Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Teddy Bear

"Οι άνθρωποι είναι τόσο τρομερά μακριά ο ένας από τον άλλον
και πιο απομακρυσμένοι απ' όλους είναι συχνά όσοι αγαπιούνται.
Πετούν ο ένας στον άλλον όλο τους τον εαυτό όμως κανείς τους
δεν τον πιάνει κιόλας, κι έτσι απομένει πεσμένος κάπου ανάμεσα
και πυργώνεται και στο τέλος τους εμποδίζει και από πάνω
να δουν και να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον."

Rainer Maria Rilke

Μία μαμά που πετούσε όλο της τον εαυτό στο παιδί της. Εκείνο ήταν πολύ μικρό για να μπορεί τον πιάσει και πολύ μεγάλο για να θέλει να τον πιάσει. Πετούσε όλο της τον εαυτό και όλο της το λόγο στο παιδί της. Για εκείνη δεν κράτησε τίποτε.

Ο γιος της δεν τον έπιανε το λόγο της. Ήθελε το ζωογόνο μακριά. Την αγαπούσε, αλλά ήθελε να της πετάξει μόνο ένα κομμάτι του. Απλώς ήθελε να παίξει. Με κάτι πιο ελαφρύ από τον εαυτό της μητέρας του. Και τότε βρέθηκε με κάποιον άνθρωπο που ο λόγος του δεν ήταν μπάλα. Ήταν η αυλή του παιχνιδιού.

Ο γιος πέταγε εκείνο που ήθελε να πετάξει, τη στιγμή που ήθελε. Και η εκείνη το έπιανε με απλότητα και του το έδινε πίσω.
Οι δυο τους παίζανε σε μία ενδιάμεση γλώσσα.

Η μητέρα κουράστηκε να επιβλέπει το παιχνίδι. Η επίβλεψή της ήταν περιττή. Τόσα χρόνια, ο γιος της έχτιζε το σώμα του για να υψώσει ένα προφυλακτικό τείχος ανάμεσά τους.

Η ώρα του αποχωρισμού έχει έρθει. Η μητέρα του, μέχρι τότε, ίσιωνε χάρτινα χαμόγελα για να καλύψει την απόγνωση της διαίσθησης του αποχωρισμού. Είχε έρθει η ώρα, ο γιος να αφήσει το χέρι της μητέρας του και να αποκτήσει το δικό του σώμα. Το σώμα που ήθελε να προσφέρει σε εκείνη.


 

“Ούτε η βροχή δεν είχε τόσο μικρά χέρια”. Μικρά, αλλά ικανά να γκρεμίσουν ένα τοίχο από σώμα και να δέσουν τις άκρες των γλωσσών. Προσέφεραν στη μητέρα μία απροσδόκητη πιθανότητα σάρκινου χαμόγελου, και σε εκείνους τα ανύπαρκτα όρια της κοινής τους αυλής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάσατε περισσότερο