Ήταν, μάλλον, θέμα χρόνου μέχρι το πανί να πάρει κάτι από την αίγλη της
οθόνης του υπολογιστή σε φόντο λευκό και μπλε. Ο David Fincher αρέσκεται
στην απαγγελία ιστοριών για την πάλη του άντρα με έναν αντίπαλο, που τελικά δεν
είναι άλλος από τον πιο βαθύ, πρωτόγονο φόβο του. Είτε αυτός είναι, ενδεικτικά,
η παραβίαση (Panic room, με γυναίκα εδώ
πρωταγωνίστρια, με αρρενωπά χαρακτηριστικά-καθόλου τυχαία η επιλογή της Jodie Foster), είτε ο φθόνος που
φτάνει σε ναρκισσιστική συγχώνευση (Seven), η φθορά (the Curious Case of Benjamin Button)
ή ο βίαιος του εαυτός (Fight Club,
Zodiac).
Στην περίπτωση του δημιουργού του Facebook, η έλλειψη αποδοχής
που βιώνει ο ήρωας από τα πρώτα λεπτά της ταινίας και η υψηλή του νοημοσύνη τον
βοηθούν να δημιουργήσει μια ευκαιρία για επανόρθωση. Πιθανότατα διακατέχεται
από μία αίσθηση στέρηση της επιλογής του να είναι αποδεκτός ή όχι από τους
άλλους. Έτσι, δημιουργεί ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο στα μέτρα του. Άλλωστε,
υποστηρίζεται πως ευφυής άνθρωπος είναι εκείνος που δημιουργεί το πιο κατάλληλο
περιβάλλον για τον ίδιο. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη κλειδί στο FB, αυτή που κάνει ισχυρό το
χρήστη αφορά το δίπολο Αποδοχή-Απόρριψη. Ανάμεσα στα άκρα αυτού του τεντωμένου
σκοινιού προσπάθησε να κινηθεί ο ήρωάς μας.
Φαίνεται σαν όλα να ξεκίνησαν με την
πάλη με την πατρική φιγούρα με τρόπαιο τη γυναίκα-μητέρα, πάντα ψυχρή,
αδιάφορη, απορριπτική. Ο ήρωας διχοτομεί την ταυτότητα της αντρικής-πατρικής
φιγούρας σε καλή και κακή. Προσπαθεί να την αποκαταστήσει, αλλά με δόλια μέσα. Ουσιαστικά
αντιμάχεται τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλη μια συνηθισμένη θεματική στον Fincher, είτε μιλάει για το
νεαρό και τον πιο ηλικιωμένο εαυτό, είτε για το δυνατό και τον αδύναμο, είτε
για τον τιμωρό και το διώκτη, που τελικά αποτελούν δύο αλληλοεξαρτούμενα μισά,
με τον πλέον εγκλωβιστικό αυτιστικό τρόπο. Στις ακραίες τους εκφράσεις δεν
ανατροφοδοτούν ο ένας τον άλλο, αλλά περισσότερο αντιμάχονται.
Αυτό που πυροδοτεί, λοιπόν, τη
δημιουργία του facebook,
είναι ο θυμός που έχει μετατρέψει τον
ψυχισμό του ήρωα σε ηφαίστειο που βράζει. Στην απόρριψη από τη γυναίκα προστίθεται
η απόρριψη από πολλαπλά αντίγραφα πατρικής φιγούρας (η αδελφότητα των φοιτητών),
κάτι που τον ωθεί να «σκοτώσει» το καλό μέρος της και να ενσωματώνει το κακό,
ταυτιζόμενος μαζί του. Χρειάζεται όμως και καλά κομμάτια από τους γύρω του ως
σπόρους ευεξίας μέσα του, και τι πιο απλό από να τα δημιουργήσει ο ίδιος. Χαρακτηρίζεται
από ένα καταναγκασμό να χαντακώσει καθένα γύρω του, βλέπει τον άλλο σαν ένα από
τετραγωνάκι που έχει τη δύναμη με ένα κλικ να το σβήσει, να το εμφανίσει, να το
τσιγκλήσει. Γίνεται ένας μικρός Θεός, ελέγχοντας έναν τεράστιο οργανισμό. Πασχίζει
να τον κρατήσει ζωντανό, να υπεραναπληρώσει την έλλειψη επικοινωνίας. Μόνο που
δεν έχει υπολογίσει ότι αυτός ο οργανισμός γίνεται ολοένα και πιο υπερτροφικός.
Τα μέλη του είναι το καθένα στον μικρόκοσμό του, υπάρχει επικοινωνία αλλά όχι
καλή αιμάτωση. Έτσι, αυτός ο γίγαντας γίνεται οκνηρός, βραδυκίνητος, αυτό-απορροφούμενος,
αποκομμένος από τους υπόλοιπους οργανισμούς. Η υγεία του βρίσκεται σε κίνδυνο, ήδη
τα μέλη του βλέπουν τα πρώτα σημάδια κόπωσης, όταν δεν ξοδεύονται στην απόλαυση
που τους προσφέρει η απώλεια ελέγχου. Ο έλεγχος δεν είναι δικός τους αλλά
αποτελεί τελικά μια αυταπάτη.
Όλα αυτά τα ψηφιακά πλακίδια
αποτελούν μικρά κάτοπτρα, όπου ο πρωταγωνιστής αρχικά και τελικά ο καθένας μας,
προβάλλει τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις, τις προσδοκίες γι αυτό που θεωρεί
επιθυμητό, αλλά και όλα τα ανομολόγητα κομμάτια του. Θα ήθελε να τα αναπτύξει,
αλλά είναι πολύ πιο εύκολο και «ασφαλές» αν διατείνεται ότι τα διαθέτει, αφού
και ο άνθρωπος στην ψηφίδα είναι έτοιμος να τα πιστέψει και να επαναπαυτεί.
Παρατεταγμένα όλα τα πρόσωπα, το ένα δίπλα στο άλλο, επιτρέπουν στους υπόλοιπους
να σχετιστούν με τους άλλους, μόνο με εκείνα τα κομμάτια τους που επιθυμούν. Το
Facebook φαίνεται σαν μια
διαμεσολαβητική μηχανή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Καταργεί την παραδοσιακά γνώριμη
αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Συζητήσεις 10 λεπτών στο τηλέφωνο μετατρέπονται
σε δίωρες φεισμπουκικές. Η ανταπόδοση των συναισθημάτων αποτυγχάνει και όλη η
ανάγκη για έκφραση θα μπορούσε ακόμα και να παρερμηνευτεί ως μια λάθος
πληκτρολόγηση (:-)).
Ακόμα και να χαμογελάσουν οι χρήστες, αντί να προβούν σε κάτι στιγμιαίο και αυθόρμητο,
πατούν πλήκτρα και μέχρι να τελειώσει η
αλληλουχία τους το χαμόγελο έχει χαθεί. Το λαμπερό καθρέφτισμα των ματιών μας στα
μάτια του άλλου υποσκελίζεται από την υποψία μιας ανθρώπινης σκιάς που μόλις γυαλίζει,
στο σκοτάδι, στην οθόνη του υπολογιστή.
Η τελική σκηνή συμπυκνώνει όλη την αγωνία του ήρωα. Δεν φαίνεται να λυπάται
ιδιαίτερα που απέρριψε τον μόνο του φίλο, για χάρη κάποιου που τον πρόδωσε. Όσο
ακόμα μπορεί να κάνει ένα κλικ και να δοκιμάσει την τύχη του στην αποδοχή, ελπίζει.
Φυσικά θα προστατεύεται πάντα από το γυαλί της οθόνης, θα είναι αυτό η παγωμένη κουβέρτα που θα παρηγορεί τους φόβους
τους και θα τον κάνει να περιμένει ασφαλής. Μαζί με κάποια εκατομμύρια δολάρια παραπάνω, ώστε
να προμηθεύεται την πιο παχιά πλέξη.