Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Ο ακαταμάχητα ανάλαφρος πεσιμισμός του Woody Allen

            Ο διάλογος με όσους παρακολούθησαν την τελευταία ταινία του Woody Allen You will meet a tall, dark stranger” οδηγεί σε συμφωνία ως προς το συμπέρασμα ότι, πιθανότατα, ο σκηνοθέτης εδώ συνοψίζει τις κύριες εμμονές/θεματικές του και πολλές από αυτές κατορθώνει να τις επαναπροσδιορίσει και να τις αναπλαισιώσει.
            Σκύβοντας πάνω από τον ψυχισμό του καλλιτέχνη, σαν  να παρακολουθούμε τον ατράνταχτο πεσιμισμό του να ξαλαφρώνει από τα χοντρά παλτά της Νταϊάν Κίτον για να φορέσει πιο ανάλαφρο ένδυμα. Στο τέλος της ταινίας, οι ηλικιωμένοι, σοφοί στην αφέλειά τους πρωταγωνιστές, ξεκουράζονται με ελαφρή ενδυμασία στο βρετανικής προέλευσης παγκάκι. Φαίνεται πως η αποστασιοποίηση από την υπερεμπλοκή και την ομφαλοσκόπηση στη Νέα Υόρκη κάνει καλό στο σκηνοθέτη.


            Από τον τίτλο ακόμη ο θεατής προδιατίθεται πως κάτι θα συμβεί. Το αν αυτό θα είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο πάντα παραμένει ένας ημιτελής συλλογισμός. Αν όμως κάποτε η απάντηση του Woody Allen ήταν λουσμένη στη σκιά, τώρα είναι διαφορετική (κάτι που ήδη είχε αρχίσει να διαφαίνεται με το match point): εξαρτάται από το ποια οπτική γωνία το βλέπεις.
Η επιλογή λοιπόν του σκηνικού από τη μία αποστασιοποιείται εκ νέου, τοποθετώντας τη δράση στο Λονδίνο, από την άλλη αναφέρεται διακριτικά στο νευρωσικό παρελθόν του, ακόμα και μέσα από τις ’70 λεπτομέρειες του διαμερίσματος του κουρασμένου ζευγαριού.
Η προφητεία του μέντιουμ για τον ψηλό μελαχρινό ξένο εκπληρώνεται κατ’ αρχάς σε ένα πραγματικό επίπεδο, για τα κοντινά συγγενικά πρόσωπα της, αρχικά, απελπισμένης ηλικιωμένης πρωταγωνίστριας. Η κόρη της γνωρίζει τον καινούριο της εργοδότη, με ακριβώς την περιγραφόμενη από τον τίτλο εμφάνιση (ψηλός, μελαψός). Αυτός παραμένει ξένος, αφού η ηρωίδα δεν κατορθώνει να τον προσεγγίσει. Το ίδιο συμβαίνει και στον συγγραφέα με την ψηλή μελαχρινή μούσα του, αλλά και στον πρώην, πια σύζυγό της, που γνωρίζει κι αυτός μια ψηλή ξένη, με πολύ σκούρο-σκοτεινό παρελθόν. Το πραγματικό αυτό επίπεδο τη υλοποίησης της προφητείας είναι ενδεικτικό και από την περισσότερο ή λιγότερο άμεση σύνδεση των εν λόγω ξένων με την επαγγελματική επιτυχία και οικονομική ασφάλεια των ηρώων, η οποία δε φαίνεται, παρά τις προσδοκίες τους , τελικά να επιτυγχάνεται ή να διατηρείται..
Φαίνεται πως η λύση που δίνει ο Woody Allen για κάθε μια από τις υποϊστορίες ποικίλλει. Για τη γυναικεία φιγούρα η προφητεία δεν έχει αίσια κατάληξη, κάτι που δε συμβαίνει με τις δυο αντρικές, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση. Κατακτούν το αντικείμενο του πόθου τους, ενώ ο γηραιότερος επιτυγχάνει  έναν ακόμη στόχο,δηλαδή να αναπληρώσει τον αρσενικό διάδοχο που είχε χάσει. Ένα βήμα προς την πολυπόθητη σε αυτή την κρίσιμη ηλικία αθανασία που μέσω γυμναστηρίου πάσχιζε να κερδίσει και που  η πρώην γυναίκα του, με την πίστη της στη μετενσάρκωση, προσέγγισε ομολογουμένως πιο αναίμακτα.
Η περίπτωση του συγγραφέα φαίνεται να έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον ήρωα του Match Point. Κερδίζει όσα είχε στοχεύσει, αφού το μπαλάκι έπεσε στη δική του πλευρά και με τη γυναίκα που επιθύμησε αλλά και με το μυθιστόρημα που σφετερίστηκε. Μοιράζεται, ωστόσο, την ίδια αποπροσωποποιημένη κατάσταση  με τον πρώτο ήρωα και προκαλεί το ίδιο συναίσθημα.
Αλλά και για το χαρακτήρα του Άντονυ Χόπκινς ακόμα, το μπαλάκι της πατρότητας του δεν έχει διαλέξει ακόμη πλευρά. Παρενθετικά, ας σημειωθεί πως εντυπωσιάζει η προσωπική δουλειά του Allen πάνω στη θεματική του ώριμου ηλικιακά άντρα, παθιασμένου με μια πολύ μικρότερή του κοπέλα. Στις περισσότερες ταινίες του, πρόκειται για μια εξιδανικευμένη, λαχταριστή όσο και αγνή παιδούλα. Τώρα παρουσιάζεται  μια καρικατούρα, ίσως στην προσπάθειά του να ελέγξει την περιγραφή αυτού του πάθους, παραπαίοντας ανάμεσα στο δίπολο πόρνης και αγίας ως προς τη θεώρηση της νεαρής γυναίκας.
Η ηλικιωμένη πρωταγωνίστρια διαφέρει από τους γύρω της στο εξής: έχει πίστη που απορρέει από το πάθος της για ζωή, χωρίς να αποφεύγει να περπατάει χέρι χέρι με την εξάρτησή της από το αλκοόλ, μια τόσο ανθρώπινη αδυναμία που αποκαλύπτει την ανάγκη της ταυτόχρονα να ρουφήξει τη ζωή της και να μεθύσει από αυτή. Δεν είναι τυχαίο που η κόρη της, όταν όλα διαλύονται γύρω της καταφεύγει κι εκείνη στο αλκοόλ. Όχι πως και οι υπόλοιποι ήρωες δεν είχαν πίστη. Είχαν στον εαυτό τους, σε ένα επιφανειακό όμως επίπεδο. Πιθανότατα επρόκειτο όμως για μια προσπάθεια υπεραναπλήρωσης ενός βαθύτατου αισθήματος προσωπικής ανεπάρκειας.
Η γιαγιούλα λοιπόν τόλμησε να πιστέψει σε κάτι έξω από αυτή: το μεταφυσικό που κάποιοι θα ονόμαζαν Θεό. Ουσιαστικά και πάλι πρόκειται για τον εαυτό της, επενδυμένο όμως με τη  μαγική ιδιότητα να μένει ως ενέργεια, αναλλοίωτος στο πέρασμα του χρόνου. Έτσι αψηφά το μεγαλύτερο φόβο, σε τελική ανάλυση, όλων τους, το θάνατο. Η ίσως πιο αστεία ατάκα της ταινίας, πως όλοι θα συναντήσουμε τελικά έναν ψηλό, σκοτεινό ξένο, που θα μας μεταφέρει με τη βάρκα του στον Κάτω Κόσμο, αναφέρεται ακριβώς σε αυτό το φόβο.
Ενδεικτικό, άλλωστε,  είναι πως για την ηλικιωμένη γυναίκα, το εισιτήριο για τον έρωτα με όλες τις αυταπάτες που τον συνοδεύουν ήταν ντυμένο με  τον μανδύα του θανάτου. Για εκείνη,  φαινομενικά τουλάχιστον, το μπαλάκι έπεσε από τη μεριά της. Σίγουρα ο έρωτάς της δε θα είναι απόλυτος (ο παππούς αγαπά ακόμη τη νεκρή σύζυγο), αλλά ούτε και ανεκπλήρωτος. Από τη βικτωριανή εποχή και την –αμφισβητούμενη -γαλλική φινέτσα, καταλήγει στη Ζαν ντ’ Αρκ, ταυτιζόμενη με την εκκεντρική Αγία. Το πολυπόθητο happy (;) end αποζημιώνει το θεατή για τα έντονα προηγούμενα συναισθήματα αβοήθητου μπροστά στο αίνιγμα του έρωτα. 

Φαίνεται λοιπόν, πως ο Woody Allen, μέσα από αλλεπάλληλες επανορθωτικές επαναλήψεις της νεύρωσής του καταφεύγει στο ανοίκειο και το μαγικό, για να προχωρήσει, ταυτιζόμενος μέσα από την κεντρική ηρωίδα ακριβώς με αυτό: τη γυναίκα, terra incognita, μαγική και απόμακρη, αλλά πια για εκείνον λίγο πιο προσβάσιμη. Αυτή είναι για εκείνον η θεόρατη, μυστηριώδης ξένη που θέλει και αρχίζει να συναντά. 

1 σχόλιο:

Vicky Stasinou είπε...

Είσαι Α ΠΙ ΣΤΕΥ ΤΗ !!!!!!
Είμαι πολύ περήφανη για σένα....:)

Διαβάσατε περισσότερο