπιθύμητος αέρας. Και να μην κατηγορεί τον άντρα της ότι εκείνος φυσούσε κατεψυγμένους ανέμους. Να συνθέσει ένα ανθισμένο κομματιασμένο γρίφο. Γίνονται, τελικά, οι δυο τους, δυο παιδιά που σπαζοκεφαλιάζουν πάνω από ένα παζλ και εκείνη καλείται από τη μοίρα να τοποθετήσει το τελευταίο κομμάτι. Για να το κάνει, μαθαίνει να γράφει αλλά και να στέλνει μια επιστολή φτιαγμένη από αλήθεια. 






Κάπου εκεί η ταινία μας ζητά ουσιαστικά να εξομολογηθούμε τι είναι πένθος για μας. Πότε επιθυμούμε να αφήσουμε κάποιον να ταξιδέψει χωρίς γυρισμό; Και τι μας προετοιμάζει γι αυτό. Τι κομμάτια δικά μας τελικά πασχίζουμε να κρατήσουμε ζωντανά; Όλα αυτά με το πρόσχημα της ύλης, που ποτέ τελικά δεν είναι αποκλειστικά εξαργυρώσιμη. Και να αναρωτηθούμε πότε συγχωρούμε κάποιον που έγινε κλέφτης των λουλουδιών και που κράτησε τα λουλούδια ζωντανά με τοξικά σπρέι, εν ονόματι της ανάγκης.
Το σουρεάλ στοιχείο ανθίζει στους αλμοδοβαρικούς διαλόγους της ηρωίδα με μία άσπονδη φίλη, στην πράξη αγάπης στην οποία προβαίνει ξεσκεπάζοντας, επί τη ευκαιρία, την εκκλησιαστική υποκρισία.
Ένα αληθινό φιλμ, με ισορροπία ανάμεσα στο βαρύ και το ελαφρύ, στη ζωή και στο θάνατο, με αβέβαια στραβοπατήματα, γοητευτικά μέσα στην ατέλειά τους. Ο απλότητα και ο λυρισμός του γίνονται αντίβαρο στην πίεση. Μαδά μια μαργαρίτα με το ερώτημα: “Θάνατος ή ζωή;” Προσπαθεί να απαντήσει: «Κράτα κάτι για όσο χρόνο σε αφήσει». Και αναβαθμίζει ένα απλό  παζλ σε ένα χώρο που κλείνει την οικουμενικότητα της φύσης, αίνιγμα που οδηγεί στο Ένα.  

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Μέσα σε μια ταινία τριγυρνά ένα παιδί





Καμιά φορά θες να ξαναθυμηθείς πως αισθανόσουν όταν έβλεπες ταινίες ως παιδί, όταν γίνεσαι συνένοχος σε ένα φιλμ που αποπνέει την αυθεντικότητα της ελευθερίας. 
Για να ξαναφέρεις τις παλίες μυρωδιές, ανοίγεις παράθυρα σε πολλούς συνθεατές ταυτόχρονα και τους προσκαλείς να τη δουν μαζί του. Θέλεις με λαχτάρα να ξαναενθουσιαστείς όπως τότε.
Ξεκινάς, έτσι, να ζεις την ταινία παρέα με τον εαυτό σου, λίγο πιο κοντούλι, λίγο πιο σε ανάγκη και την οικογένειά σου και όλους τους ανθρώπους που έχεις αντικρύσει. Και ταυτόχρονα και μερικούς γνωστούς σου του παρόντος και του μετά από λίγο.
Τους δίνεις θέσεις που δεν μπορούν να γίνουν άβολες. Προσέχεις να τις κοιτάξεις πριν καθήσουν. Έτσι, διαφανείς και μυρωδάτοι, ο καθένας με τον τρόπο του, άνθρωποι, δανείζονται τα μάτια σου κι εσύ τα δικά σου για να γίνετε συνένοχοι στην απόλαυση.
Παρακολουθείς το έργο αυτό που σε κάνει τελικά να νιώθεις παιδί και ξαφνικά θες να σηκωθείς από αυτή τη θέση και να χοροπηδήσεις λίγο στο σχοινάκι. Ταυτόχρονα όμως ησυχάζεις, γιατί, ξέρεις ότι η φαντασία σου δε θα σε προδώσει, θα αφήσει μια γωνία στο προαύλιο ελεύθερη στο παιδί αυτό να παίξει.
Όλες οι ματιές αυτές είσαι πάντα εσύ και αυτό το φιλμ φτιάχνει το παζλ από το βλέμμα σου…

Πρωτοδημοσιέυτηκε στο site 



Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Άσε το διαφορετικό να μπει



Ένα αγοροκόριτσο που έχει ερωτήματα να απαντήσει, κι αν απαντά κάποια, εμείς εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε για άλλα πολλά. Πείραμα που φοβίζει, εκδοχή που απωθεί, που δε θα το παίζουν τα παιδιά όταν το μάθουν. Το αγοροκόριτσο δεν είναι ομοφυλόφυλη, ούτε η L-word, δε διαθέτει ταμπέλα. Είναι ο τίτλος αυτός ένας ελαφρύς χαρακτηρισμός που χρωμάτισε εκείνα τα κορίτσια που ήθελαν να παίζουν με αγόρια στα μικρά τους.
 Γιατί απλά η φαντασία τους και η εσωτερική τους ελευθερία τους επέτρεπε να μιλούν στους συμμαθητές τους χωρίς απώτερο σκοπό, να αναμετριούνται για πλάκα μαζί τους. Να μη φοβούνται το ίδιο τους το σώμα, κι ας μη διδάχτηκαν ακόμα το όριο μεταξύ του δέρματός τους και του άλλου. Κάτι πρωτόγνωρο τις οδήγησε για μια παράξενη στιγμή να αψηφήσουν τα όρια και να συγχωνευτούν στην ίδια άβολη καρέκλα, θηλυκή και αρσενική πλευρά. Και όπως ενορχηστρωμένα άνοιξε ο δρόμος, έτσι ο Άλλος που προστατεύει ανοίγει μια πόρτα και κλείνει κάτι, σπρώχνοντας λιγάκι στο υπόγειο. Δημιουργείται καινούρια εικόνα στον καθρέφτη, είδωλο στη φύση, με τα ψήγματα του σκοτεινού, που οδηγήθηκε στο υπόγειο, αλλά με χαμόγελο η Λωρ θυμάται ότι είναι πάντα εκεί, στο κουτί που την έχει φυλάξει. Η γυναικεία ταυτότητα διασώζεται, υπάρχει ασφάλεια.
Ένα παιδί ενσαρκώνει το θηλυκό και το γυναικείο ταυτόχρονα, ενώ η μικρή καμπυλωτή αδερφή δοκιμάζει να μουντζουρωθεί υπό τους ήχους αυτοσχέδιας πειραματικής μουσικής και  γίνεται ο αδύναμος καταλύτης για την αποκάλυψη ενός αληθινού ψέματος διπλού ονόματος. Η μικρή Λωρ ως Μικαέλ, ένα μικρό θηριάκι εγκλωβισμένο στο λάθος-όπως νιώθει-σώμα, με ένα γεράκι καρφωμένο στο βλέμμα, ψάχνει την αλήθεια του.
Μοιράζει τη θλίψη του στα αγόρια της παρέας και κρατά το χαμόγελο για το κορίτσι. ξαναγεννιέται δυναμική, κερδίζει το φιλί από μια μικρή γυναίκα, που τόσο της θυμίζει τη μαμά της για να τη διεκδικήσει, την κερδίζει, ή η άλλη την αφήνει να την κερδίσει, με το αζημίωτο φυσικά. 
Υπάρχει λοιπόν κόστος στην ευτυχία δίχως όριο, είναι το μάγουλο που δέχεται χαστούκι από τη μάνα, που θα ‘θελε να χαστουκίσει τον εαυτό της, επειδή η ίδια διάλεξε να αποφύγει να  κοιτάξει την άλλη πλευρά του προφίλ της κόρης της.  Θρηνεί το κορίτσι ένα προνόμιο τρυφερότητας από τη μητέρα της, για το οποίο εισιτήριο θα ήταν να φορέσει εξαρχής ένα μπλε φουστάνι. Θρηνεί και η μητέρα τη φαντασίωση της κόρης όπως την ονειρεύτηκε...Αν και βλέπουν και οι δυο πως τελικά η τρυφερότητα είναι δυνατό να εκφραστεί με ένα δυνατό χαστούκι, για αφύπνιση, από ένα για την κάθε μία. 
Επειδή όμως η μάνα έχει μάθει να παίζει σε ριγκ με ελαστικά σκοινιά, με οπές ελευθερίας, μιλά. Και λέει ότι έχουν αρχίσει μία πορεία σε ένα δάσος που το δρόμο τον σημαδεύουν με ψίχουλα. Στο τέλος της τους περιμένει ο τρυφερός και λίγο σαστισμένος, αβέβαιος πατέρας. Μία ανδρόγυνη οικογενειακή έλλειψη και όχι κύκλος που έχει γίνει από όλα τα μέλη αποδεκτή. Μέσα από την έλλειψη γεννιούνται τα ονόματα που κάνουν τα πλάσματα υποκείμενα.
Δυστυχώς, δεν αποφεύγεται το χλιαρό déjà vu του art indie cinema, με τα χρώματα του Harmony. To ερώτημα φόρος τιμής ή αναφορά αρχίζει και ξεθωριάζει. Είναι κανείς πια στην αναμονή για αλλαγή ύφους σε τόσο όμορφα και με ποιητικές προθέσεις φιλμ…
Τελικά, εκεί μέσα στο δάσος, ένας μικρός άνθρωπος που πριν περίμενε έξω από μια κλειστή πόρτα την ετμηγορία του, γεννιέται μόνος του. Έτσι γεννιέται το υποκείμενο που εμπεριέχει αρμονικα δύο πλευρές, μεσα από ένα μπλε κουκούλι, που δίνει τη θέση του στο κόκκινο φούτερ και στάση ζωής της hard candy Ellen Page. Γυναίκας στη φύση με δύναμη που θυμίζει αμυδρά κάτι από έναν ζεστό πατέρα. 






Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ανεκτίμητο σαν όλο το τσάι της Κίνας



Έργα και ημέρες ενός εσωστρεφούς και ευαίσθητου μουσικού, που εδώ και 20 χρόνια, πέρα από τα sountracks που έχει κατά καιρούς επιμεληθεί μας έχει προσφέρει σπαραχτικά απλά μουσικά κομμάτια-ερωτικά παραμύθια με χιούμορ και αυτοσαρκασμό.
Όπως τα μέταλλα από τα βουνά του Βόρειου Πόλου προσελκύουν τη βελόνα της πυξίδας, όσοι ερωτεύτηκαν επιθυμώντας να πιουν όλο το τσάι της Κίνας  ένιωσαν την παράξενη ενέργεια από τα μαγνητικά πεδία του Stephin Merritt, frontman των Magnetic Fields. Σε αυτό τα μουσικό ντοκιμαντέρ, ο μυστηριώδης και ανατρεπτικός  καλλιτέχνης μας προσκαλεί στο σπίτι του να ... «πάρουμε αυτί» κάποιες πρόβες, ενώ μας αφήνει να αράξουμε με άνεση στον καναπέ του χωρίς να ανησυχούμε μήπως σπάσουμε κάποιο βινύλιο. 
Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας και την ευρηματική καλλιτέχνιδα και καρδιακή του φίλη Claudia Gonson, ξαναζώντας τα τρελά τους νιάτα. Έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε την ιστορία μερικών αγαπημένων κομματιών που, όπως πολλοί λένε, κάθε 20something είχε σιγοτραγουδήσει την προηγούμενη δεκαετία μετά από μία ερωτική απογοήτευση. Μετά το τέλος του φιλμ δικαιωνόμαστε, γιατί ο,τι μπορεί να πιστεύαμε για την ευαισθησία του και την αυθεντικότητά του βγαίνει αληθινό.

Move-it: Αναζητήστε την ταινία Out there 

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

Αμνηστία στο ξέπλυμα ψυχών




Συμπύκνωση της προβληματικής από τη συνάντηση τριών χωρών, παλιών γνωστών, η πολυαναμενόμενη ταινία του Bouyar Alimani, Amnistia, ελληνογαλλοαλβανικής παραγωγής, διηγείται μια ιστορία αγάπης με φόντο τα Τίρανα. Η πόλη σε κατάσταση στάσιμη όπως μία λίμνη με βαλτώδη νερά, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που τους ενώνουν αρχικά κλουβιά, αλλά και τόσα άλλα. Αφορμή της συνάντησης δύο ιδρύματα δημόσια, καταρρέοντα, ένα νοσοκομείο και μία φυλακή και στη μέση η καρδιά να τα ισορροπεί, με την ανεργία σίγουρη πληγή και μαθήματα για το τι σημαίνει να δίνεις ένα χέρι βοηθείας. Ζητούν αμνηστία για να ξεπλύνουν την ψυχή τους.
O ορισμός της Αμνηστίας: Απαλλαγή από ποινή.... Μεταμφιεσμένο με το γλυκερό ντύσιμο της γενναιοδωρίας, κάποια ύπαρξη νομιμοποιείται να αποφασίσει για το δικαίωμα της ελευθερίας μίας άλλης. Όρος που προκαλεί ανακούφιση και θυμό ταυτόχρονα, έτσι που τελικά να νιώθεις ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται στο δίπολο αλλά κάπου αλλού. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις ή να στερήσεις κάτι που δεν έχεις βιώσει;
 Αμάρτημα και τιμωρία, το γνωστό μοτίβο, επαναλαμβάνεται εδώ χαμηλόφωνα και εγείρει το ερώτημα της κατοχής του δικαιώματος για ζωή στον οποιοδήποτε. Τα νήματα διάφορων ανθρώπινων ζωών, αλλά πιο γερά και άλλα πιο εύθραυστα, άλλα σκούρα, άλλα λευκά,  αλλά πολύχρωμα, τολμούν να μπερδευτούν, κάτω από περίεργες συνθήκες, όπως όλες συναντήσεις που έχουν πεπρωμένο να χαράξουν ένα βαθύ αυλάκι.
Δύο διαφορετικές υπάρξεις, ένας άντρας και μία γυναίκα και ανάμεσά τους μια ροή που τα ευρήματα σε κάποιο ντουλάπι διαπιστεύουν ότι είναι φυσική. Για πριν και μετά τη συνάντησή τους οι εικόνες μιλούν: άλλοτε το νερό ήταν αδύνατο να κυλήσει, σαν μια στάλα νερό αβοήθητη, άλλοτε αγκομαχούσε όπως μια βρύση που στάζει ή ένα χαλασμένο πλυντήριο, και ήταν το αμοιβαίο κράτημα που άφησε την ελευθερία να τρέξει. Πριν οι παραβιάσεις ήταν διάχυτες, με βλέμμα και με λόγια, με πράξεις και με σιωπές.
Μία μητέρα σε κρίση, που θήλασε λίγο παραπάνω τα παιδιά της, γιατί γνώριζε την επιτακτική ανάγκη να τους στερεί πολλά. Τα φρόντισε τόσο καλά και το ήξερε, ξεπλένοντας έτσι τις τύψεις για την ευτυχία της. Με ένα σύζυγο παιδί παρατημένο από τον ίδιο, που εκείνη έχει καθήκον να θρέψει. Γυναίκα με ανθρώπους λιγοστούς κοντά της, δίνει στον καθένα ο,τι μπορεί να αντέξει, αλλά το όριό της είναι σαφές. Με  μία φίλη που δεν την καθρεφτίζει κατά μέτωπο αλλά από το πλάι, που την έφερε στο δρόμο της η αγνή χαρά με μετουσιωμένο κάθε ίχνος ανταγωνισμού. Ένας άνθρωπος που δέχεται την επίθεση του άλλου αφού εκείνος έχει διαισθανθεί την πεπερασμένη εκ προοιμίου αντοχή που της δίνει η δύναμή της να τηρήσει τις ισορροπίες. Μία γυναίκα που περιμένει. Και ο άντρας μόνος, έρχεται γιατί ξέρει πως εκεί υπάρχει αλήθεια.
Σε ένα κοινό μπουκάλι ανακατεύουν πικρό, αλμυρό και γλυκό, το προσέχουν αρκετά καλά, ο ένας φιλτράρει τα κατάλοιπα του άλλου. Αφήνουν το μίγμα να χυθεί στη θάλασσα και ένα παιδί σε μια βάρκα το παρατηρεί. Φεύγεις από την αίθουσα με μία πίπιζα να σε σπαράζει, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματικότητα είναι σκληρή αλλά και απελευθερωτική. Με μελωδία κάπου ανάμεσα στη τζαζ, στην ηπειρωτική παράδοση και στην αλβανική. Να μας κάνει να βλέπουμε κάθε κρίση αλλιώς και να μη ζητάμε αμνηστία αλλά προσωπικό δικαίωμα.

 www.moveitmag.gr: Τι είδαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Αφιέρωμα The Trial: Η λυτρωτική ροή της κρίσης






Σε μία κατάμεστη αίθουσα, οσμίζεται κανείς την κλασσική ποιότητα από την αύρα σεβασμού που  εκπέμπουν οι περισσότεροι θεατές. Ακόμα και κάποιοι δύσπιστοι διπλανοί ψίθυροι φωλιάζουν στις θέσεις τους μπροστά στα πολυεπίπεδα νοήματα, στο βλέμμα το Πέρκινς και στον καθηλωτικό ρυθμό.  Το Adagio in G., με την υπόγεια απόγνωσή του, πέφτει μαζί με τους τίτλους αρχής και η μικρή ονειρική παραβολή προμηνύει πως ο,τι ακολουθήσει θα αποτελέσει αναμέτρηση και μπλεξιμο ονείρου, εφιάλτη και πραγματικότητας.
Η πλοκή πασίγνωστη, ο δημόσιος υπάλληλος Joseph K. κατηγορείται ξαφνικά από το Νόμο για μία σοβαρότατο ακατονόμαστο έγκλημα που όλες οι φιγούρες αδυνατούν να ντύσουν με μία λέξη, στερώντας του τη λύτρωση από την ενοχή. Προσπαθεί να βρει άκρη με έναν δικηγόρο μακιαβελικό (O Orson Welles σε μεγάλα κέφια) και τρέχει να ξεφύγει αναζητώντας την αλήθεια του,.  Στροβιλίζεται, έτσι, ο ήρωας, επιτακτικά, ανάμεσα σε διφορούμενες Αντρικές και Γυναικείες φιγούρες, αμφιλεγόμενου, ώρες ώρες, συναισθηματικού χρώματος.  
To βιβλίο (1924), διάσημα αμφιλεγόμενο ως προς το πόσο μπορεί να γίνει ανεκτή η κλειστοφοβική ενέργειά του, ίσως προέκυψε από την ανάγκη του Franz Kafka (1883-1924) να συνενώσει τις δύο αντικρουόμενες έννοιες στις οποίες είχε τριφτεί στη ζωή του. Από τη μία οι στεγνές και αντικειμενικές αρχές της δικαιοσύνης σε σύγκρουση με ένα παράλογο γραφειοκρατικό δημόσιο τομέα που προκαλεί απορία για το ό,τι το έκανε αρχικά, επί της ουσίας, πόλο έλξης, πέρα από την προφάνεια της νομιμότητας.
Πεδίο δράσης του Kafka υπήρξε μία Αυστρία τραυματική και καταδιωκτική, όπου έχασε τη ζωή του το 1924 λίγο μετά από την απώλεια της φωνής του, ειρωνικά καθησυχαστικό γεγονός για μια φωνή που δε βρήκε τις ακριβείς λέξεις να εκφράσει τον πόνο της.  Άλλωστε, πρώτα το χαρτί και ύστερα ο Orson Welles, μετουσίωσαν τις καταπνιγμένες συγκρούσεις στην πιο αντιπροσωπευτική, για το συγγραφέα, κραυγή. Η ανταλλαγή ενέργειας μεταξύ Πέρκινς και Ουέλς ήταν τόσο έντονη που ο δεύτερο ντουμπλάρισε τη φωνή του πρώτο, χωρίς ο ηθοποιός να είναι σε θέση να διακρίνει αν ήταν ίδιος ή όχι.




 Ο Antony Perkins, μετά την ανατριχιαστική απεικόνιση της αναμέτρησής του με μητρικές φιγούρες (Psycho, 1960), προχωρά ίσως και ερμηνευτικά, συγκρουόμενος με την πατρική φιγούρα, της οποίας την τιμωρία τρέμει, με ένα ρόλο αντίστιξη στον προηγούμενο. Σοφές επιλογές στους γυναικείους ρόλους οι Jeanne Moreau και  Romy Schneider ως γυναίκες άγγελοι-διάβολοι, αγίες-πόρνες, ενώ η Madeileine Robinson φαίνεται επιβλητική.
Η δήλωσή του Kafka ότι όλο το έργο του είχε ακροατή-στόχο τον πατέρα του (αποκαλυπτική η φράση «παίρνω ο,τι  μου δίνεις γιατί φοβάμαι μη νομίσεις ότι μου έχει λείψει») δικαιολογεί την αναπόφευκτη αναγωγή στον ταραγμένο ψυχισμό του συγγραφέα, μέσα από σύμβολα και αισθήσεις. Δεν τολμάς να κρίνεις την κινηματογράφηση, μόνο αναγνωρίζεις τις γυρισμένες πλάτες των θυμάτων στο Elephant ή τον απεγνωσμένο χαρακτήρα του Ντι Κάπριο στο Inception ή στο Shutter Island, που χρειάζεται να τον υποβαστάξουν δύο πράκτορες για να απελευθερωθεί από τους δαίμονές του.
Νιώθεις τις απολαυστικά ποικίλες αντιδράσεις των θεατών, άλλος στην περιβόητη σκηνή της δίκης βλέπει ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε απολυταρχικό καθεστώς, όπου κάποιοι υποχρεώνονται να εξοφλούν το είναι τους, άλλος την κομμουνιστικό γρανάζι να πληρώνει για ένα θλιβερά άναρχο συντονισμό. Κάποιος μπορεί να δει μία  ζεστή λίμνη με ψάρια και την ανικανότητα του Joseph να κολυμπήσει σε αυτή δίχως να νιώσει ακατονόμαστη ενοχή. 





Σύμβολα πολλά, παρατάσσονται και διαπλέκονται, με πιο έκδηλα τα γλωσσικά σημεία παρόντα, για παράδειγμα, από την έναρξη του φιλμ,  στην ακρίβεια της ανάκρισης σε αντίθεση με την ανακρίβειά της κατηγορίας. Ακόμα και το όνομά του μένει στο πατρώνυμο, το επίθετο παραλείπεται, υπογραμμίζοντας την αντίστασή του στο να ταυτιστεί πλήρως με τον πατέρα του.
Σε όλα τα επίπεδα οι ταυτίσεις ρέουν, στο κλάμα με τη γυναίκα που πάντα κοιτά πλάγια κουβαλώντας με ένα γλυκό τρόπο βαρύ φορτίο και του προσφέρει τη θάλασσά της την οποία εκείνος δεν μπορεί παρά να την απαρνηθεί, αφού ούτε και το νερό έχει βαφτιστεί. Τα διχοτομημένα βλέμματα των γυναικείων φιγούρων των καθρεφτίζουν παρηγορητικά, αγνά προκλητικά,  αδύναμα, αναδύοντας μια αρχέγονη σύγκρουση. Ο Joseph K. είναι προσωρινά ψύχραιμος όποτε τις πλησιάζει και επίσης πρόσκαιρα, σε σχέση με την τελική σκηνή, προτιμά να απομακρυνθεί τρέχοντας. Δεν αργούν και οι προβολές του να τον καταδιώξουν, σε ειρωνικά τζαζ ρυθμούς. Κι εκείνος διεισδύει όλο και πιο βαθιά στη σκοτεινή του άβυσσο.
Η αρρενωπότητα που τον περιβάλλει (δικηγόρος, δικαστής, ανακριτής και δευτερεύοντες χαρακτήρες) δεν του χαρίζει έναν ταιριαστό του αντικατοπτρισμό, ούτε του απευθύνεται όπως θα ήθελε, πάρα τον κάνει να βγάζει γυναικείους λυγμούς όταν τον τιμωρεί με βία. Παίρνει ο Joseph στα χέρια του ένα πατρικό πορτραίτο που τα χέρια του είναι πολύ αδύναμα για να το βαστάξουν. 





Όλα αναμειγνύονται εφιαλτικά και γοητευτικά ταυτόχρονα και το υπόγειο χιούμορ υπενθυμίζει ότι κανένα όνειρο δεν είναι δυσκολότερο από μια βαριά πραγματικότητα. Η ασφυξία που εικονογραφείται δε σε ενοχλεί, αντίθετα, ίσως απελευθερώνει.
Προς το τέλος, δύο άντρες τον συλλαμβάνουν και οδηγούν σε μία ζεστή λίμνη και μετά σε ένα πέτρινο φιλόξενο λαγούμι και μακριά από το βλέμμα τους εκείνος αποφασίζει να απογυμνωθεί και να απελευθερωθεί. Έχει ήδη προλάβει να αρνηθεί τον πατέρα του και φτάνει να θέτει το δίλημμα του ποιος θα τον προστατεύσει σκοτώνοντάς τον. Ο πατέρας, σε μία ύστατη ευκαιρία να πάρει πάνω του την ευθύνη ως δείγμα ότι τελικά τον αγαπά, όπως o Joseph ελπίζει, ή ο ίδιος, παίρνοντας την ευθύνη για τον εαυτό του; H αλήθεια, όπως πάντα, είναι κάπου ανάμεσα, οι καπνοί επισφραγίζουν μία οργασμική κραυγή. Αρμονικά κυκλικά, η στοιχειωτική μουσική σε ξυπνά από τον εφιάλτη και σε οδηγεί προς την πύλη εξόδου. 






Ταυτίζεσαι με ένα δημόσιο υπάλληλο που δε γνωρίζει γιατί ο μεγάλος Άλλος τον κυνηγά ή απλά με έναν άνθρωπο που ετοιμάζεται  να σπάσει τα δεσμά που ένιωθε και να τελειωθεί.  Γνωρίζεις το δικό του μερίδιο ευθύνης αλλά απλά δεν έχεις τη δύναμη να το ονοματίσεις, παρά μόνο όταν μέσα από την ηδονική κατάρρευσή του λυτρωθείς. Τι πιο αληθινό στην παρούσα φάση;

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Winter's Bone: Η άνοιξη μέσα της



  

Συχνά οι οσκαροειδείς ταινίες προκαλούν αντίδραση, μόνο και μόνο επειδή έχουν προταθεί για το βραβείο. Θες οι ¨φωτογραφικοί¨ μελοδραματικοί ρόλοι, με τον ηθοποιό αγνώριστο (Charlize Theron, Nicole Kidman), είτε η απογοήτευση από κάποιες λεγόμενες μεγάλες ταινίες. Ακόμα και το γεγονός οτι καμιά φορά το κόκκινο χαλί καταντά χώρος αλληλοκολακείας μεταξύ καλλιτεχνών. Θα έχουμε πάντα τον Τιτανικό, αλλά συχνά εμφανίζεται το κακό διαολάκι της προκατάληψης. Το Winter's bone, με αφορμή την ανάγκη για δροσιά μέσα στο καλοκαίρι, δικαίωσε την άρση του. Κυρίως γιατί αν ξεχιονίσεις λίγο το παράθυρο που σου ανοίγει η ταινία,  θα αντικρίσεις μια σπάνια ψυχή.
    Από την αρχή οι ευθύνες που έχει αναλάβει η έφηβη της ιστορίας είναι δυσανάλογα βαριές. Ο πατέρας της από χρόνια μπερδεμένος στο να πουλά αποδράσεις.  Καταζητούμενος, ζωντανός ή (όπως μαθαίνουμε) νεκρός, η εγγύηση για τη σύλληψή του, αν δε κατατεθεί, θα στείλει στο δρόμο όλη της την οικογένεια. Το κορίτσι αποφασίζει να τον βρει, καταρχάς για να τους σώσει, αλλά και γιατί σα μια μικρή Αντιγόνη επιθυμεί να θάψει τον αδελφό-πατέρα, κάτι που δείχνει και τη σύγχυση μεταξύ των γενεών μέσα της.
     Μοιάζει εκπληκτικό πως, ο σεβασμός στους γονείς, αντίθετα ίσως με άλλες περιπτώσεις, δεν κερδίζεται, αλλά φαίνεται πως τα γονίδια έχουν επιγραφή με αυτόν πάνω τους. Υπάρχει ο σεβασμός στο DNA μας? Συγκοινωνεί με το λυχνάρι της υγείας του πνεύματος? Είναι πιθανό, οι γονείς αφορούν κομμάτι του εαυτού μας, η παντελής απόρριψή τους δημιουργεί άγχος οτι θα αφανιστούμε οι ίδιοι.
    Κι όμως, τις άσχημες πλευρές του πατέρα της τις έχει απορρίψει από νωρίς, αλλά όχι αυτόν ως ύπαρξη, παρά ίσως περισσότερο ως λειτουργία. Το πιο αγγελικό πρόσωπο αντισταθμίζει τον άντρα του σπιτιού, με όποια χειρωνακτική υποχρέωση συνεπάγεται αυτό. Ταυτόχρονα,  γίνεται η ίδια μητέρα του εαυτού της αλλά και των μικρών προστατευόμενών της, το ένστικτο την οδηγεί στην ουσιαστική φροντίδα μακριά από τα κανακέματα. Έχει τη γενναιοδωρία να δέχεται το γεγονός της ανημποριάς της μαμάς της να έχουν οποιαδήποτε επαφή. Οι υπόλοιπες γυναίκες, "λίγες", απλά διαμεσολαβούν και κινούν τα νήματα προς τη λύση του δράματος.
    "Μη ζητάς κάτι που θα έπρεπε να σου είχε ήδη προσφερθεί". συμβουλεύει με θυμό τα παιδιά, αφού για την ίδια το αίτημα παραμένει μια μάστιγα, από την οποία δεν μπορεί να απαλλαχθεί. Γιατί εκείνος από τον οποίο ζητά δεν είναι πουθενά. Το ύφος της, που σε στοιχειώνει από την αρχή της ταινίας, μιλά, φωνάζει πως καμιά φορά η μόνη επιλογή που μπορεί να έχει κάποιος όταν αυτές είναι οι μυρωδιές γύρω του, είναι οι άκρες των χειλιών του να είναι καταδικασμένες να δείχνουν λίγο προς τα κάτω, σα να θέλουν να εξομολογηθούν το βάρος που έχει κρεμαστεί πάνω τους, αλλά συγκρατιούνται.



    Πώς να είναι όταν το όνομα του πατέρα σου δημιουργεί τέτοιες αντιφατικές αντιδράσεις δέους, αντιπάθειας, φόβου, προσμονής, ανικανοποίητου? Ίσως για να λυτρωθεί από το δράμα της, ο κατακερματισμός της ψυχής της από εκείνον να ήταν μοιραίο να γίνει πραγματικός. Να ήταν απαραίτητος, έτσι ακραίος, για να ενώσει τα κομμάτια της. Και αποσπώνται τα χέρια του, ως απόδειξη θανάτου του, αποδεικτικά της ικανότητας για δημιουργία. Η ηρωίδα τα κρατά για λίγο στα δικά της χέρα και σαν να μεταφέρεται εκείνη τη στιγμή κάτι από την αντρική ικανότητα, που από καιρό έχει υποψιαστεί οτι έχει ενδοβάλει. Ίσως τα πιο απεχθή γίνονται πάντα με ευγενικά κίνητρα. Ή, κυκλικά, για να πετύχεις έναν ανώτερο σκοπό χρειάζεται να εκπέσεις σε ένα πραγματικό τραύμα.
     Επιτέλους, το κορίτσι ελέγχει ο,τι νόμιζε για χρόνια πως δε μπορούσε να ελέγξει. Η αδυναμία του πατέρα του ήταν η οικογένειά του,της λέει ο θείος της, με τον οποίον η εκτίμηση αλληλοκερδήθηκε. Η δύναμη του πατέρα αρχέγονα ήταν τα χέρια του. Εκείνη συνενώνει τις δυο αντίρροπες δυνάμεις και εκπλήσσει τον εαυτό της που άντεξε αυτή τη βίαιη αποκοπή. Είναι γιατί η αποκοπή από το γονιό δεν μπορεί να είναι παρά ταυτόχρονα τραυματική και λυτρωτική.
    Το τραύμα του αποτρόπαιου θεάματος αυτού το έχει ξαναζήσει. Χρειάστηκε όλη αυτή η επώδυνη διαδρομή για να δει μια ολότητα και όχι αποσπασματικά μια σχέση που ίσως ποτέ δεν κατάλαβε τη μορφή και την κατάληξή της, αλλά θα τα είχε αισθανθεί από πολύ πρώιμη θέση.
    Την παρηγορούσε, ίσως, πάντα, οτι τα δικά της χέρια είναι ολόκληρα, άρτια, συνδεδεμένα και σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό της, να δημιουργεί, να παράγει, να φροντίζει. Η μονίμως με αυτοέλεγχο και αυτοσυγκράτηση έφηβη, με την προτροπή-υποστήριξη ενήλικων γονεϊκών φιγούρων αποκαλύπτει το ξερίζωμα της ψυχής της. Διώχνει τις ξεραμένες ρίζες στο ποτάμι και μετά τις παρακολουθεί να φεύγουν, σαν ινδοί νεκροί. Στεγνώνοντας τα μαλλιά από το μαύρο νερό, εξασφάλισε την άνοιξή της.


    trailer

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Still got the Blue Valentine…







Ίσως όταν γύρω σου τα πάντα μυρίζουν φωτιά και θυμό, να θες να αμυνθείς μέσα από την ομφαλοσκόπηση και την αναγωγή στο διασπασμένο πυρήνα ενός καθημερινού ζευγαριού, που κάνει βόλτες σε μια πλατεία όμοια με τη δικιά μας. Αυτό το ζευγάρι  μπορεί να σου θυμίζει κάτι, επειδή κάποτε ήσουν εσύ ένα από τα δύο ή και τα δύο μέλη. Μπορεί όμως, αν δεν παρακολούθησες αρκετά προσεκτικά αυτό το στρατευμένο φιλμ για το τι μπορεί να κάνει μια σχέση να θρηνεί καθόλη τη διάρκειά της μια ευκαιρία για ουσιαστική συνάντηση, να βρεθείς μπροστά σε μια δυσοίωνη προφητεία  μελλοντικής ανάμνησης.
Από  την κατάρρευση μιας σχέσης γεννιέται συχνά κάτι, όπως η επιθυμία να ανταλλάξει κανείς συνωμοτικά βλέμματα υποβρυχίου καθρεφτίσματος.  Οι δύο ήρωες μας, όμως, δεν είναι σε θέση να επωφεληθούν αυτής της κατάρρευσης, αλλά διασταυρώνονται συνεχώς, χωρίς να συναντιούνται επί της ουσίας ποτέ. Δύο άνθρωποι που δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια αλλά που ο καθένας αντίκριζε τη φαντασίωσή του για το τι σημαίνει «ερωτεύομαι».

Εκείνος ήδη εύθραυστος στη δοτικότητά του, εκ προοιμίου ικανοποιημένος με το ολιγαρκές είναι του, εκείνη παραβιασμένη ζητώντας ένα άνευ όρων καταφύγιο και μια  δικαιολογία να μην επιχειρήσει όσα φοβόταν. Και οι δυο, τελικά,  παραιτημένοι από τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, αν υπήρξαν ποτέ αυτές. Ένας άνθρωπος με τις άκρες των χειλιών προς τα πάνω με μια γυναίκα που δεν εσωτερίκευσε ποτέ αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια, με κάτι υπόγεια βαρύ να μαγνητίζει προς τα κάτω την ανεμελιά και το χαμόγελό της, always hurting the ones she loves. Οι γονείς και των δύο ανύπαρκτοι αλλά και τόσο παρόντες, μεταφορείς του φόβου και των δύο να σχετιστούν, αντί για παράλληλα, πρόσωπο με πρόσωπο. 
Ένα παιδί και ένα σκυλί ο απαραίτητος ενδιάμεσος μεταβατικός χώρος μεταξύ τους. Για πρώτη και τελευταία φορά στην αρχή του έργου τους βλέπουμε να ρίχνουν το βλέμμα τους σε έναν κοινό τόπο. Το πτώμα της σκυλίτσας τους μοιάζει με εκείνο της νεκρής τους σχέσης και η τελετουργία της ταφής είναι αναπόφευκτη. Το παιδί, από την άλλη, υποφέρει από το ανεκπλήρωτο αίτημά του να δει να επιβεβαιώνεται ο λόγος ύπαρξής του και η ενότητά του μέσα από την ένωση των γεννητόρων του. Μέχρι ένα σημείο για να μπορέσουν να αντέξουν ο ένας το κενό του βλέμματος του άλλου, χρειάζονταν κάτι που τριγωνικά να τους επιστρέφει  το πολυπόθητο βλέμμα πίσω: ένα παιδί. ¨Όταν όμως παρουσιάστηκε η ματιά αυτή,  έγινε πιο αβάσταχτη από την ίδια την κενότητά τους.
Άντρες, τρίτα πρόσωπα, θυμίζουν  στην ηρωίδα τη  γυναικεία υπόστασή της, ο ένας ενεργοποιεί την υποταγή της και ο άλλος τη σκληρότητά της. Τα θραύσματα των ανεκπλήρωτων ερώτων αυτής της γυναίκας έγιναν φυγόκεντρα οχήματα προς κλουβιά που την απομόνωσαν από κάθε άλλη προσωπική καταξίωση.
Το φουτουριστικό ντεκόρ του ξενοδοχείου, σε ψυχρές μπλε αποχρώσεις,  ειρωνικά πασχίζει να υποσχεθεί ένα μέλλον στους δύο ήρωες, δανείζοντας το πάτωμά του σαν μια στερεή βάση που όμως εκείνοι τελικά χάνουν κάτω από τα πόδια τους. Τελικά, το μπλε ρούχο αυτού του Βαλεντίνου σουρουπώνει πάνω από τα κεφάλια τους και τυλίγεται ασφυκτικά γύρω τους, μπαίνει με τα  γαμήλια τούλια του μπροστά στα μάτια τους. Τους κάνει μυστηριώδεις και απόμακρους και τους προστατεύει από το να επιστρέψει και να ανταποδώσει ο ένας το βλέμμα στον άλλον. Οι κλωστές από τις ματιές τους  τεντώνονταν προς κατευθύνσεις παράλληλες, ίσα που το ένα νήμα κατορθώνει να αφουγκραστεί την ανάσα του άλλου. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, τα σχοινάκια σπάνε αφού έχουν τεντωθεί ανεπανόρθωτα.
            Μία ευχή για το καλοκαίρι, να συναντηθούν βλέμματα και οι δυο κλωστές που τα ενώνουν  να γίνουν ένα χαρούμενο κουβάρι…


Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Never let me go?...Ή κράτα με για μια απαραίτητη στιγμή?


Το σούσουρο για την κλωνοποίηση ανθρώπων φαίνεται να έχει καταλαγιάσει. Από το 2009, όπου τα  πέντε πρώτα έμβρυα, πιστά αντίγραφα ανθρώπων, θανατώθηκαν, αποκοιμήθηκε η ναρκισσιστική ελπίδα της ανθρωπότητας να μην αφεθεί ποτέ στη μοιραία φθορά της.  Ωστόσο, μία ταινία για την κλωνοποίηση μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Ποιά είναι η πρώτη σκέψη στο άκουσμα της λέξης κλώνος; Ίσως μέτρημα προβάτων, πανομοιότυπων και πειθήνιων; Γνωστός μας ο χορός της ομοιομορφίας, που άθελά μας ή εσκεμμένα  λίγο πολύ χορεύουμε όλοι. Εκτός όμως από αυτό, η κλωνοποίηση ίσως λαμβάνει πλέον έναν ενεργητικό χαρακτήρα, για παράδειγμα, μέσω του παγκόσμιου ιστού. Μπορεί οι ηθικοί περιορισμοί να αποτρέπουν την φωτοτύπηση ανθρώπων, όμως το φαντασιακό αρπάζει τα ηνία και επιτρέπει στον καθένα μας να έχει έναν δεύτερο εγώ, βελτιωμένο ίσως του πρωτοτύπου. Παράλληλα, σε κάθε επίπεδο ανάλυσης η διαφορετικότητα είναι δικαίωμα και απαίτηση, λέξη κλειδί για τις μέρες μας.
Το “Never let me go” μοιάζει ένας ύμνος στη διαφορετικότητα, στην ελευθερία της επιλογής να δει κανείς τα πράγματα, όσο δυσοίωνα και αν φαίνονται, με έναν τρόπο που τον προχωρά. O Romanek (One Hour Photo), φαίνεται να αρέσκεται στο να μας μιλά για κάποιους φιλοξενούμενους στη ζωή.
Ο τίτλος μοιάζει ειρωνικός, αφού δεν υπήρξε ποτέ το  απαραίτητο κράτημα από το μητρικό χέρι για τους ήρωες, ώστε να έχουν ανάγκη να ζητούν από εκείνο να τους αφήσει να φύγουν. Δεν νιώθουν κανένα κυνόδοντα να κινείται. Ανατρέφονται με προορισμό να δίνουν, χωρίς όμως καμία εναλλακτική. Αρκετά νέοι, θα δώσουν μερικά από τα όργανά τους για δωρεά και  στο τέλος θα καταλήξουν. Είναι η πιο ανθρωπιστική ανατροφή που θα μπορούσαν να λάβουν, μόνο που αγνοείται η πιο πολύτιμη πανανθρώπινη αξία, που είναι η ελευθερία. Μία αλτρουιστική πράξη, το να δώσεις ένα κομμάτι σου προσφέροντας πνοή σε κάποιον, καταντά ένας ετεροκαθοριζόμενος κατακερματισμός του σώματος και του εγώ.
Από μικρά, τα παιδάκια αυτά ενστικτωδώς γνώριζαν το πεπρωμένο τους. Κάποιο συνέχιζε να ζωγραφίζει ενώ οι άλλοι το χλευάζουν, αναζητώντας την αλήθεια. Κάποια είχε καταλάβει το μοναχικό της τέλος και προσπάθησε να  το δανείσει στην πιο έμπιστή της φίλη. Κάποια περίμενε με υπομονή να συναντηθεί με εκείνον που αγαπούσε. Είναι η αγγελική πρωταγωνίστριά μας, που ακούει το ομώνυμο με τον τίτλο sixties κομμάτι, απευθυνόμενη ουσιαστικά στην παιδική της  ηλικία, ως ένα ρέκβιεμ του χαμού της ανεμελιάς που τη συνόδευε. Το κορίτσι ερωτεύτηκε, έχασε την αθωότητά του, αλλά ταυτόχρονα βρήκε έναν άνθρωπο για τον οποίο αξίζει να φοβάται να μην την αφήσει. Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα κουβάρι από συναισθήματα μέχρι η γάτα-μοίρα να το κλωτσήσει για να ξετυλιχτεί.


Ο έρωτας γίνεται ανταλλάξιμο είδος με τη ζωή, τι πιο ποιητικό και αληθινό. Ή θα αγαπήσουν αληθινά, ή θα δώσουν τη ζωή τους. Ίσως κάθε άνθρωπος που δεν ερωτεύεται και δεν προσφέρει ολόκληρο τον εαυτό του σε κάποιον, να πρέπει να δώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι του. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, ο Αδάμ συνέπτυξε τα δυο παραπάνω, πρώτα δίνοντας ένα κομμάτι του για να δημιουργηθεί η Εύα και μετά δίνοντάς της όλο του τον εαυτό.
Μπροστά στην ελπίδα της σωτηρίας τους μόνο αν καταφέρουν να αγαπήσουν αληθινά, οι δύο ήρωες, μετά την μετάνοια της «κακιάς» Knightly,  μπαίνουν στη διαδικασία να δουν τα συναισθήματα τους διάφανα σα γυαλί. Στις μετεφηβικές τους αναζητήσεις, αντικρίζουν ξανά το κενό που τους άφησε μια άδεια σκηνή οιδιπόδειου δράματος, αναζητούν γονεϊκές φιγούρες. Οι μόνες που φαντάζονται έχουν κάτι το μυστήριο και απροσπέλαστο. Εξ’ ου και τα αλλεπάλληλα τρίγωνα που σχηματίζουν, σχετιζόμενα, τα τρία παιδιά. Οδηγούνται, τελικά, σε ο,τι πιο κοντά σε γονείς γνώρισαν, στις δυο δασκάλες τους, για να λάβουν την απάντηση σε ο,τι ίσως κατά βάθος ήδη ήξεραν: Δεν είναι δυνατό ο έρωτας να γίνει ανταλλάξιμο είδος με τη ζωή. Αυτό θα χαλούσε την έννοια του αυτοσκοπού που περιέχει.
Σκοπός στη ζωή φαίνεται να είναι είτε να ερωτευτείς, αν μπορείς, προσφέροντας όλο σου τον εαυτό, είτε τουλάχιστον να προσφέρεις ένα κομμάτι σου. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, ο Αδάμ έφτιαξε από τον πλευρό του την Εύα, πριν την ερωτευτεί και της προσφερθεί ολόκληρος. Η Νάιτλι, μητρική, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, προσφέρει από το πλευρό της τη δυνατότητα σε δυο ανθρώπους να προσφέρουν ο ένας στον άλλον τον ίδιο τους τον εαυτό.
Η νομοτέλεια κάθε ταξιδιού στη ζωή μάλλον είναι αναπόφευκτη, όμως η διαδρομή αποζημιώνει. Τρία παιδιά,  παίζοντας το παιχνίδι των επιλογών, πετούν το μπαλάκι των διλημμάτων το ένα στο άλλο και τελικά κερδίζουν το δώρο της συνειδητής απόλαυσης της στιγμής. Μέχρι κάποιο να το πετάξει πέρα από το φράχτη, από όπου δεν υπάρχει επιστροφή.
Ίσως η ελάχιστη στέρηση της ελευθερίας μας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο είναι δεδομένη. Είναι ουσιαστικά ο ευνουχισμός μας, ο εξανθρωπισμός μας, αφού μπαίνουμε σε ένα πλαίσιο, αυτό του περιορισμού της παντοδυναμίας μας. ¨Όταν η ελευθερία μας αφαιρείται βίαια, έχουμε ανάγκη να επαναστατήσουμε, κάτι που, αξιοσημείωτα, κανείς από τους τροφίμους δε σκέφτηκε να κάνει. Ή μήπως τελικά το έκανε μέσω της αγάπης, της τέχνης και της μετουσίωσης της σύγχυσης στο κεφάλι του σε δαιδάλους που προσφέρει στη μητρική φιγούρα, δίπλα από τη γυναικεία πατρική;
Η ελευθερία των παιδιών κερδήθηκε με αιματηρή επανάσταση, ήταν εσωτερική και εφήμερη, όπως κάθε τι πραγματικά πολύτιμό στη ζωή. Και η ζωή τους άφησε να φύγουν, κλώνους του πιο σοφού ανθρώπου.



Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Re-thinking on Social Network

       


       Να λοιπόν που μία ήσυχη ταινία μπορεί να σε κάνει να την ξανασκεφτείς και να εργάζεται μέσα σου χωρίς καν να το καταλαβαίνεις..Και μια μέρα κάποιες ακόμη σκέψεις να ξεδιπλώνονται, μετά την απαραίτητη αποστασιοποίηση...Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η διεργασία για ένα φιλμ; Ίσως οτι είναι πολύ βαθύτερο απ'ό,τι θέλει να αποκαλύψει...
       Τα σημαίνοντα στο facebook απροκάλυπτα νοηματοδοτούν τον τύπο της επικοινωνίας που διαλέγει ο ήρωας για να συμπορευτεί με τους υπόλοιπους ανθρώπους...Ασφάλεια και αποκλεισμός (όροι κλειδί και για τις ρυθμίσεις απορρήτου) αποτελούν τις δύο πλευρές του τοίχου που υψώνεται ανάμεσα στο χρήστη και τους υπόλοιπους. Ο τοίχος προκαλεί να εκφράσουμε ο,τι αισθανόμαστε, πιστεύουμε, ακούμε, βλέπουμε απευθυνόμενος σε αυτόν, οξύμωρο εξ'ορισμού...Αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου και προστατεύουμε τον εαυτό μας, προσφέροντας ένα μέρος του στον άλλο, με έναν καθ'όλα(;) ελεγχόμενο από εμάς τρόπο. 
      Ο τοίχος είναι ο ενδιάμεσος χώρος που πρώτος ο πρωταγωνιστής ύψωσε για να βρει τη δύναμη να εκφραστεί. Πρώτα εκείνος, η κοπέλα, το pc, έπειτα εκείνος, ο φίλος του, το pc. Τέλος, εκείνος, ο φίλος του και ο Timberlake, επίπεδος συναισθηματικά όσο και ο υπολογιστής. Για να λειτουργήσει ο ήρωας και να επικοινωνήσει τα συναισθήματά του χρειάζεται ένα μεσάζοντα, που δεν είναι άνθρωπος αλλά δημιούργημά του, με όλα τα χαρίσματα της νοημοσύνης του αλλά απογυμνωμένο από το μεγαλείο των λεπτών παλμών από την ίριδα της ανθρώπινης ψυχής. 
     Η άμεση επικοινωνία χάνεται σε ένα βάλτο από παράδοξα (είναι, εν τέλει, φυσικό να μιλάς σε έναν τοίχο). Στο "βιβλίο των προσώπων" δεν επιθυμούμε να αποκαλύψουμε το πραγματικό μας πρόσωπο. Επιλέγουμε να αγνοήσουμε κάτι που μας πονάει ή να μεγεθύνουμε κάτι που σε άλλη περίπτωση δε θα ήταν δυνατό να προσέξει κανείς. Αυτός ο πειραματισμός μπορεί να είναι ευεργετικός...Αρκεί να ζωγραφίσουμε πάνω στον τοίχο και να μην ακούμε απλά την ηχώ από τον αντίλαλο της φωνής μας... 

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

La belle indifference των σύκων της Αθήνας





Κάθε οιωνεί περιπατητής βρίσκει κάτι από τον εαυτό του στα μακριά παντελόνια του Κουρή, ποτισμένα από ζουμιά, μυρωδιές και τον αλητεύοντα αέρα της πόλης. Ανακαλύπτει το αυτονόητο, επιμηκύνει μία τυχαία συνάντηση και χαμογελά χωρίς αντάλλαγμα. Όλα όσα ένας συγγραφέας θέλει να πει τα βάζει στις μπουκιές του ήρωα, στα χέρια, στα πόδια του και πολύ λιγότερο στη φωνή του. Το πιο φαιδρό είναι ότι τίποτα απ’ο,τι συμβαίνει στην ταινία δε σου φαίνεται σουρρεαλιστικό, αφού το έχεις ήδη ζήσει.
Τι φοβάται; Τι μπορεί να κάνει τον συγγραφέα μας να καταφεύγει σε τραγελαφικά δρώμενα; Μήπως το ότι καταφέρνει να επιβιώσει μια χαρά στην ταλαιπωρημένη πόλη μας; To οτι απενοχοποιημένα χορεύει με τις πιο βρωμερές λέξεις και τις σκέψεις που τις υποδεικνύουν; την ίδια στιγμή που αυτολογοκρίνεται για το καλό του ύπνου των αναγνωστών του;



Επιτρέπει στον άλλο του εαυτό όλα για τα οποία η εκλεπτυσμένη φύση του τον κάνει να αποφεύγει. Μία γλυκιά ανάμειξη ζωής και θανάτου που συμβιώνουν μέσα του. Παράλληλα, τα γλωσσικά παιχνίδια του συγγραφέα μοιάζουν με κουτσό στις πλάκες του πεζοδρομίου για να αποφύγει τους αρμούς. Λεκτικές ακροβασίες που εκπλήσσουν τον αναγνώστη,  με αμφίβολα τελολογικό χαρακτήρα. Το άκουσμά τους περιβολή που κολακεύει το συγγραφέα και του θυμίζει να δείξει γενναιοδωρία  αφήνοντάς μας τις λέξεις του δώρο.
            Λίγο πιο πέρα η Αθήνα μπορεί να καίγεται, αλλά ο περιπατητής μας επικαλείται τα μάρμαρα στο Καλλιμάρμαρο για να διαφυλάξει τη πολυτέλεια της αδιαφορίας του. Τότε είναι στην ουσία που η απουσία λέξεων φωνάζει, στην πραγματικότητα, ότι δεν αντέχει άλλο την ασχήμια, φορώντας ένα δροσερό μανδύα από την επαφή με τα μάρμαρα που τυλίγεται ως περίβλημα, κάνοντας τον περιπατητή να αποπνέει λίγη ψύχρα παραπάνω από το αναμενόμενο.
Προσπαθεί να προφυλαχτεί από τα φρούτα που πέφτουν γύρω του διάσπαρτα και αντί να τα πετάξει προς πάσα κατεύθυνση επιτρέπει στον εαυτό του να τα γευτεί. Και τελικά εκτιμά την παροδική ευτυχία της μπουκιάς του σύκου, που κλείνει μέσα της όλες τις ακολουθίες λέξεων του κόσμου. 


Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Αναμνήσεις μιας αίσθησης




Η πρώτη εντύπωση για την «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Nagisa Oshima, κλεμμένη πολλά χρόνια πριν, συναντάται με μια πιο πρόσφατη παρακολούθηση.  Επομένως, οι παρακάτω σκέψεις είναι απόσταγμα θραυσμάτων από εικόνες αποτυπωμένες σε μία εποχή όπου η προκατάληψη για την πορνογραφική του έργου υπερίσχυε της καλλιτεχνικής της αξίας, τουλάχιστον αρχικά, ως αφορμή για να δει κανείς ένα περιβόητο φιλμ. Από την άλλη, επιβάλλεται μια εκ νέου θέαση, μετά τη συνειδητοποίηση ότι η πορνογραφική εικόνα υπάρχει όσο την περιμένει μια ηδονοβλεπτική ματιά. Οι όποιες γαστρονομικές παρεκκλίσεις είναι το λιγότερο που μπορεί να σοκάρει το θεατή. Αυτό που πραγματικά διστάζεις να συνειδητοποιήσεις είναι η ακρότητα. Παρακολουθείς δύο θηρία να παλεύουν, των οποίων η κοινωνία έχει φιμώσει τη φωνή.
Από την αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης τοποθετείται ως προς την κοινωνική εικόνα της γυναίκας που θα αρχίσει να ασκεί ακαταμάχητη εξουσία στον άντρα: είναι μία πόρνη και μοιάζει, στο μυαλό του Ιάπωνα, μόνο μια τέτοια να μπορεί να διακατέχεται από μια άσβεστη ορμή για σαρκική ένωση. Ζητά την άδεια του άντρα, μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να νομιμοποιήσει το πάθος της. Είναι ένα τεκμήριο της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην ιαπωνική κοινωνία. Η σεξουαλική οντότητα της ενσαρκώνεται ουσιαστικά από το πλευρό του άντρα, χωρίς εκείνον είναι μισή και αφημένη στην ένοχη επιθυμία της.
Ένα σημαντικό διακύβευμα της ταινίας είναι το κατά πόσο εκείνη θα είναι το αντικείμενο, εξάρτημα του άντρα, προς χρήση για την αντρική απόλαυση, ή μια αυτόνομη σεξουαλική οντότητα. Όπως το μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψει ή να σκοτώσει, έτσι κι εκείνη επιλέγει να εκδικηθεί και να επιδείξει το τρόπαιό της με απελπισμένη περηφάνια. Η αγέρωχη συμπεριφορά του άντρα και η αυταπάτη του για τη βέβαιη επανειλημμένη υποταγή της γίνονται βορά στις σειρήνες που απαιτούν εκδίκηση και εναλλαγή της θέσης της στην τροφική αλυσίδα.
Επίσης, οι μητρικές φιγούρες είναι παρούσες καθόλη τη διάρκεια του φιλμ. Ταυτίζονται με πόρνες, κάτι που ίσως  να φανερώνει τη θέση της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην μυστικοπαθή ασφυκτική ιαπωνική κοινωνία. Ένα ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί, ως προς το αιματηρό, για τον άντρα φινάλε, είναι ποιά πρωτόγονη αιμομικτική φαντασίωση τιμωρείται και πόσο έντονη είναι αυτή ώστε για να ξεπλυθεί να κρίνεται επιβεβλημένος ο πραγματικός ευνουχισμός και όχι ο συμβολικός. Δηλαδή, αντί στο τέλος ο πρωταγωνιστής να χάνει τα χρήματα ή τη δύναμή του να πρέπει να απεικονιστεί με λεπτομέρεια στο σώμα του η απώλεια ισχύος. Ο άντρας φαίνεται να έχει ταυτιστεί  με μία παντοδύναμη μητέρα, ίσως, λοιπόν,  να είναι ενεργή μια φαντασίωση ένωσης μαζί της, παράλληλα με μια παρουσίασή της στον καμβά του μυαλού του ως πανίσχυρη και ανυπέρβλητη.
Οι γαστρονομικές αναφορές υπογραμμίζουν την πρωτόγονη καθήλωση της σχέσης αυτής σε ένα στοματικό επίπεδο. Ο άμεσος συνειρμός που συνοδεύει αυτή τη σκέψη οδηγεί στο “Symbol”, όπου οι παραπάνω έννοιες ξαναζεσταίνονται με χλιαρό αποτέλεσμα σε λευκό φόντο, χωρίς ο συνειρμός αυτός να είναι προς στο στάδιο του να είναι έτοιμος να αποδοθεί περαιτέρω λεκτικά. 





Μήπως, τελικά, επειδή ο Ιάπωνας στην καθημερινή του ζωή είναι εκ προοιμίου ευνουχισμένος, η τέχνη παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, δίνοντας του την ευκαιρία, έστω και για λίγο να ζήσει το πάθος και τη θέωση για να του υπενθυμίσει έπειτα την τραγική του μοίρα;
        Η τελευταία σκηνή θυμίζει την αυτοτιμωρία της αιμομιξίας σε μια πρωτόγονη φυλή, όπου ο άντρας που προέβη σε μια τέτοια πράξη αφού αυτό-ευνουχιστεί τρέχει προς τη Δύση. Μόνο που εδώ δε δίνεται η ευκαιρία καν στον ήρωα να ζήσει για να έχει την εμπειρία της πραγματικότητας του ευνουχισμού και να εξιλεωθεί, λόγω ίσως της συνέπειας του σκηνοθέτη ως προς την κοινωνία που τον γαλούχησε. 

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Στρέλλα: Αποδεχόμενοι τα αστέρια που τρεμουλιάζουν…



Το διπλό, θηλυκό και αρσενικό της ανθρώπινης φύσης ξετυλίγεται από τις πιο μικρές χειρονομίες ως τις πιο μεγάλες αποφάσεις. Όλοι φλερτάρουν, αργά ή γρήγορα με την ιδέα, πόσοι όμως εμπεριέχουν τη δύναμη ή την τρέλα να προσεγγίσουν αυτό το δίπτυχο λίγο παραπάνω, χωρίς να φοβούνται να μην τσουρουφλιστούν; Ο σκηνοθέτης της «Στρέλλας», Πάνος Κούτρας, τολμά και δικαιώνεται.
Είναι, καμιά φορά, δύσκολο, για τον "αθώο" θεατή να μυείται, ουσιαστικά, στο ίδιο του το βάθος, μέσα από ένα φιλμ. Εκεί, όλες οι απωθημένες φαντασιώσεις των χαρακτήρων επιστρέφουν βίαια για να κουβαριαστούν και να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα. Μπροστά σε μία τέτοια ενόρμηση-ταμπού, όπως αυτή της αιμομιξίας, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ή να την συνθλίψεις με ένα λοστό, ή να την προφέρεις. Τα σύμβολα μπορεί να φωτίζουν, να χαστουκίζουν ή να παραβιάζουν. Σίγουρα, πάντως, λυτρώνουν…
Με αφορμή μια ανατομία στις σχέσεις γονιού-παιδιού, τα όρια πια τεντώνονται ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει το μη συνηθισμένο, την απόκλιση. Σίγουρα, μας βοηθά να ορίσουμε επακριβώς την ιδιότητα του απέναντι, του διπλανού, αλλά κι εκείνου που αγκαλιάζει με στοργή και δανείζει την ανάσα του. Στον κόσμο μας, όμως, που οι δομές δίνουν χώρο σε νέα μορφώματα, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο, τι μπορεί να ορίσει κανείς; Το όνομα γίνεται κινούμενη άμμος. Πόσο τελικά είναι προσαρμοστικό ένα σταθερό όνομα ή μία ταμπέλα, στην διαρκώς ρευστή αυτή εποχή;
«Ησύχασε, το χειρότερο έχει περάσει, αφού το έχεις ήδη ζήσει». Σαν αυτό να κρύβεται πίσω από το πνιχτό γέλιο της Στρέλλας την ώρα που ξανασυστήνεται  με τον Γιώργο. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν ένα αμοιβαίο τίμημα για τις ενορμήσεις τους, όπως και τελικά έγινε, σύμφωνα με συνέντευξη του σκηνοθέτη. Αφού, όπως ακραία αντιτάχθηκε ο καθένας στην κρυμμένη πτυχή της φύσης του, έτσι ακραία ήταν γραφτό να συμφιλιωθούν μαζί της.
Το ότι το θέμα της ταινίας, παρά την μεγάλη ιδιαιτερότητα του, αγκαλιάζεται από το κοινό αντί να το τρομάξει, αποκαλύπτει ίσως τη σκληραγώγησή μας ως προς το να καταλαβαίνουμε τον άλλο στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Ίσως τελικά ο στόχος αυτού του κόσμου δεν είναι η αλλαγή του άλλου αλλά η αποδοχή.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αποδοχή φαίνεται λέξη κλειδί, αφού όταν ενσαρκωθεί ένας αρχέγονος φόβος, φαίνεται πως ο,τι σου απομένει σε ένα γονιό είναι να εξημερώσει το παιδί του. Να επανορθώσει αγαπώντας το, αμφίσημα,  με όλους τους δυνατούς τρόπους, χωρίς χαρακτηρισμούς. Αυτός ο πατέρας αντί να χρησιμοποιήσει την ανακριτική λάμπα προτίμησε να στολίσει το παιδί του με πολύχρωμες ματιές. Η ερωτική σκηνή είχε την αύρα αποδοχής, κάτι που όντως έγινε στη συνέχεια. Τα σημαίνοντα Κούρος-Κόρη αληλοδιαπλέκονται, η γεωμετρία τους καθησυχάζει τον πατέρα, επιτρέποντάς του να σκεφτεί πως ναι, μπορεί ένα σώμα να εμπεριέξει δύο τάσεις και να είναι αυτός ο τρόπος του να ζει.
Από την, ακόμα ίσως, πεντάχρονη, Στρέλλα, πηγάζει μια ενέργεια, την οποία το παιδί ψάχνει να εναποθέσει, όμως για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, οι δύο γονείς λείπουν. Ο πατέρας της προτιμά να ξεχάσει πως ο θάνατος της γυναίκας του του ξύπνησε έναν ξεχασμένο εαυτό και του αναβίωσε πρωτόγονα άγχη, όπως εκείνο της ένωσης με το δικό του  γονιό. Διχάζεται μπροστά μπροστά στον καλό πατέρα-εραστή, και τον κακό πατέρα-νόμο. Επιθυμεί να ενδοβάλλει, κυριολεκτικά, τον καλό πατέρα, σε μια πράξη που μυρίζει πρωτόγονη έλξη. Η μητέρα της πεθαίνει ξανά και ξανά, αλλά εκείνη τη χρειάζεται, δεν πρόλαβε να μάθει να ζεί χωρίς να την αντικρύζει, έστω και στον καθρέφτη της.  Έτσι,  προσπαθεί να τη δημιουργήσει, παρουσία απαραίτητη στη ζωή της, που της κληρονομεί τον ανυπέρβλητο ναρκισσισμό.
Στο τέλος, ο σκηνοθέτης-παιδί μας δανείζει μέσα απο το view-master του την οπτική του, ώστε να γίνουμε μάρτυρες αυτού που μέσα από δαιδάλους κάθε άνθρωπος επιθυμεί, τη συμφιλίωση με τη φύση του, ασχέτως του τρόπου με τον οποίο κατέληξε σε αυτή, και της φύσης των άλλων. Ίσως όλα να είναι τόσο απλά, και εξέλιξη εσωτερική και κοινωνική να μη σημαίνει τίποτε άλλο από αποδοχή. 


Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2011

Attenberg...Τα άσπρα σπιτάκια που μυρίζουν ελευθερία...




Κάτι γίνεται, κάτι κινείται, η γενιά μας προβληματίζεται, καταβαραθρώνεται και γεννά διαμάντια. Μετά τη σπουδή πάνω στον αιώνιο εγκλεισμό στη μήτρα της ελληνικής οικογένειας από τον Κυνόδοντα, υπάρχει φαίνεται ελπίδα για τον οικογενειακό πυρήνα, ακόμη και αν είναι κάπως διαφορετικός από αυτό που έχουμε συνηθίσει. Είναι σκληρό, αλλά η προσαρμογή στα νέα δεδομένα είναι αναπόφευκτη.
Ο τίτλος αναφέρεται στον επιστήμονα και τα ντοκιμαντέρ που έγιναν-εν μέρει- όχημα ενηλικίωσης για μια κοπέλα που μεγαλώνει με τον πατέρα της. Όλα τα συνοδά συμπτώματα της εποχής μας είναι παρόντα: παρατεταμένη εφηβεία (στα 23 το κορίτσι αρχίζει και αναζητά την ταυτότητά της έξω από το σπίτι), μονογονεϊκή οικογένεια. Τα ντοκιμαντέρ αυτά φαίνεται να έμαθαν στο κορίτσι  τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι προερχόμαστε από τους χιμπαντζήδες, αποδοχή της –ταπεινής-καταγωγής μας. Η ελευθερία να κραυγάσεις και για μια στιγμή να επανέλθεις στην κατάσταση που κάποτε ένιωθες άνετα.
H ατμόσφαιρα είναι κοφτερή σαν Κυνόδοντας, αλλά στο Attenberg της Τσαγγάρη ξετυλίγεται μια αισιόδοξη οπτική. Ο πατέρας δεν είναι παντοδύναμος, αλλά τρωτός, ανθρώπινος. Αντί να οδηγήσει την κόρη του στη μήτρα του πορτμπαγκάζ,  προτιμά να την ωθήσει να οδηγήσει το αμάξι επιλέγοντας εκείνη προορισμό. Αντί να της φορέσει με το ζόρι φτερά αγγέλου, εκείνη βρίσκει την ατομική ελευθερία, ανακαλύπτοντας μόνη της τα φτερά στην πλάτη της.





Οι σκηνές με τις τελετουργικές μάχες και προοδευτική αποδόμηση σημαινόντων (η ραγδαία ανταλλαγή λέξεων) πάνω σε ένα κρεβάτι, φωνάζοντας, είναι ενδεικτικές. Πατέρας και κόρη φτάνουν κατ’ επανάληψη στη  ρίζα του συμπλέγματος και αυτό απωθείται. Δεν είναι μια μεμπτή κατάσταση αλλά ένα δώρο Θεού. Μήπως δε γίνεται κάτι ανάλογο και με τη σεξουαλική επαφή, μόνο που εκεί δεν υπάρχει η ανάγκη της διαμεσολάβησης των συμβόλων, αφού όλα δεν μπορεί να είναι παρά πραγματικά και απτά;
 Η σεξουαλικότητα , όμως για την ηρωίδα,  είναι απλά μια επιλογή. Στον αντίποδα το Κυνόδοντα που δεν υπήρχε καμία δυνατότητα επιλογής, εδώ όλες είναι ανοιχτές και όλες αποδεκτές. Παράλληλα, το κορίτσι έχει αποδεχτεί τη σεξουαλική της ανωριμότητα αλλά είναι πρόθυμη να εξερευνήσει τις εναλλακτικές που έχει στη διάθεσή της. Όπως τα άσπρα σπιτάκια, παρατεταγμένα στη σειρά, η Μαρίνα παρατάσσει σημαίνοντα-λέξεις για να τα βάλει σε τάξη. Αυτή η τάξη είναι ακόμη πιο απαραίτητη με την απουσία της μητέρα. Η απουσία της έκανε εφικτή την πιθανότητα πραγματοποίησης της ασυνείδητης επιθυμίας της να τη σκοτώσει και να πάρει τη θέση της. Η επένδυση της ηρωίδας μας στον πατέρα είναι μαζική αφού μητέρα δεν υπάρχει, για εκείνη αυτός είναι και μάνα και πατέρας. Η σχέση τους, με διαρκή συνομιλία μεταξύ τους απομυθοποιεί τη σεξουαλικότητα στην ενοχική της διάσταση. Τα αιμομικτικά άγχη καυτηριάζονται αφήνοντας τις λέξεις σαν ουλές.  
Υπάρχει η πλευρά της, λοιπόν, που δεν αντέχει τις γυναίκες και εκείνη που τις εξιδανικεύει. Τελικά, προχωρά στην τέχνη της ένωσης της με έναν άντρα, χωρίς λόγια, κάνοντας το σύμπλεγμα τον δυο τους ένα νέο σύμβολο για εκείνη. Για να επενδύσει σε έναν άλλο άντρα, ίσως ο πραγματικός θάνατος του πατέρα να ήταν απαραίτητος εκτός από το συμβολικό. Ο πατέρας, όσο κι αν φαινομενικά προωθεί την ασυδοσία, θέτει ένα σαφέστατο όριο στην παροχή στην κόρη του, τόσο πραγματικά όσο και συμβολικά. Για παράδειγμα, της παραδίδει τρία (μεταβατικά?) αντικείμενα, προσωπικά του, και τέρμα. Όταν, σε μία σκηνή ξανασυστήνονται, τα όρια μεταξύ τους είναι σαφή. Είναι ισότιμοι αλλά αυτός παραμένει ο «μπαμπάς» ή ο κύριος Σπύρος, ποτέ σκέτο Σπύρος.
Αυτός ο πατέρας έχει επιλέξει να μεγαλώσει το παιδί του μακριά από τον, άυλο τουλάχιστον πολιτισμό, αφού ο ίδιος τον έχει απορρίψει και αναδιαμορφώσει. Σε μία χώρα χωρίς βιομηχανική ανάπτυξη επιλέγει μία περιοχή που υπάρχει η διαμεσολάβηση της μηχανής για να μετουσιώσει την πρώτη ύλη σε πολιτισμό. Έτσι διαμεσολαβούν οι λέξεις, για να βάλουν σε τάξη τις ορμές. Με κάθε ευκαιρία, συμβολοποιεί τον ευνουχισμό του, απόλυτο για τον ίδιο, απαράβατο νόμο για την κοπέλα. Για εκείνη είναι ένα ά-σεξουαλικό όν.
            Δε συμβαίνει το ίδιο, ωστόσο, και για τη φιγούρα της φίλης, ως alter ego, της πρωταγωνίστριας, η οποία γεννά ερωτήματα. Καθόλου τυχαίο πως σε μία παρέα μετά το τέλος της ταινίας είναι ο λιγότερο κατανοητός χαρακτήρας. Πρόκειται για μια άχρωμη περσόνα, χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χρησιμεύει, με έναν, πολλές φορές στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, τρόπο, να ωριμάσει η πρωταγωνίστρια. Γι αυτή την ωρίμανση, ο χρόνος που προφέρει η φίλη ως φιγούρα, είναι πολύτιμος για τις πειραματικές ταυτίσεις της. Με τη χρήση της πρόκλησης, η φιγούρα λέει αλήθειες, ψιθυρίζει τους φόβους και τις πιο έντονες ανασφάλειες και τελικά τη λυτρώνει κρατώντας της το χέρι, όταν εκείνη αγγίζει τα ακροδάχτυλα του πατέρα της πριν εκείνο βυθιστεί στο ταξίδι του.
Η -ίσως φανταστική- φίλη της παίρνει τη θέση της μαμάς της, της γυναίκας του μπαμπά της, που η ηρωίδα του την προσφέρει αντί για την ίδια. Στην παραλία, αναπαριστάνοντας την πρωταρχική σκηνή ένωσης των δύο γονιών, ο φροντιστικός πατέρας κλείνει τα μάτια του στο κορίτσι του αποτρέποντας τον τραυματισμό της από την παρακολούθηση.
            Η ιδιαίτερη και πολυσχιδής αυτή ισοτιμία μεταξύ πατέρα και κόρης είναι δυνατό να εκληφθεί ως παρέκκλιση ή παραμέληση. Μια δεύτερη ματιά, ίσως πιο εύστοχη, μπορεί να την εκλάβει ως μία νέα πρόταση οικογενειακού μοντέλου. Μπορεί να υπαγορεύτηκε ακόμα και από την μοναξιά του πατέρα, που ζητά ένα φίλο και τον δημιουργεί στο πρόσωπο της κόρης. Το παιδί βουτάει από μικρό στα βαθιά, για να μπορέσει να επιπλεύσει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Τα καταφέρνει, σκορπίζοντας τα άγχη της μαζί με τις στάχτες του πατέρα και  «les yeux dans les yeux et la main dans la main» με τον άντρα που ήρθε η ώρα να συναντηθεί.  

Διαβάσατε περισσότερο