Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ίσως τελικά το τοτέμ να μη σταμάτησε να γυρίζει…

Με αφορμή τις δύο τελευταίες ταινίες του Di Caprio, Shutter Island και Inception¸ θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως, κινηματογραφικά, είναι σε εξέλιξη μια επιστροφή στα ’70, σε σχέση με το τι θεωρείται φρικιαστικό αλλά και γοητευτικό. Το μεταφυσικό δίνει τη θέση του στην παράνοια και τα στοιχειωμένα σπίτια στα κατειλημμένα από δαίμονες μυαλά. Ίσως τελικά στην εποχή μας, με τις τόσο εύθραυστες ισορροπίες, η ψυχική ασθένεια να αποτελεί το μεγαλύτερο φόβο όλων. Στις δύο παραπάνω ταινίες, ο επί της θεμελιώδους ουσίας ίδιος βασικός χαρακτήρας, μετά από το χαμό της συντρόφου του,  άλλοτε υποκύπτει στα τραύματά του και άλλοτε, μέσα από διάφορα στρώματα επανορθωτικών εμπειριών αναδομείται ριζικά.
            Ενώ στο Shutter Island εισχωρούμε μέσα από δαιδαλώδη διαδρομή στο αμετάκλητο του τραύματος στον ήρωα, στο Inception η διείσδυση και ή επίδραση στον ανθρώπινο νου δεν γίνεται τρομακτική, αλλά απολαυστική, λυτρωτική, θεραπευτική και περιπετειώδης. Σε μια εποχή εσωστρέφειας, αναδίπλωσης και ανάγκης αυτοανάλυσης, φυσικό και το σινεμά να συγχρονίζεται.
            Σε ο,τι αφορά ειδικότερα το Inception, πρόκειται για μία ταινία εξαιρετικά εσωτερική, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο λόγω των εντυπωσιακών ειδικών εφέ που περιέχει. Μοιάζει, κάτω από ένα άλλο, πιο κλινικό πρίσμα, για ένα μεγάλων προεκτάσεων  (οπτικών και σεναριακών) σχόλιο πάνω στο πώς η ψυχανάλυση ή γενικότερα η ψυχοθεραπεία μπορεί να κάνει ένα λαβωμένο άνθρωπο ικανό να κοιτάξει τον εαυτό του και πάλι.
            Όλο το επίκεντρο είναι ο Cobb,  ο οποίος αδυνατεί, μετά από μια σειρά προσπαθειών με ολέθρια αποτελέσματα, να καθρεπτιστεί στα μάτια των παιδιών του. Ίσως το όλο εγχείρημα να πρόκειται, τελικά, για την παρέμβαση στο ασυνείδητό του από τον πατέρα του, πιο έμπειρο και σοφό, κουρασμένο από το να βλέπει την προοδευτική κατάρρευσή του.  Σκοπός, η συμφιλίωση με μια υποφερτή πραγματικότητα. Συνοδοιπόρος στη βουτιά στα επικίνδυνα η φρέσκια νεοφώτιστη φοιτήτρια, άκαυτη ακόμα από τη ζωή.
Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, σοφά τοποθετημένοι, αποτελούν προβολές του υποσυνείδητου του: Φορείς της χρήσης ουσιών, μιας επαγγελματική πρόκλησης- κίνητρο για μια βουτιά στα βαθιά. Εδώ ίσως  υποκρύπτεται και ένα έμμεσο σχόλιο του Nolan για την ψυχοθεραπεία, όπου η χρηματική συνδιαλλαγή συμβολίζει μια κοινωνικώς αποδεκτή δικαιολογία-κίνητρο για να βοηθήσει κανείς (ψυχοθεραπευτής-inceptor) τον άλλον ή, έμμεσα, τον εαυτό του  να ανακατασκευάσει το παρελθόν του.
            Τα παραπάνω οδηγούν τον Cobb να ξαναγυρίσει για να πάρει ουσιαστικά την Mal πίσω, εκεί που ήταν νέοι, όπως χαρακτηριστικά λέει στο τελευταίο επίπεδο συνειδητότητας στον Saito. Ως εξιλέωση για το ότι άφησε οι δυο τους να γεράσουν αλλά τελικά η Mal να ξυπνήσει στην πραγματικότητα νεκρή πνευματικά.
            Ο Nolan παίζει με τα τρία επίπεδα συνειδητότητας: συνειδητό, υποσυνείδητο, ασυνείδητο, υποδεικνύοντάς τα στον θεραπευόμενο (την προβολή του υποσυνειδήτου του Cobb, Fischer) μέσω της αφορμής της έναρξης της ιδέας: Οι φράσεις από το φιλμ είναι ξεκάθαρες: Σε ένα συνειδητό επίπεδο η ιδέα είναι: «θα διαλύσω την εταιρεία του πατέρα μου». Σε ένα δεύτερο, υποσυνείδητο επίπεδο: «θα αντιταχθώ στην επιθυμία του πατέρα μου να συνεχιστεί η εταιρεία». Σε τελικό, ασυνείδητο επίπεδο: «Δε θα ταυτιστώ με τον πατέρα μου».
 Η έλλειψη ταύτισης θα δημιουργούσε για την προβολή του Cobb χρόνιες ενοχές. Οι ίδιες ενοχές που προκαλούνται από το ότι δεν ταυτίζεται με την επιθυμία του πατέρα του να μείνει πιστός στις ηθικές αρχές για την ανιδιοτελή χρήση της έναρξης ιδέας. Μετά την έναρξη της ιδέας, ή τη θεραπεία, το ασυνείδητο επίπεδο τροποποιήθηκε ως εξής: «θα ταυτιστώ με την επιθυμία του πατέρα μου, διότι συμπίπτει με τη δική μου. Δε θα ταυτιστώ μαζί του, αλλά ούτε και ο ίδιος το επιθυμεί».  
            Για τον Cobb, τελικά,  τα τρία επίπεδα συνειδητότητας γίνονται:
«Δεν μπορώ να αντικρύσω τα παιδιά μου στα μάτια, αποφεύγω την επαφή μαζί τους αφού με κυνηγάει η αστυνομία».
«Δεν μπορώ να τα αντικρύσω, μου θυμίζουν ότι είμαι η αιτία που αυτοκτόνησε η γυναίκα μου, με κυνηγούν οι τύψεις μου». 
«Έχω ενοχή γιατί παράκουσα τον πατέρα μου και δεν ταυτίστηκα μαζί του, χρησιμοποιώντας την έναρξη ιδέας στα όνειρα, δηλαδή την τεχνική που μου δίδαξε, για ιδιοτελές όφελος».
Η έναρξη ιδέας για τον Cobb και ταυτόχρονα η λύτρωσή του, ήταν να βάλει στο μυαλό του Fischer, (όχι τυχαία η επιλογή του Nolan του Cillian Murphy με την ανδρόγυνη ομορφιά) μία ιδέα για ιδιοτελή σκοπό που ταυτόχρονα όμως δεν οδηγεί το άτομο στην παράνοια αλλά στην ψυχική γαλήνη. Όταν ο Cobb φτάνει στο κατώτερο επίπεδο συνείδησης, επανορθώνει, και αισθάνεται και ο ίδιος πάλι νέος, αφού εκπλήρωσε το χρέος που του υπέδειξε μια πατρική φιγούρα (Saito), κρατώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, ίσως, κάποτε στον πατέρα του.
Έτσι, ο Cobb ένιωσε πάλι τη γυναίκα του και τον ίδιο νέους. Καθρεπτίστηκαν οι δυο τους στα μάτια των παιδιών τους (αγόρι και κορίτσι). Μήπως τελικά λοιπόν το Rien de Rien ακούστηκε για τον Cobb στο τέλος της ταινίας, και το τοτέμ δε σταμάτησε να γυρίζει;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάσατε περισσότερο