Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Holy Motors: Το μεγάλωμα ενός δημιουργού



Ίσως κάθε άνθρωπος που δημιουργεί, να επωμίζεται μία ευθύνη προς τον εαυτό του. Να οικοδομήσει το μεγάλωμά του και να δώσει χώρο σε όλα όσα στηρίζουν αυτή του την ανάπτυξη.
Ο Όσκαρ (με το ειρωνικό όνομα), γεννημένος δημιουργός και γι αυτό και θεατής, μεγαλώνει αντίστροφα. Σημείο εκκίνησής του η ουσία του στο περίβλημα μιας παράδοξης γιαγιάς που δίνει φιλιά, μέσα σε μία λιμουζίνα ,σε αντικατοπτρισμούς του ξανά-ανακατεμένου γενετικού υλικού της.
Από αυτό το σημείο κι έπειτα τεντώνεται η πλέξη μιας στιγμής απόλυτης ευτυχίας για να ξεχωρίσουν τα νήματα που ενώνουν τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν. Οι κλωστές πολλές, τα πρόσωπα πολλά, και ο πυρήνας τους ανοίγει για να συνομιλήσει με κάθε δυνατή, σκοτεινή ή φωτεινή γωνία που μπορεί να τον κατοικεί.
Αρχίζει μία πτώση σε ένα λαγούμι ανθρώπινων χειρολαβών που καταλήγουν σε ξεχωριστά δωμάτια ευτυχίας με πρόσωπα γιορτής, αστείου, απώλειας. Με κάθε στάση αφαιρείται κάθε φορά ένα από τα κοινωνικά ρούχα που του-μας έχουν φορεθεί. Μία πτώση με αναδυόμενη ασφάλεια, αφού οι χειρολαβές είναι εκεί αλλά ο ήρωάς μας επιλέγει να μην τις πιάσει, προτιμώντας την ελευθερία της πτώσης, που οδηγεί στον πάτο της Πλατωνικής σπηλιάς. Δε γνωρίζει οτι τη διασχίζει , αλλά οι αισθήσεις δίνουν σημάδια αλήθειας που τον καθησυχάζουν.
Στο χρονικό-και μόνο-τέλος της διαδρομής, φορά στο ανθρώπινο δέρμα του την επίγνωση της φύσης του και την εκπληρώνει, χωρίς να την τελειώνει. Το τέλος και την τελειότητα τα αφήνει για την αγιοσύνη μιας οδηγού χωρίς μάτια, και για τα άγια οχήματα, που όταν μένουν μόνα τους μυστικά ζηλεύουν το μεγάλωμα του ανθρώπου.
Οι άνθρωποι τέλειοι δεν μπορούν να είναι. Οι άνθρωποι βλέπουν, κοιτούν, κοιτάζονται, συμπλέκουν τις ατέλειές τους. Έτσι εκπληρώνονται, μεγαλώνοντας αντίστροφα μαζί. Δημιουργώντας κάτι όχι τέλειο, αλλά άρτιο, όπως το φιλμ αυτό. 


Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Το φαντασιακό παιδί της “Αγάπης”


To Amour φαίνεται μια ταινία που εισέβαλε στο συλλογικό ασυνείδητο μιας κοινωνίας σε (προ-)κρίση. Οι σκόρπιες κουβέντες με τους ανθρώπους αλλά και με τον εαυτό, αποκαλύπτουν τις άμυνες που ο καθένας εκμυστηρεύεται πως, περισσότερο ή λιγότερο επιστράτευσε, προκειμένου να αντεπεξέλθει στην εκπολιτισμένη βιαιότητα την οποία καλείται να υπομείνει κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Ο Michael Haneke φυτεύει ένα φιλμ στο μέσα σου και αφήνει στο χρόνο να ξεπαγώσουν οι εντυπώσεις.
Η έννοια που φαίνεται να ψηλαφίζεται είναι το πάντρεμα αγάπης και ηθικής, σεβασμού και αξιοπρέπειας, με το πρόσχημα της διαλεκτικής περί ευθανασίας. Ο πρώτος από τους συνειρμούς που κάνει κανείς με αφορμή το σημαίνον “amour” είναι ο αμοραλισμός. Ηθική, αυτόνομα αποφασισμένη, με προσωπική ευθύνη, που οι συμπτώσεις το φέραν να ταιριάζει με την ηθική ενός άλλου ανθρώπου. Μακριά από κάθε ίχνος “πολιτισμένης” ενοχής.
Η ιστορία του ζευγαριού σημαδεύεται από το θάνατο της γυναίκας, ο οποίος συμβαίνει νωρίς αλλά αφήνει σιγά σιγά τη μυρωδιά του κατά τη διάρκεια του, κατά τ' άλλα, ψυχρά άοσμου φιλμ. Ένα ιδεατά ίσως ισότιμο ζευγάρι, που κοιμάται σε χωριστά δωμάτια, αφού έχει κατακτήσει την ασφάλεια της ψυχικής επαφής.  Ο κάθε ένας είναι ελεύθερος και ασφαλής ώστε να αισθάνεται μόνος, ταυτόχρονα αισθανόμενος την παρουσία του Άλλου. Μία κοινωνικά ασυνήθιστη έννοια.
Η ασθένεια που παρουσιάζεται, παραπέμπει στο ασθενές περιρρέον κλίμα, πτώση από ασανσέρ προς μία παιδικότητα ασθενή, που θέτει σε πρώτο πλάνο τη διάσταση της ανάγκης, και λιγότερο της απενοχοποίησης. Άνθρωποι με ανάγκες, δέσμιοι από κοινωνικές επιταγές που θέτουν στους εαυτούς τους όρια δίχως νόημα, με όρους σε πραγματικό επίπεδο που μετρούνται με χρήματα και όχι με συμπεριφορές. Άνθρωποι πολύ μακριά από το να είναι ελεύθεροι, η ποιότητα των οποίων συμπυκνώνεται με το χαρακτήρα του ενήλικου παιδιού του ζευγαριού, που εκπροσωπεί το πραγματικό στη σαρκική και χρηματική του διάσταση.



Η προσωπική ευθύνη η οποία απλόχερα της παραδόθηκε από τους γονείς της διαβρώθηκε από τις κοινωνικές απαιτήσεις. Το πεπρωμένο κάθε παιδιού που βγαίνει στην κοινωνία για να ανακαλύψει οτι μόνο η δυστυχία του να μπει στα στερεότυπα της είναι λύση για να ενταχθεί, αν δεν έχει την τύχη να συναντήσει τον άνθρωπο που θα έχει χτίσει ένα αντίστοιχο προσωπικό ηθικό σύστημα με εκείνου. Είναι  η μόνη, άλλωστε,  που φέρει στο λόγο της τις σεξουαλικές συνευρέσεις των γονιών της, ή τα χρήματα, ή άβολες επώδυνες καταστάσεις, όπως η απιστία μεταξύ συντρόφων,  που δημιουργούν οι ίδιοι οι άνθρωποι  για να δικαιολογήσουν τις αδικαιολόγητες τύψεις που τους έχει φορτώσει η κοινωνία απέναντι στην ελευθερία τους.
Οι δυο γονείς, αντίθετα, μιλούν με αξιοπρέπεια για μουσική, τέχνη, θέατρο, έχουν δημιουργήσει πολλούς ενδιάμεσους φαντασιακούς χώρους, ώστε η πραγματικότητα με την πεζότητά της να καταλαμβάνει την απολύτως απαραίτητη θέση ανάμεσά τους. Ενδεικτική είναι η σκηνοθετική σύνδεση κατά την οποία ο πρώτος εγκεφαλικός θάνατος της γυναίκας συμβαίνει κατά την ώρα που ασχολείται με κάτι πραγματικό, και όχι την ώρα που π. χ. συναντά το πιάνο της και διαμέσου αυτού τον άντρα της.
Το ζευγάρι της ιστορίας, κάθε φορά που ξάπλωνε, μεγάλωνε το παιδί του κοινού εαυτού του. Τι κι αν το σώμα του ενός πρόδωσε το κοινό τους αρμονικό μόρφωμα. Μαζί με την κόρη τους, το σάρκινο παιδί, ίσως καταδικασμένο να διαβρωθεί από τις κοινωνικές επιρροές, που ωστόσο ζει, αυτόνομο και αυτάρκες και έχοντας βιώσει και εσωτερικεύσει την τριαδική σχέση, υπάρχει ταυτόχρονα ένα κοινό φαντασιακό παιδί. Από τη στιγμή που το βλέμμα του ενός συνάντησε το βλέμμα του άλλου, συνέβη η σύλληψή του.


Το παιδί αυτό, ως περιστέρι, δραπετεύει από την αποτυχημένη μορφή υλικού πολιτισμού και αποχαιρετά ένα κοινό εσωτερικευμένο συμβολικό δωμάτιο, από όπου απλώς ήρθε η ώρα, στη ροή της φύσης, τα μέλη του ζευγαριού να φύγουν. Το παιδί που οι δυο τους μεγάλωναν από κοινού κάτω από ένα μαξιλάρι.

Ψυχογραφήματα

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

La leggenda di Kaspar Hauser




Η παλία στοιχειωμένη ιστορία του ουδέτερου, διαφανούς εφήβου Κάσπαρ Χάουζερ φαίνεται πως γέννησε ένα δαιδαλώδη συνειρμό και στον Davide Manuli (όπως από το 1880 και μετά το κάνει, ακόμα και για τον Verlaine και μέχρι τον πρόσφατο Jeffrey Eugenides). Ο σκηνοθέτης αναλαμβάνει, σχεδόν συγκινητικά, με τη βοήθεια δυνατών φιγούρων όπως ο Vincent Gallo, να χτίσει ένα ναό της Χάουζ για τον Κάσπαρ, να τον κάνει επιτυχημένο ντιτζέι, στο έρημο και μέχρι τότε άγονο νησί.

Το φιλμ προσφέρει στην ψυχή του Κάσπαρ το χώρο ώστε να στεγάζεται αρτιμελής, στο βασίλειο που ο ίδιος επιθυμούσε, χωρίς να το έχει ο ίδιος σκοπό, αλλά σπρωγμένος μόνο από τη φύση. Ένα βασίλειο που να εμπεριέχεται, επιτέλους, σε ένα όνομα: Χάουζ. Να είναι κάτι λιγότερο από τον Χάουζερ και όχι να γίνεται ο ίδιος το βασίλειό του, καθηλωμένος μισός νάρκισσος.
Ο Jarmoush, οι αδερφοί Κοέν και ο Korine αδελφώνονται σε ένα άοσμο κλίμα πειραματισμού, με διχοτομήσεις συνεχείς, ποιητικές εικόνες να συγκρούονται με ψηφιοποιημένη σειρά ήχων, και το λόγο να διαμεσολαβεί τραυματικός και μαθηματικά διατυπωμένος. Οι λογικές συνεπαγωγές και οι διαισθητικές μεταφορές προεκτείνουν τη συνειδητότητα. Ο λέξεις σχίζουν την εικόνα, σαν τη μαχαιριά που ο Κάσπαρ λέγεται πως του πήρε τη ζωή, αυτόνομη από εκείνον. Η έλλειψη ενός νησιού περικυκλώνεται από το νερό της θάλασσας. Το νερό περνά μητρικά μέσα από το πλάσμα που ενσαρκώνει τον Κάσπαρ, το τρέφει, και σοφά, όταν φτάνει να είναι περιττό, αποβάλλεται. Έτσι γίνεται ικανός, ο,τι έχει σε αφθονία, να το μεταγγίζει σε ένα γατί. Αφού εκείνος τράφηκε, επιστρέφει ο,τι πήρε.
Ένα μεγάλωμα που υπαγορεύεται από καθρέφτες φταγμένους από φωνές. Αφού πριν το μάτι, καθρεφτίζεται το αυτί. Το μόνο γόνιμο απομένει ένα όνομα, που τον κάνει ολόκληρο υποκείμενο χαμένο σε ένα όνειρο, χαμένο στη μετάφραση, όλο εικόνες ανθολογίας, με τη Γυναίκα και τον Άντρα σε αρμονία.

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Martha, Marcy May, Marlene. Όπως μητέρα


Το πρώτο μεγάλου μήκους έργο του Sean Durkin (συνδεδεμένος ως προς την παραγωγή με το εσωστρεφές Afterschool), ένας διαμαντένιος σιγανόφωνος βυθός που σε καλεί σε μία παράλληλη βουτιά με κάποια που μετά το τέλος της ταινίας θα ονόμαζε κανείς απλά M






H M. φιλοξενείται στο σπίτι της αδερφής της, ψυχικά ραγισμένη από την παραμονή της σε ένα κοινόβιο και τη σχέση της με τον αρχηγό του.Η κοπέλα ακροβατεί ανάμεσα σε πολλές ταυτότητες και ταυτίσεις και οι αδερφή της και ο σύζυγός της, μένουν εκκρεμείς ανάμεσα στη φροντίδα για εκείνη και τους εαυτούς τους. 
Αν η Lilly sometimes άγγιζε τα ζώα και χαμογελούσε, αναζητώντας να διατηρήσει στη ζωή ένα ενδιάμεσο σε εκείνη και στη μητέρα της βλέμμα, η Μ. παίρνει την αδερφή της από το χέρι και κάνει μια βουτιά στη λίμνη. Ένα αντρικό χέρι την έχει σπρώξει να πάει πίσω. Γιατί η κοιλιά της μητέρας τους είναι πια άδεια. Εκεί, μέσα στο ωκεάνιο συναίσθημα, μπλέκεται σε μία δίνη αναγραμματισμών. Όπου το να σε αποκαλεί κάποιος με όνομα γίνεται αποχωρισμός από κάτι που πασχίζεις να προσκολληθείς. Ένας αποχωρισμός, που έχει ήδη γίνει, όταν η μικρή Μ. γύρισε το κεφάλι, και αντί να αποκαλέσει εκείνη, κάποιος άλλος την αποκάλεσε με ένα όνομα που άρχισε με το Μ. Έτσι, δεν πρόλαβε να φωνάξει τη μητέρα της, εκείνη τη στιγμή ο Άλλος της έκλεψε το φθόγγο.
Με το χέρι της μέσα στο χέρι της αδερφής της, άλλοτε προστατευμένο και άλλοτε εγκλωβισμένο, η Μ. αλλάζει ρούχα για να δει αν ο Άλλος (στραγγισμένος από τον εαυτό του ο John Hawkes) θα της απευθύνει ένα όνομα. Εκείνος, άλλος ένας σκοτεινός πατέρας, την αποκαλεί και εκείνη δανείζει βλέμματα στις γυναίκες του κοινοβίου για να της τα επιστρέψουν. Μέχρι που έγινε η μύηση. Και από Άλλος, εκείνος έγινε ξένος.
Αν χαθείς σε ένα βυθό από καθρέφτες που δεν ονομάζουν αλλά απλώς επιστρέφουν την απορία σου, τότε η σκέψη σου έχει φύγει από σένα. Κολυμπά πια μόνη της. Και το πραγματικό βυθίζεται σαν ένα αυτοκίνητο με ανθρώπους που δεν ξέρεις. Και φοβάσαι. Η Μ. έχει αφήσει την αδερφή της από το χέρι της πια. Η μοναχική της διαδρομή έχει αρχίσει. Πιο πριν «ήταν μόνο εικόνα» στην οποία ο Άλλος και κάθε Άλλος πρόβαλλε διαφορετικές ταυτότητες, δίνοντάς τους ονόματα που έτυχε να είναι Μartha, Marcy, ή Μarlene. Ένα μεγάλωμα χωρίς όνομα ακόμα, απλώς στην αρχή του.


Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Για να σε βλέπω καλύτερα




Mία ταινία μέσα στη σκηνή του θεάτρου. Φαντασία μέσα στη φαντασία.  Ένα θεατρικό έργο που χρησιμοποιεί το μύθο ως ενδιάμεσο χώρο για να ξεκουράσει κανείς το βλέμμα του και να το επιστρέψει κοιτώντας την ουσία του άλλου. Κόντρα στις καθρευτικές σχέσεις που τυφλώνουν με τις αντανακλάσεις τους και εγκλωβίζουν τα άτομα στο ναρκισσισμό τους,
Κάποτε το ερμαφρόδιτο ήταν απλώς το παιδί της σελήνης, τώρα ζητά να απενοχοποιηθεί εκ νέου, να αναγνωριστεί ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Η έννοια του έρωτα επαναπροσδιορίζεται, τόσο ταλαιπωρημένη και τόσο πολύτιμη. Σε αναζήτηση του τρίτου παράγοντα, της ενδιάμεσης γης, που χρειάζεται για να ισορροπούν οι κατοπτρικές σχέσεις και οι διχοτομημένες συνειδήσεις.
Πολυσυλλεκτικό υλικό από παγκόσμιους μύθους δένεται με γήινες υφασμάτινες κλωστές. Ρέει η ενέργεια της αναζήτησης της αλήθειας για τη σχέση του άντρα και της γυναίκας. Άλλοτε καυστικά, άλλοτε τρομακτικά, άλλοτε παιδικά, μα πάντα ποιητικά. Καθρεπτίζεται το Σύνταγμα, μεταβατικό τετράγωνο από τον ασφυκτικό οικογενειακό χώρο στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού. Υπό το βλέμμα ενός σκηνοθέτη του σινεμά που νιώθει μαζί με το υλικό του και το αφήνει να τον παρασύρει, με το εύρημα να αφήνει το κοινό να δει σχεδόν από την κλειδαρότρυπα το γύρισμα μιας ταινίας.
Τα παραμυθένια κείμενα επιλεγμένα από μετέφηβους ηθοποιούς, προς την κάθαρσή από την καθολική συγχώνευση που πλανάται στον αέρα. Απάντηση στην εγκλωβιστική πόλωση και λύση στο διχασμό. Τα υφάσματα παρασύρονται και  χορεύουν σαν καμβάδες για να ζωγραφιστούν οι έννοιες, με απρόσμενες ποιητικές  μουσικές.  Οι καθρέφτες ταυτίζονται με τις οθόνες.  και γίνονται παράθυρα προς το ενδιάμεσο, δίνουν αέρα ανάμεσα στα δυο ασφυκτικά μέλη που μας διχάζουν.
Η Κοκκινοσκουφίτσα παύει να προτιμά την ασφάλεια της κοιλιάς του λύκου. Ο καθρεύτης-οθόνη έγινε έξοδος κινδύνου.


Σήμερα η τελευταία παράσταση:

Για να σε βλέπω καλύτερα - Θεατρική Ομάδα Ιατρικής Αθήνας

Η θεατρική ομάδα φοιτητών Ιατρικής Αθήνας παρουσιάζει το έργο "Για να σε βλέπω καλύτερα" σε σκηνοθεσία Σ.Κεραμίδα. Δεκατρία παραμύθια, ποιήματα και παράξενες ιστορίες από όλο τον κόσμο. Ένας σκηνοθέτης επί σκηνής ξεκινάει από το «μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις» και βλέπει μπροστά στα μάτια του να ξεδιπλώνεται όλη η συνειρμική του σκέψη, μέσα από πασίγνωστα παραμύθια, που δίνουν τη θέση τους σε αρχαίους μύθους, που θα μας μεταφέρουν σε χορευτικά δοσμένες ιστορίες, αφού κάθε τραγούδι έχει να πει μια ιστορία…
περισσότερα επι σκηνής

ΘΕΑΤΡΟ OLVIO
Φαλαισίας 7 Γκάζι
23 ως 30 Μαΐου
Ώρα έναρξης : 20:30
τηλέφωνο κρατήσεων: 6949437448
τιμές εισιτηρίων: 5€ φοιτητικό, νεανικό & ανέργων/ 8€ κανονικό
ΜΕΤΡΟ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ
Διάρκεια:90'
Το θέατρο διαθέτει εξώστη με 4 θέσεις για Α.Μ.Ε.Α ανά παράσταση

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Στέλλα Κεραμίδα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάρβα Στάθη
Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης
Μάσκες: Μάρβα Στάθη
Αφίσα/Πρόγραμμα: Αχιλλέας Δημητρόπουλος
Ενδυματολόγος: Βίκυ Γεωργιοπούλου
Μουσική επιμέλεια: Εύη Τασάκου, Αχιλλέας Δημητρόπουλος
Βίντεο: Ηρώ Γλαρού
Επιμέλεια κειμένου: Άννα-Μαρία Πισκοπάνη και όλη η ομάδα

Παίζουν:
Άννα Δημητροπούλου, Ριχάρδος Αβραμίδης, Παναγιώτα Παλλά, Μαρία Τραγούλια, Αχιλλέας Δημητρόπουλος, Πέτρος Πιτσούνης, Χρυσή Συλαϊδή, Μαρία Τσικαλά – Βαφέα, Παναγιώτης Μακαρώνης, Ερωφίλη Καρίμαλη, Τάσος Κασιμάτης, Νίκος Σπυρίδωνος, Λίνα Καμπούρογλου, Χριστίνα Κρικιγιάννη – Μποστατζόγλου, Δήμητρα Νταντή, Παναγιώτα Καζάνη, Ιωάννα Σουλελέ, Μίνα Παναγιωτοπούλου, Σωτήρης Σεμερτζιάν

Η παράσταση συμμετέχει στην 8η Διεθνή Πανεπιστημιάδα Θεάτρου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, το Σάββατο 2 Ιουνίου 2012 στο θέατρο ΑΣΤΕΡΙΑ.

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Ας κοιτάξουμε τον Κέβιν





Το κέντρο του «Ας μιλήσουμε για τον Κέβιν» είναι η μητέρα. Πλευρές της όλοι οι άλλοι. Ακόμα κι εσύ που παρακολουθείς την ταινία. Γι αυτό και όταν τη δεις δε θες να μιλήσεις για  αυτήν. Αμύνεσαι. Όπως εκείνη. Δεν ήθελε να μιλήσει γι αυτόν. Μία μη-μάνα. Ή η απόλυτη μάνα. Άπειρα αληθινή. Παλινδρομούσα.
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε να κοιτάξουμε τον Κέβιν. Αφού το είδωλό του έχει προβληθεί πάνω μας από τον παγωμένο καθρέφτη του βλέμματός της. Ένα παιδί που η μήτρα που το γέννησε είχε τσόφλι γύρω της. Έτσι στατικά τα κόκκινα αντικείμενα στην οθόνη, συμβολικοί εφιάλτες παντού. Το μόνο που κυλά είναι το κρασί. Σαν να μην έρρεε ποτέ τίποτα μεταξύ μάνας και γιού.
 Στο κέντρο του δωματίου με τους χάρτες. Ο Κέβιν της το είπε κόκκινα:  «όσο και να σταθείς στη μέση του δωματίου εγώ θέλω να είμαι το κέντρο σου. Θέλω να παίξω. Να κλέψω από την αδερφή μου τον τρόπο που βλέπει ένας αθώος. Είμαι σε ανάγκη».
¨Όμως μόνο εκείνη έχει ανάγκες.  Εξαίρεση, όταν ο Κέβιν είναι άρρωστος και σχετίστηκαν οι δυο τους, μόνο όταν η ίδια με το βλέμμα της τον έκανε να εκπέσει ή να ανυψωθεί, ή και τα δύο ταυτόχρονα, ως ένα ον με ανάγκη. 
Ο πατέρας δεν είναι πουθενά. Αλλά, πριν γεννηθεί ο Κέβιν, ο άντρας της ήταν παντού (το  μόνο ίσως σημείο-κλειδί που θολώνει τα νερά σε σχέση με το βιβλίο, όπου είναι σαφής η εξάρτηση της μητέρας από τον άντρα της, προ Κέβιν).
Πάντα, για εκείνη, έπρεπε ο Άλλος να είναι απέναντι. Πάντα, χωρίς κάτι τρίτο να τους ισορροπεί. Τίποτα τρίτο δε χωρούσε. Είτε με απόλυτο όριο μεταξύ τους, είτε με κανένα όριο, πλήρη συγχώνευση, ένα δίπολο.
Αν η παντελής απουσία του βλέμματος των γονιών σε άλλα φιλμ ανάλογης προβληματικής όπως π.χ. το αξεπέραστο Elephant είναι δεδομένη, εδώ υπάρχει η άλλη πλευρά του νομίσματος: η μητέρα παντού. Χωρίς βλέμμα και πάλι. Ώστε ο έφηβος που σκοτώνει, να κατακερματίσει την ανάγκη του για βλεμματικό καθρέφτισμα σε κάθε όμοιό του που σκοτώνει. Όταν αφαιρεί τη ζωή από κάποιον, τον καθιστά ως ον με ανάγκη, όμοιό του και τον αναγκάζει να δει τον ίδιο πραγματικά.
Μόνο στα σκοτεινά κατάφεραν μάνα και γιος να αλληλοκαθρεπτιστούν. Ο χώρος της φυλακής είναι ασφαλής, οριοθετημένος, τους προφυλάσσει από το να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Αφού ο γιος μοιράστηκε σε ψηφιδωτά βλέμματα του απαραίτητου κοινού του. Για να κερδίσει αυτό το σκοτεινό βλέμμα της. Και να αφήσει και πάλι να φανεί για λίγο η ανάγκη του.
Οι συγκρίσεις με το βιβλίο-βουτιά στα σωθικά της μητέρας και της συγγραφέως ταυτόχρονα (θα το νιώσει κανείς διαβάζοντας το σημείωμα στο τέλος του βιβλίου, αλλά και μαθαίνοντας την ιστορία και το έργο της) είναι άστοχες, και αυτό κάνει την ταινία γνήσια αυτόνομο έργο τέχνης.
Από την άλλη, οι συγκρίσεις, τον προβολών που κάνει η κοινωνία μας σε φονικές διαδρομές, φυσικές. Χωρίς κανένα όριο, από τον πατέρα-νόμο και τη μαμά-πατρίδα, αναζητούμε το πιο βίαιο όριο, σκοτώνοντας, με τις ακραίες τοποθετήσεις μας, τις προσωπικές προβολές-σκοτεινές πλευρές μας, με κάθε δυνατό τρόπο. Για να καθρεφτιστούμε ως όντα με πραγματικές και όχι πλαστικές ανάγκες. Ας κοιτάξουμε τον Κέβιν. Και ας μιλήσουμε για όλους μας. 


Πρωτοδημοσιεύθηκε στα  Ψυχογραφήματα 

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Ποταμός Έξαψης









Μια ταινία μέσα σε ταινία, ένα όνειρο μέσα σε όνειρό. Ένα ποιήμα μέσα σε ένα ποίημα. Ή πώς μία ώριμη ηθοποιός εμπλέκεται σε ένα θεραπευτικό φιλμ και λυτρώνεται, κάνοντας συνδέσεις και μεταθέτοντας την ενέργεια που εκλύθηκε μετά το χαμό του αγαπημένου της στην πραγματική της ζωή.
Από το αρχικό αριστουργηματικό πλάνο του κρεβατιού, φαίνεται σαν η πρωταγωνίστρια γύρω από αυτό το κρεβάτι να περιφέρεται και να μην έχει αποφασίσει αν θα κλίνει εκεί από πόνο, κούραση, ή για να αναγεννηθεί. Ο αγαπημένος της έχει φύγει και έχει πάρει μαζί του κάθε τι γόνιμο. Παράλληλα, η ανορθόδοξη ερωτική σχέση ανάμεσα στην ηρωίδα που υποδύεται η ηθοποιός και σε έναν νεαρό άντρα στο φιλμ που ετοιμάζεται, γίνεται ευκαιρία για ζωή. Δίπλα σε ένα ποτάμι, κάπου ανάμεσα σε ξερές πέτρες, χαράζεται το έδαφος και κυλά κάτι νέο. Σχέση μητέρας-γιού, γεφυρώνει το ανεπαίσθητο χάσμα που έφερε στο ζευγάρι η απώλεια των γιών τους στον πόλεμο. Το ποτάμι της ταινίας παίρνει τη χαμένη της αγάπη μακριά. Και δίνει φωνή στα λόγια που τη συνοδεύουν στο ταξίδι της.
Απαλά γλιστρούν οι φιγούρες των χαμένων και όσων έχουν μείνει, και η γλυκιά έξαψη, μετά την παρακολούθηση του φιλμ γίνεται με τη σειρά της μια αχνή αίσθηση, σαν ποίημα που θυμάσαι το φόντο και όχι τα σημεία.

Move it

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Όσλο: Μια πόλη που με τα όριά της ελευθερώνει





Βασισμένη σε μυθιστόρημα, η διαφανής σαν πάχνη ταινία του δανού μακρινού ανηψιού του Lars, Joachim Trier,  με τον τίτλο της ορίζει το πλαίσιο εξαρχής: Ο,τι πρόκειται να παρακολουθήσουμε έχει συγκεκριμένο χρόνο και τόπο αναφοράς. Σε αντίθεσή με τον ήρωά μας, του οποίου κάθε στιγμή η αυτοτέλεια βρίσκεται σε κίνδυνο.  
Είναι μια σημαντική μέρα για τη ζωή του Άντερς, που φορά να αθλητικά του και κάνει ένα βήμα να περπατήσει και πάλι στην πόλη του νηφάλιος, έχοντας μόλις συνέλθει από τη μακρά πορεία της αποτοξίνωσής του. Η νέα του διαδρομή επιφυλάσσει διάφορους σταθμούς σε πρόσωπα και πράγματα, ευκαιρίες που είναι εξαρχής στοιχειωμένες και πειρασμούς καλά εδραιωμένους.
Σε λίγες ταινίες η αγωνία προφυλάσσεται τόσο προσεκτικά στη σιωπή και η ποίηση στο νατουραλισμό. Η απλότητα είναι σχεδόν επώδυνη, αφού νιώθεις σα να περπατάς μαζί με τον ήρωα και θες να του κρατήσεις το χέρι. Βλέπεις τις άσπρες νιφάδες να σκορπίζουν γύρω του και δεν αποφασίζεις αν γιορτάζουν ή τον ειρωνεύονται. Διακριτικά και αιχμηρά σχολιάζονται διάφορα θέματα γύρω από τη χρήση και το πώς αναπαριστώνται από την οικογένεια, τους φίλους και το ίδιο το άτομο. Η έννοια της οικογένειας αποδομείται προοδευτικά και δοκιμάζονται τα όριά της. Το Όσλο γίνεται η μητέρα που δε εμφανίζεται πουθενά, με όρια και κανόνες, που προς στιγμήν δίνουν ελευθερία και συγχώρεση στον ήρωα. Συμπυκνώνεται παρελθόν, παρόν και μέλλον στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, που ακροβατεί ανάμεσα στη δύναμη και την κατάρρευση.
Το δίλημμα αναπόφευκτο. Από τη μία η σκοτεινή ασφάλεια του ο Άντερς να ξανανιώσει, όπως αγέννητος ακόμα, ενωμένος με μία ουσία. Από την άλλη, να επιλέξει να γίνει απλά ένα αυτόνομο μέρος της πόλης, που τόσο κοντά αισθάνεται και να την αφήσει να ορίζει την αυτοτέλειά του. Με ενορχηστρωμένη από την αρχή ως το τέλος μία ηχηρή κορύφωση, και σε κάθε περίπτωση τελευταίο προορισμό τη λύτρωση.

Πρώτη δημοσίευση: Move it



Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Ο Τελευταίος Πειρασμός πριν ένα τέλος που αγκάλιασε την ατέλεια


Ο «τελευταίος πειρασμός» του Χριστού, ενσαρκώνεται στο μεταφυσικό βλέμμα του Williem Dafoe, και οι πασχαλινές ημέρες χρωματίζονται διαφορετικά κάτω από την επίδρασή του. Ο Χριστός ως οντότητα ξεπερνά τις ανθρωπόμορφες διαστάσεις του και γίνεται φιλοσοφική έννοια, συμπυκνώνοντας ερωτήματα και απαντήσεις αιώνων.
Στον αντίποδα του Robert Powell του Τζεφιρέλι, αγγελικού αλλά μονοδιάστατου, υπάρχει η όμορφη οδύνη ενός παιδιού που αναζητά τον πατέρα του και αμφιβάλλει. Έναν πατέρα στον οποίο γνωρίζει ότι μοιάζει, αλλά ζητά απεγνωσμένα να είναι εκείνου το χέρι που τον κλείνει σε έναν προστατευτικό κύκλο-ορίο και όχι ο ίδιος να τον χαράζει στο χώμα. 





Ο θεϊκός πατέρας γίνεται κάτι άπιαστο, είναι απών, συμπυκνώνει αρσενικό και θηλυκό. Η γυναίκα, πρώτα μητέρα και ύστερα σύντροφος, καταδιώκει και ανακουφίζει ταυτόχρονα. Απούσα ή πανταχού παρούσα, χωρίς ενδιάμεσο. Ο Χριστός αρνείται τη μητέρα του, όπως ο Θωμάς τον ίδιο.
Τα όρια και η αγάπη γίνονται αύρες αμφιβολίας. Το τετέλεσται σημαίνει σύμπτωση των αντιθέτων, Θεός και άνθρωπος. Και η ανάσταση συμβολίζει πως το ενδιάμεσο υπάρχει πραγματικά, όχι μόνο ως απειλητική και ελκυστική ταυτόχρονα μορφή ερμαφρόδιτου αγγέλου, αλλά έχει χαριστεί με έναν τρόπο σε όλους μας.
Ιερόσυλος ή όχι , ο συνειρμός με την τελείωση του Χριστού, που κοιτά ένδοξα προς τα πάνω, αντί να πέφτει με το κεφάλι του κάτω, θυμίζει το θανατηφόρο άλμα προς τα κάτω της Νινα στο Black swan. Εκείνη βίωσε την τελειότητα, που τη σκότωσε γιατί διχοτόμησε «καλό» και «κακό εαυτό». Ο Χριστός, φιλοσοφική μονάδα, ατελής και ανθρώπινος, υβρίδιο, Θεάνθρωπος, θύμισε πως η ατέλεια φέρνει αρμονία κοιτώντας προς τα πάνω, γνωρίζοντας που ασφαλώς υπάρχει κάτι πάνω από εκείνον.
Η φιγούρα του Χριστού βιώνει την ελευθερία του ¨τι θα γινόταν αν…» Αν αντί για τις βολικές διχοτομήσεις που χωρίζουν έλληνες από ξένους, θύτες από θύματα, άντρες από γυναίκες, υπήρχε η πρόσκαιρη ανάσα ενός ενδιάμεσου, μεταβατικού χώρου. Χώρου δοκιμασίας, που προσφέρεται σε σώμα αγγέλου με σκοτεινή προέλευση ως αφορμή για συμφιλίωση με την ανθρώπινη και τη θεϊκή φύση ταυτόχρονα. 
Όπως το σώμα του Dafoe, έγινε, στις δυο ταινίες, τόπος συμφιλίωσης αντιθέτων. Η περσόνα του Dafoe μεταναστεύει στην απέναντι όχθη ως Αντίχριστος, συνεχίζοντας σκοτεινά και ανασκευάζοντας την άποψη πως «μία είναι η γυναίκα με πολλά πρόσωπα». Γίνεται πίνακας ζωγραφικής από τον Lars Von Trier στην τελευταία σκηνή, με τα ζώα να αποτελούν τριγωνοποιητικό μεταβατικό χώρο, απαλλάσσοντας τον ηθοποιό από τη συνεχή πάλη. Κάθε ταινία γίνεται λύση για θέμα, δημιουργούς και ηθοποιούς μαζί…





Ειρωνικά υπογραμμίζεται η ματαιότητα της χριστιανικής τελειότητας. Το έργο του Καζαντζάκη όπως το είδε ο Σκορσέζε δεν προτείνει πώς να πιστεύει κανείς. Απλά αντιδρά στην ουτοπία της τελειότητας. Κάθε θρησκεία δίνει τους κρίκους από τους οποίους μπορεί ο καθένας να κρεμαστεί για να ανυψώσει την ύπαρξή του κάπου διαφορετικά από εκεί που βρίσκεται τώρα. Δίνει την ανακούφιση του θεϊκού νόμου, ότι υπάρχει κάτι άλλο πάνω από εσένα, δε χρειάζεται να τα ελέγχεις όλα. Είσαι ελεύθερος από το καθήκον του να ελέγχεις τα πάντα για όσο ζεις. Είσαι ελεύθερος να είσαι ατελής.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Bαλσαμωμένο εφηβικό φως



Απροσδόκητα, ο αγαπημένος ποιητής Gus Van Sant, με το Restless, θυμίζει τις παλιές καλές μέρες του. Όποια ευαίσθητή του χορδή του ψυχισμού του και αν πάλλει η εφηβεία, ακόμα ενορχηστρώνει καταραμένες μπαλάντες σαν και αυτή.
Ο πρωταγωνιστής Henry Hopper ζει με τα μάτια του Cobain τις τελευταίες μέρες μίας βαλσαμώτριας ψυχών και μαζί μοιράζονται το μεγάλωμά τους. Όλα υπό το άγρυπνο κυριολεκτικά βλέμμα ενός γιαπωνέζου πιλότου, του… Χιρόσι που συμπυκνώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον, εν μέσω σουρεάλ ατακών και θανατερών φιλιών.















Το φιλμ αφιερώνεται στον Ντένις Χόπερ, κάτι από το καλτ του οποίου θυμίζει ο γιος του, ενώ η Μια Γουασικόφσκα ωριμάζει απορημένα, με το αέρινο indie coco chanel στυλ της. Δεν αποφεύγονται άσκοπες επεξηγήσεις προς το τέλος, μικρογραφία της φιλμογραφίας του δημιουργού,  πορεία από το ονειρικά πραγματικό στο προσγειωτικά συμβολικό. Και οι έφηβοι, οχυρωμένοι πίσω από σκοτεινούς ρόλους, αναζητούν το είναι τους, συχνά ανησυχητικά αληθινοί.
 Όμως, καθώς η φύση δεν αλλάζει, φαίνεται πως η κιμωλία πετυχαίνει να τρέξει το περίγραμμα ποιητικών βλεμμάτων και αισθήσεων.


Move it

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Έχε το νου σου στο παιδί + λόγος




Καποιες παραστάσεις έχουν πεπρωμένο να γεννούν εικόνες...Και να εύχεσαι να ήταν σινεμά για να μπορείς να τις ξαναβιώσεις...Ο Πάνος Λαμπρίδης και ο Δημήτρης Ερατεινός με το "Έχε το Νου σου στο παιδί" άνοιξαν την καρδιά των λέξεων και φυσήξαν τις εικόνες να ανθήσουν... Οι μουσικές επαυξάνουν (Αγγέλικα Παπανικολάου, Γεωργία Μαρίνη, Νίκος Παγκας) και η Λίλιαν Δημητρακοπούλου είναι εκείνη που ανοίγει την πόρτα μιας αυλής με λεκτικά μυστικά για να αφήσει τα παιδία ελέυθερα να τη ζήσουν.
H σκηνή έχει γίνει κήπος από ευωδιαστές λέξεις. Δύο ασπροφορεμένα παιδιά έχουν αφεθεί να παίξουν. Αριστερά το απολλώνιο, δεξιά το διονυσιακό. Τα δυο μισά ενός υπερβατικού ανθρώπου.
Το ένα πετά στο άλλο ένα μπαλάκι κουβαρίσιο με το δίλημμα: Λόγος ή σιωπή που μιλά; Λίμνη βουβών φοβισμένων σκέψεων ή ποταμός αέρινος συμβόλων;
Οι ποιητές βλέπουν. Αποκρίνονται …Μίλα! Παίξε! Και το μπαλάκι ξετυλίγεται…Η γραμμή που αφήνει παρατάσσει σύμβολα που λυτρώνουν τα παιδιά.
Τα παιδιά αποφάσισαν να κάψουν τις λέξεις. Κοιτούν την περιφραστική πέτρα μέσα στο σεντούκι. Την σπαργανώνουν με χαρτί και την προφυλάσσουν. Το χαρτί έγινε κομμάτια με λέξεις. Θα τις κάψουν, να κλείσουν τον πυρετικό κύκλο. Γιατί λέξεις σκοτώνουν ότι έχει γεννηθεί στην ψυχή και ταυτόχρονα το κάνουν αθάνατο. Τις καίς για να τις ξαναγεννήσεις.
Κι αν η γυναίκα έλειψε, είναι παρούσα. Κρυμμένη μέσα στο σεντούκι. Εκεί περιφράσσεται μια μήτρα που γεννά ζωή. Ζωή ομιλούσα. Ομιλούντα παιδιά. Τα δυο μισά του υπερβατικού ανθρώπου.
Και τα δυο παιδιά ένας λόγος λευκός σαν από ελπίδα.
Μία παράσταση που ακόμη επιδρά.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Αφαιρώντας το μακιγιάζ ενός ροκ σταρ





Ένα αβίαστο road movie με τον Paolo Sorrentino να στρώνει την άσφαλτο για τον καταπληκτικό όπως πάντα Sean Pen με μια πάντα καλτ Φράνσις Μακ Ντόρμαν να περιμένει πίσω. Υπογείως ρέει η αύρα του Γουές Άντερσον, του Φιλιπ Ρίντλευ και των αδερφών Κοέν και μία βραθυφλεγής, ξεχωριστή indie δημιουργία είναι ο,τι καλύτερο έχει παρουσιαστεί στο είδος τελευταία.
Καλείται κανείς να συντροφεύσει τον Shayenne, έκπτωτο αμερικάνου ποπ σταρ, αποσυρμένο γεωγραφικά και ψυχικά στο Δουβλίνο και χαριτωμένα βαριεστημένο, στην προσωπική περιπέτεια του. Μετά την κατά τα εβραϊκά έθιμα κηδεία του πατέρα του, που έγινε  η αφορμή να τον ξανααντικρύσει ύστερα από 30 χρόνια, ψάχνει με αποστασιοποιημένη αγωνία να βρει το ναζί διώκτη του και να πάρει εκδίκηση. 
Εξαρχής είναι απορίας άξιο το είδος της ικανοποίησης που  μπορεί να νιώσει ένα πλάσμα, εγκλωβισμένο στο make up, σαν τον ήρωά μας, από μια τέτοια πράξη. Όμως, αν συχνά έρχεται στο νου η καρικατουρίστικη μορφή του Ψαλιδοχέρη, γρήγορα γίνεται σαφές ότι πάλλονται ερμηνευτικές χορδές με τον ίδιο τρόπο που είχε εμπνευστεί ο Penn στο Ι am Sam. Ένας άντρας-ερμαφρόδιτο παιδί, την ίδια στιγμή που είναι σε απόλυτη αρμονία με το είναι του, συνειδητοποιημένα κολλημένο στα ΄80’s, αυτοαποδομείται απολαυστικά.
Ο εν γνώσει του σκουριασμένος έφηβος επιθυμεί να σχετιστεί με τον πατέρα του μέσα από τις επι μέρους σχεσεις με άλλες αντρικές φιγούρες, που εκφράζουν τα πιο ευχάριστα και τα πιο δύσκολα κομμάτια του γνωστού-άγνωστου γονιού. Και τα τριγωνοποιημένα κάδρα (συνήθως στην οθόνη εμφανίζεται ο Sahyenne, ένα άλλο πρόσωπο και κάτι τρίτο, αλλά σημαντικό) δείχνουν αυτή ακριβώς την ανάγκη να υπάρχει πάντα κάτι ενδιάμεσο για να έρθει ο γιος σε επαφή με τον πατέρα. Τα αντικείμενα γύρω-γύρω, πολλά και αξιοπερίεργα, εκδραματίζουν την βαθιά κρυμμένη έντασή του.
Το χιούμορ σφάζει με το βαμβάκι και η ζωή παρουσιάζεται σα μια μαγική χώρα που όλα μπορεί να συμβούν, όχι απαραίτητα με τον καθώς πρέπει τρόπο (ακόμα και ο πιο φιγουράτος πατινέρ είναι δυνατό να πέσει με φόρα και μια χήνα μπορεί να γίνει ο πιο πιστός συνένοχος). Δοκιμάζονται έννοιες όπως η τέχνη, η ποπ κουλτούρα, ο έρωτας, το Ολοκάυτωμα, ενώ ακούγονται σοφές ατάκες όπως: « Όταν είσαι νέος λες «η ζωή μου θα είναι έτσι, και μετά περνάς χωρίς να το καταλάβεις στο « Έτσι είναι η ζωή».
           Στο φιλμ συμπεριλαμβάνεται μια ήδη, κλασσική σκηνή live του David Byrne, με τον Shayenne να παρακολουθεί ανάμεσα στο πλήθος σα να έχει προστεθεί σε αυτό μετά από Copy-Paste, ενώ το ομώνυμο με τον τίτλο κομμάτι σε όλες του τις εκδοχές είναι τουλάχιστον εθιστικό και το σάουντρακ εκ των ων ουκ ανευ. 






Υπονοείται τo ρητό: Home is where the heart is, κι εμείς βρίσκουμε μαζί με το Shayenne τη βάση του, παίρνοντας ένα χαρτομάντηλο και αφαιρώντας προοδευτικά το μακιγιάζ για να δούμε κάτω από την επιφάνειά. Τον βοηθάμε λίγο να σύρει τη βαλίτσα του και τον παρακολουθούμε να φυσά μακριά, μαζί με το μπροστινό τσουλούφι του κάθε φόρτιση, για να φτάσει στον προορισμό του ταξιδιού του. 

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Εφηβεία: Στο Λυκόφως του Τιτανικού και στα Υπόγεια του Indie





Ένας έφηβος από το  ακαταπόντιστο ανεβαίνει πάνω σε έναν ελέφαντα, μετά απογειώνεται με ταχύτητα για να φτάσει να κάνει skate στην Times Square και να χορέψει σε ένα γάμο απρόσκλητος...Το ταξίδι της αναπαράστασης της εφηβείας από τα '90 έως σήμερα...



Ψυχογραφήματα






Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Wasted Youth Saved Indie



Με το Wasted Youth φαίνεται καθαρά πως o ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος, με επίκεντρο την εφηβεία, έχει γίνει για μας πιο επίκαιρος από ποτέ. Το μοτίβο είναι πια κλασικό. Μία…σκυλίσια καυτή μέρα από τη ζωή ενός έφηβου (το Hundstage δικαιώνεται ως άξιο αναφοράς), που εμφανίζεται επί της ουσίας μόνος, χωρίς την παρουσία γονέων, πειραματίζεται φυσιολογικά με τα πάντα και ο δρόμος του τον οδηγεί σε μια καταστροφή. 
Την προηγούμενη χρονιά επιχειρήσαμε να επαναστατήσουμε χωρίς προσανατολισμό αλλά με αιτία. Και αναπόφευκτα οι προβολείς πότισαν τα χλωμά ή σκουρόχρωμα πρόσωπα των οικοδεσποτών της πλατείας, πάνω στα σκεϊτμπορντ.
Χωρίς να είναι έτοιμοι ακόμη να το διατυπώσουν , οι έφηβοι οσφραίνονται την αδικία σε ο,τι έρχεται και σε ο,τι τους έχει ήδη συμβεί. Τι κι αν εκεί μακριά  κάνουν λίγο περισσότερα τσιγάρα, ή η στεγνή απεικόνιση του σεξ τους είναι πιο οικεία; Επιτέλους, τα παιδιά του Gus Van Sant μαθαίνουν ελληνικά. Άλλωστε κι εκείνα μέσα στην εκεί κρίση αναπτύχθηκαν. Ο Ελέφαντας που οδήγησαν οι έφηβοι αυτοί έλιωσε συνομηλίκους και γονείς. Έγινε θύτης που εξαργυρώνει τη θυματοποίηση από την απουσία των γονιών. Δεν είναι πουθενά για να θέσουν όρια.
Η έμπνευση προέρχεται, και στις δύο περιπτώσεις, από γεγονότα που ανατρίχιασαν την κοινή γνώμη και εγκαινίασαν θλιβερές επετείους. Είτε μιλάμε για τον Ερικ Χάρις και τον Ντύλαν Κλεμπόλντ, είτε για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, οι έφηβοι κάνουν τα σώματά τους καμβάδες για να χρωματιστεί η κοινωνική έκπτωση.
Οι δικοί μας γονείς, δεν αντέχουν να μην υπάρχουν. Δεν μπορούν να μην αγαπούν. Το όριο έχει χαθεί. Πανταχού παρόντες και υπερπροστατευτικοί,  τελικά αντίθετοι με την υγιή γονεϊκή λειτουργία που μαθαίνει στα παιδιά να ζουν χωρίς αυτούς. Ο ήχος του πυροβολισμού είναι η κραυγή των γονέων που έχουν κουραστεί να αγαπούν με τον μάταιο τρόπο αυτό. Ο αστυνομικός-μεταφορά του πατρικού νόμου, που πάτησε τη σκανδάλη, έκανε πράξη αυτή την, υπαγορευμένη από τις συνθήκες, παθητική επιθετικότητά τους.


Η ευημερούσα εφηβεία της γενιάς του ’90 έκρυβε στα σπλάχνα της μια άλλη, σκοτεινή και πιο φτωχή, με τα Βόρεια να βρίσκουν καταφύγιο στο Σύνταγμα. Το ρόλο της μάνας τον παίζει μια πόλη που τους μαθαίνει να μοιράζονται ένα σουβλάκι. Ο πρωταγωνιστής πιπιλίζει από ένα ψυγείο γάλα και νοσταλγεί την εποχή που η πηγή ήταν ζεστή. Οργώνει με το σκειτμπορντ μια στείρα μητρική πισίνα. Ο πατέρας του έχει ήδη δώσει την ευθύνη του νόμου της ζωής του, χωρίς να του διδάξει πώς να τη διαχειριστεί. Του νόμου που χαστουκίζει, μήπως και από τον κρότο ξεπηδήσει μία κλωστή για να περιφράξει την ορμή και να προσφέρει το όριο. Και η μητέρα σε ανάγκη, γλυκιά αλλά ανήμπορη, απούσα επίσης.
Η μεγαλύτερη αξία της ταινίας ίσως δεν συνίσταται στην πρωτοτυπία ή στην αρτιότερη υλοποίηση της ιδέας. Το πιο σημαντικό είναι ότι αναδεικνύει τον αναβρασμό που δημιουργεί η κοινωνική προς-τριβή που οδηγεί σε θερμότητα «που τρελαίνει τους ανθρώπους» όπως ακούγεται από την αγαπημένα οικεία Θέμιδα Μπαζάκα. Η ταινία αποτελεί ένα χωνευτήρι ήδη κλασικών επιρροών: Gus van Sant, Harmony Korine, Larry Clark, αλλά και κάτι από Gaspar Noe στους ρυθμούς.
Το κοινό εξοικειώνεται με ένα ύφος τόσο ταιριαστό στην εποχή, low Budget, ανεξάρτητο και, στις απαρχές του τουλάχιστον, αυθεντικό (ίσως ο Larry Clark το παράκανε στις τελευταίες του ταινίες με την άσκηση ύφους) με υπόκρουση κιθάρας και της ρόδας τους σκειτ στη φιλόξενη άσφαλτο. Έννοιες όπως δημόσιο, βόλεμα, κρίση, βία, υλική επίδειξη (πανέξυπνη η σκηνή του γάμου), εμβληματικά σημεία που στριφογυρνάν πάνω από τα κεφάλια μας σε συζητήσεις τη μόδας συμπυκνώνονται ποιητικά στο φιλμ. Και κυρίως η έννοια της παιδικότητας, λέξη κλειδί για την εποχή μας και την «παθούσα» γενιά της παρατεταμένης μετεφηβείας.

Το Wasted Youth στο Move it


Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

Ένας ζωντανός οργανισμός για να αποχωριστούμε το 2011...



Καλή χρονιά από καρδιάς...!
Να "ζούμε το παρόν μας με αυτοτέλεια"...
Αν και οι λίστες είναι μια διαδικασία επώδυνη, καμιά φορά μπορεί να γίνουν αρκετά διασκεδαστικές...Ζωντανός οργανισμός που πήρε σάρκα και οστα και κουνά το χέρι στην παλιά χρονιά χαμογελώντας.

Ο κινηματογραφικός απολογισμός της χρονιάς που πέρασε στο Move it







Διαβάσατε περισσότερο