Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Κοντά στον πατέρα


       Από δύο ταινίες του Σεμπαστιάν Λιφσίτς (La traversée, Les terres froides) που παρουσιάστηκαν στο 16o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει πώς ένας κινηματογραφιστής, ξεδιπλώνει ένα πιο συμφιλιωμένο εαυτό με την ουσία του. Aποτελούν, οι δυο τους ένα δείγμα από την πρώιμη και πιο ώριμη περίοδο δημιουργίας του σκηνοθέτη, αντίστοιχα, και η σύγκρισή τους αποκαλύπτει καταφανείς διαφορές.
             Ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει οτι, προοδευτικά, η ένταση της κοινής των δύο ταινιών θεματικής του χαμένου πατέρα, με τον οποίο ο γιος πασχίζει να συνδεθεί και να βρει το ανάλογό του, απαλύνεται. Στο πιο άγουρο έργο του σκηνοθέτη (Les terres froides), όλα κινούνται σε ένα πραγματικό επίπεδο. Ο πατέρας απορρίπτει και υποτιμά την προσέγγιση του ενήλικου γιου που δεν έχει γνωρίσει ποτέ, αφήνοντας τον να περιπλανιέται μέσα στην ανάγκη του για αγκάλιασμα και για αναζήτηση ομοιοτήτων. Η ερωτική προσέγγιση του ετεροθαλούς αδερφού του γίνεται καταφύγιο και ταυτόχρονα όπλο εκδίκησης. με τη σαρκική ένωση των δύο αδερφών, που  μοιάζουν όσο δύο καρποί από το ίδιο δέντρο, να υλοποιείται. Όταν ο πατέρας το ανακαλύπτει, μέσα στο ίδιο του το σπίτι, θανατώνει ακαριαία τον μισητό του γιο. Το φιλμ ολοκληρώνεται χωρίς καμία επιπλέον εξήγηση, σαν να μην υπάρχει αύριο μετά από αυτό. Όπως μετά από κάθε ύβρη, ο προπέτης τιμωρείται και το δράμα δε λύνεται ποτέ, με μια σύγκρουση εμπνευσμένη (με έναν παράδοξο τρόπο)  από την αρχαία ελληνική τραγωδία.
            Στο «La traversée», αντίθετα, το δράμα έχει δουλευτεί και οδεύει προς τη λύση του. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ, όπου ο σκηνοθέτης ακολουθεί με την κάμερα ένα φίλο του στο πέρασμά του στην άλλη άκρη του κόσμου (από τη Γαλλία στην Αμερική) για να βρει τον πατέρα του. Εδώ, κάθε, μη σύμφωνη με τους νόμους της φύσης ένωση με ο,τι κοντινότερο στην πατρική φιγούρα συμβαίνει σε φαντασιακό μόνο επίπεδο. Εκφραζόμενη δε με λόγια στο μονόλογο του κεντρικού ήρωα, από την αρχή ήδη της ταινίας, συμβολοποιείται, με τα κίνητρα συνειδητά πια χωρίς κόπο. Ξεστομίζει πως θα ήθελε να είχε έναν αδερφό και να κάνει έρωτα μαζί του, αλλά θα το έκανε μόνο και μόνο για να έρθει πιο κοντά στον άγνωστο πατέρα του. 



Σε αυτή την ταινία, ο σκηνοθέτης με ανακούφισή φαίνεται να καλοσωρίζει το happy end, κάτι που ξενίζει, αφού κατά τ’ άλλα πρόκειται για μία-όμορφη-τυπική γαλλική ταινία, με όποια κλισέ μπορεί να συνεπάγεται αυτό.  Ο πατέρας του τον καλοδέχεται πρόθυμος, χωρίς μεγάλα λόγια, για μία ουσιαστική αποκατάσταση της σχέσης τους. Επέρχεται η κάθαρση και η ύπαρξη του γιου ελευθερώνεται από κάθε υποψία ενοχής για την πιθανή αναξιότητά του να καθρεπτιστεί στα μάτια του πατέρα.
Μέσα από αλλεπάλληλες συμβολοποιήσεις, η επιθυμία και το άγχος του σκηνοθέτη επιτεύχθηκε να απωθηθούν ως πιθανότητα. Ποιος ξέρει κατά πόσο είναι αυτοβιογραφική η επαναλαμβανόμενη πονεμένη αυτή ιστορία, ή απλά κάποια άλλη, εξίσου δυσάρεστη, βρίσκεται μεταμφιεσμένη στα σημεία της…Ενδεχομένως, μη λαμβάνοντας υπόψη τα υπόλοιπα φιλμ του δημιουργού, να χάνουμε πολλά από τα κομμάτια του παζλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάσατε περισσότερο