Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Ποταμός Έξαψης









Μια ταινία μέσα σε ταινία, ένα όνειρο μέσα σε όνειρό. Ένα ποιήμα μέσα σε ένα ποίημα. Ή πώς μία ώριμη ηθοποιός εμπλέκεται σε ένα θεραπευτικό φιλμ και λυτρώνεται, κάνοντας συνδέσεις και μεταθέτοντας την ενέργεια που εκλύθηκε μετά το χαμό του αγαπημένου της στην πραγματική της ζωή.
Από το αρχικό αριστουργηματικό πλάνο του κρεβατιού, φαίνεται σαν η πρωταγωνίστρια γύρω από αυτό το κρεβάτι να περιφέρεται και να μην έχει αποφασίσει αν θα κλίνει εκεί από πόνο, κούραση, ή για να αναγεννηθεί. Ο αγαπημένος της έχει φύγει και έχει πάρει μαζί του κάθε τι γόνιμο. Παράλληλα, η ανορθόδοξη ερωτική σχέση ανάμεσα στην ηρωίδα που υποδύεται η ηθοποιός και σε έναν νεαρό άντρα στο φιλμ που ετοιμάζεται, γίνεται ευκαιρία για ζωή. Δίπλα σε ένα ποτάμι, κάπου ανάμεσα σε ξερές πέτρες, χαράζεται το έδαφος και κυλά κάτι νέο. Σχέση μητέρας-γιού, γεφυρώνει το ανεπαίσθητο χάσμα που έφερε στο ζευγάρι η απώλεια των γιών τους στον πόλεμο. Το ποτάμι της ταινίας παίρνει τη χαμένη της αγάπη μακριά. Και δίνει φωνή στα λόγια που τη συνοδεύουν στο ταξίδι της.
Απαλά γλιστρούν οι φιγούρες των χαμένων και όσων έχουν μείνει, και η γλυκιά έξαψη, μετά την παρακολούθηση του φιλμ γίνεται με τη σειρά της μια αχνή αίσθηση, σαν ποίημα που θυμάσαι το φόντο και όχι τα σημεία.

Move it

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Όσλο: Μια πόλη που με τα όριά της ελευθερώνει





Βασισμένη σε μυθιστόρημα, η διαφανής σαν πάχνη ταινία του δανού μακρινού ανηψιού του Lars, Joachim Trier,  με τον τίτλο της ορίζει το πλαίσιο εξαρχής: Ο,τι πρόκειται να παρακολουθήσουμε έχει συγκεκριμένο χρόνο και τόπο αναφοράς. Σε αντίθεσή με τον ήρωά μας, του οποίου κάθε στιγμή η αυτοτέλεια βρίσκεται σε κίνδυνο.  
Είναι μια σημαντική μέρα για τη ζωή του Άντερς, που φορά να αθλητικά του και κάνει ένα βήμα να περπατήσει και πάλι στην πόλη του νηφάλιος, έχοντας μόλις συνέλθει από τη μακρά πορεία της αποτοξίνωσής του. Η νέα του διαδρομή επιφυλάσσει διάφορους σταθμούς σε πρόσωπα και πράγματα, ευκαιρίες που είναι εξαρχής στοιχειωμένες και πειρασμούς καλά εδραιωμένους.
Σε λίγες ταινίες η αγωνία προφυλάσσεται τόσο προσεκτικά στη σιωπή και η ποίηση στο νατουραλισμό. Η απλότητα είναι σχεδόν επώδυνη, αφού νιώθεις σα να περπατάς μαζί με τον ήρωα και θες να του κρατήσεις το χέρι. Βλέπεις τις άσπρες νιφάδες να σκορπίζουν γύρω του και δεν αποφασίζεις αν γιορτάζουν ή τον ειρωνεύονται. Διακριτικά και αιχμηρά σχολιάζονται διάφορα θέματα γύρω από τη χρήση και το πώς αναπαριστώνται από την οικογένεια, τους φίλους και το ίδιο το άτομο. Η έννοια της οικογένειας αποδομείται προοδευτικά και δοκιμάζονται τα όριά της. Το Όσλο γίνεται η μητέρα που δε εμφανίζεται πουθενά, με όρια και κανόνες, που προς στιγμήν δίνουν ελευθερία και συγχώρεση στον ήρωα. Συμπυκνώνεται παρελθόν, παρόν και μέλλον στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, που ακροβατεί ανάμεσα στη δύναμη και την κατάρρευση.
Το δίλημμα αναπόφευκτο. Από τη μία η σκοτεινή ασφάλεια του ο Άντερς να ξανανιώσει, όπως αγέννητος ακόμα, ενωμένος με μία ουσία. Από την άλλη, να επιλέξει να γίνει απλά ένα αυτόνομο μέρος της πόλης, που τόσο κοντά αισθάνεται και να την αφήσει να ορίζει την αυτοτέλειά του. Με ενορχηστρωμένη από την αρχή ως το τέλος μία ηχηρή κορύφωση, και σε κάθε περίπτωση τελευταίο προορισμό τη λύτρωση.

Πρώτη δημοσίευση: Move it



Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο Τελευταίος Πειρασμός πριν ένα τέλος που αγκάλιασε την ατέλεια


Ο «τελευταίος πειρασμός» του Χριστού, ενσαρκώνεται στο μεταφυσικό βλέμμα του Williem Dafoe, και οι πασχαλινές ημέρες χρωματίζονται διαφορετικά κάτω από την επίδρασή του. Ο Χριστός ως οντότητα ξεπερνά τις ανθρωπόμορφες διαστάσεις του και γίνεται φιλοσοφική έννοια, συμπυκνώνοντας ερωτήματα και απαντήσεις αιώνων.
Στον αντίποδα του Robert Powell του Τζεφιρέλι, αγγελικού αλλά μονοδιάστατου, υπάρχει η όμορφη οδύνη ενός παιδιού που αναζητά τον πατέρα του και αμφιβάλλει. Έναν πατέρα στον οποίο γνωρίζει ότι μοιάζει, αλλά ζητά απεγνωσμένα να είναι εκείνου το χέρι που τον κλείνει σε έναν προστατευτικό κύκλο-ορίο και όχι ο ίδιος να τον χαράζει στο χώμα. 





Ο θεϊκός πατέρας γίνεται κάτι άπιαστο, είναι απών, συμπυκνώνει αρσενικό και θηλυκό. Η γυναίκα, πρώτα μητέρα και ύστερα σύντροφος, καταδιώκει και ανακουφίζει ταυτόχρονα. Απούσα ή πανταχού παρούσα, χωρίς ενδιάμεσο. Ο Χριστός αρνείται τη μητέρα του, όπως ο Θωμάς τον ίδιο.
Τα όρια και η αγάπη γίνονται αύρες αμφιβολίας. Το τετέλεσται σημαίνει σύμπτωση των αντιθέτων, Θεός και άνθρωπος. Και η ανάσταση συμβολίζει πως το ενδιάμεσο υπάρχει πραγματικά, όχι μόνο ως απειλητική και ελκυστική ταυτόχρονα μορφή ερμαφρόδιτου αγγέλου, αλλά έχει χαριστεί με έναν τρόπο σε όλους μας.
Ιερόσυλος ή όχι , ο συνειρμός με την τελείωση του Χριστού, που κοιτά ένδοξα προς τα πάνω, αντί να πέφτει με το κεφάλι του κάτω, θυμίζει το θανατηφόρο άλμα προς τα κάτω της Νινα στο Black swan. Εκείνη βίωσε την τελειότητα, που τη σκότωσε γιατί διχοτόμησε «καλό» και «κακό εαυτό». Ο Χριστός, φιλοσοφική μονάδα, ατελής και ανθρώπινος, υβρίδιο, Θεάνθρωπος, θύμισε πως η ατέλεια φέρνει αρμονία κοιτώντας προς τα πάνω, γνωρίζοντας που ασφαλώς υπάρχει κάτι πάνω από εκείνον.
Η φιγούρα του Χριστού βιώνει την ελευθερία του ¨τι θα γινόταν αν…» Αν αντί για τις βολικές διχοτομήσεις που χωρίζουν έλληνες από ξένους, θύτες από θύματα, άντρες από γυναίκες, υπήρχε η πρόσκαιρη ανάσα ενός ενδιάμεσου, μεταβατικού χώρου. Χώρου δοκιμασίας, που προσφέρεται σε σώμα αγγέλου με σκοτεινή προέλευση ως αφορμή για συμφιλίωση με την ανθρώπινη και τη θεϊκή φύση ταυτόχρονα. 
Όπως το σώμα του Dafoe, έγινε, στις δυο ταινίες, τόπος συμφιλίωσης αντιθέτων. Η περσόνα του Dafoe μεταναστεύει στην απέναντι όχθη ως Αντίχριστος, συνεχίζοντας σκοτεινά και ανασκευάζοντας την άποψη πως «μία είναι η γυναίκα με πολλά πρόσωπα». Γίνεται πίνακας ζωγραφικής από τον Lars Von Trier στην τελευταία σκηνή, με τα ζώα να αποτελούν τριγωνοποιητικό μεταβατικό χώρο, απαλλάσσοντας τον ηθοποιό από τη συνεχή πάλη. Κάθε ταινία γίνεται λύση για θέμα, δημιουργούς και ηθοποιούς μαζί…





Ειρωνικά υπογραμμίζεται η ματαιότητα της χριστιανικής τελειότητας. Το έργο του Καζαντζάκη όπως το είδε ο Σκορσέζε δεν προτείνει πώς να πιστεύει κανείς. Απλά αντιδρά στην ουτοπία της τελειότητας. Κάθε θρησκεία δίνει τους κρίκους από τους οποίους μπορεί ο καθένας να κρεμαστεί για να ανυψώσει την ύπαρξή του κάπου διαφορετικά από εκεί που βρίσκεται τώρα. Δίνει την ανακούφιση του θεϊκού νόμου, ότι υπάρχει κάτι άλλο πάνω από εσένα, δε χρειάζεται να τα ελέγχεις όλα. Είσαι ελεύθερος από το καθήκον του να ελέγχεις τα πάντα για όσο ζεις. Είσαι ελεύθερος να είσαι ατελής.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Bαλσαμωμένο εφηβικό φως



Απροσδόκητα, ο αγαπημένος ποιητής Gus Van Sant, με το Restless, θυμίζει τις παλιές καλές μέρες του. Όποια ευαίσθητή του χορδή του ψυχισμού του και αν πάλλει η εφηβεία, ακόμα ενορχηστρώνει καταραμένες μπαλάντες σαν και αυτή.
Ο πρωταγωνιστής Henry Hopper ζει με τα μάτια του Cobain τις τελευταίες μέρες μίας βαλσαμώτριας ψυχών και μαζί μοιράζονται το μεγάλωμά τους. Όλα υπό το άγρυπνο κυριολεκτικά βλέμμα ενός γιαπωνέζου πιλότου, του… Χιρόσι που συμπυκνώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον, εν μέσω σουρεάλ ατακών και θανατερών φιλιών.















Το φιλμ αφιερώνεται στον Ντένις Χόπερ, κάτι από το καλτ του οποίου θυμίζει ο γιος του, ενώ η Μια Γουασικόφσκα ωριμάζει απορημένα, με το αέρινο indie coco chanel στυλ της. Δεν αποφεύγονται άσκοπες επεξηγήσεις προς το τέλος, μικρογραφία της φιλμογραφίας του δημιουργού,  πορεία από το ονειρικά πραγματικό στο προσγειωτικά συμβολικό. Και οι έφηβοι, οχυρωμένοι πίσω από σκοτεινούς ρόλους, αναζητούν το είναι τους, συχνά ανησυχητικά αληθινοί.
 Όμως, καθώς η φύση δεν αλλάζει, φαίνεται πως η κιμωλία πετυχαίνει να τρέξει το περίγραμμα ποιητικών βλεμμάτων και αισθήσεων.


Move it

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Έχε το νου σου στο παιδί + λόγος




Καποιες παραστάσεις έχουν πεπρωμένο να γεννούν εικόνες...Και να εύχεσαι να ήταν σινεμά για να μπορείς να τις ξαναβιώσεις...Ο Πάνος Λαμπρίδης και ο Δημήτρης Ερατεινός με το "Έχε το Νου σου στο παιδί" άνοιξαν την καρδιά των λέξεων και φυσήξαν τις εικόνες να ανθήσουν... Οι μουσικές επαυξάνουν (Αγγέλικα Παπανικολάου, Γεωργία Μαρίνη, Νίκος Παγκας) και η Λίλιαν Δημητρακοπούλου είναι εκείνη που ανοίγει την πόρτα μιας αυλής με λεκτικά μυστικά για να αφήσει τα παιδία ελέυθερα να τη ζήσουν.
H σκηνή έχει γίνει κήπος από ευωδιαστές λέξεις. Δύο ασπροφορεμένα παιδιά έχουν αφεθεί να παίξουν. Αριστερά το απολλώνιο, δεξιά το διονυσιακό. Τα δυο μισά ενός υπερβατικού ανθρώπου.
Το ένα πετά στο άλλο ένα μπαλάκι κουβαρίσιο με το δίλημμα: Λόγος ή σιωπή που μιλά; Λίμνη βουβών φοβισμένων σκέψεων ή ποταμός αέρινος συμβόλων;
Οι ποιητές βλέπουν. Αποκρίνονται …Μίλα! Παίξε! Και το μπαλάκι ξετυλίγεται…Η γραμμή που αφήνει παρατάσσει σύμβολα που λυτρώνουν τα παιδιά.
Τα παιδιά αποφάσισαν να κάψουν τις λέξεις. Κοιτούν την περιφραστική πέτρα μέσα στο σεντούκι. Την σπαργανώνουν με χαρτί και την προφυλάσσουν. Το χαρτί έγινε κομμάτια με λέξεις. Θα τις κάψουν, να κλείσουν τον πυρετικό κύκλο. Γιατί λέξεις σκοτώνουν ότι έχει γεννηθεί στην ψυχή και ταυτόχρονα το κάνουν αθάνατο. Τις καίς για να τις ξαναγεννήσεις.
Κι αν η γυναίκα έλειψε, είναι παρούσα. Κρυμμένη μέσα στο σεντούκι. Εκεί περιφράσσεται μια μήτρα που γεννά ζωή. Ζωή ομιλούσα. Ομιλούντα παιδιά. Τα δυο μισά του υπερβατικού ανθρώπου.
Και τα δυο παιδιά ένας λόγος λευκός σαν από ελπίδα.
Μία παράσταση που ακόμη επιδρά.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Αφαιρώντας το μακιγιάζ ενός ροκ σταρ





Ένα αβίαστο road movie με τον Paolo Sorrentino να στρώνει την άσφαλτο για τον καταπληκτικό όπως πάντα Sean Pen με μια πάντα καλτ Φράνσις Μακ Ντόρμαν να περιμένει πίσω. Υπογείως ρέει η αύρα του Γουές Άντερσον, του Φιλιπ Ρίντλευ και των αδερφών Κοέν και μία βραθυφλεγής, ξεχωριστή indie δημιουργία είναι ο,τι καλύτερο έχει παρουσιαστεί στο είδος τελευταία.
Καλείται κανείς να συντροφεύσει τον Shayenne, έκπτωτο αμερικάνου ποπ σταρ, αποσυρμένο γεωγραφικά και ψυχικά στο Δουβλίνο και χαριτωμένα βαριεστημένο, στην προσωπική περιπέτεια του. Μετά την κατά τα εβραϊκά έθιμα κηδεία του πατέρα του, που έγινε  η αφορμή να τον ξανααντικρύσει ύστερα από 30 χρόνια, ψάχνει με αποστασιοποιημένη αγωνία να βρει το ναζί διώκτη του και να πάρει εκδίκηση. 
Εξαρχής είναι απορίας άξιο το είδος της ικανοποίησης που  μπορεί να νιώσει ένα πλάσμα, εγκλωβισμένο στο make up, σαν τον ήρωά μας, από μια τέτοια πράξη. Όμως, αν συχνά έρχεται στο νου η καρικατουρίστικη μορφή του Ψαλιδοχέρη, γρήγορα γίνεται σαφές ότι πάλλονται ερμηνευτικές χορδές με τον ίδιο τρόπο που είχε εμπνευστεί ο Penn στο Ι am Sam. Ένας άντρας-ερμαφρόδιτο παιδί, την ίδια στιγμή που είναι σε απόλυτη αρμονία με το είναι του, συνειδητοποιημένα κολλημένο στα ΄80’s, αυτοαποδομείται απολαυστικά.
Ο εν γνώσει του σκουριασμένος έφηβος επιθυμεί να σχετιστεί με τον πατέρα του μέσα από τις επι μέρους σχεσεις με άλλες αντρικές φιγούρες, που εκφράζουν τα πιο ευχάριστα και τα πιο δύσκολα κομμάτια του γνωστού-άγνωστου γονιού. Και τα τριγωνοποιημένα κάδρα (συνήθως στην οθόνη εμφανίζεται ο Sahyenne, ένα άλλο πρόσωπο και κάτι τρίτο, αλλά σημαντικό) δείχνουν αυτή ακριβώς την ανάγκη να υπάρχει πάντα κάτι ενδιάμεσο για να έρθει ο γιος σε επαφή με τον πατέρα. Τα αντικείμενα γύρω-γύρω, πολλά και αξιοπερίεργα, εκδραματίζουν την βαθιά κρυμμένη έντασή του.
Το χιούμορ σφάζει με το βαμβάκι και η ζωή παρουσιάζεται σα μια μαγική χώρα που όλα μπορεί να συμβούν, όχι απαραίτητα με τον καθώς πρέπει τρόπο (ακόμα και ο πιο φιγουράτος πατινέρ είναι δυνατό να πέσει με φόρα και μια χήνα μπορεί να γίνει ο πιο πιστός συνένοχος). Δοκιμάζονται έννοιες όπως η τέχνη, η ποπ κουλτούρα, ο έρωτας, το Ολοκάυτωμα, ενώ ακούγονται σοφές ατάκες όπως: « Όταν είσαι νέος λες «η ζωή μου θα είναι έτσι, και μετά περνάς χωρίς να το καταλάβεις στο « Έτσι είναι η ζωή».
           Στο φιλμ συμπεριλαμβάνεται μια ήδη, κλασσική σκηνή live του David Byrne, με τον Shayenne να παρακολουθεί ανάμεσα στο πλήθος σα να έχει προστεθεί σε αυτό μετά από Copy-Paste, ενώ το ομώνυμο με τον τίτλο κομμάτι σε όλες του τις εκδοχές είναι τουλάχιστον εθιστικό και το σάουντρακ εκ των ων ουκ ανευ. 






Υπονοείται τo ρητό: Home is where the heart is, κι εμείς βρίσκουμε μαζί με το Shayenne τη βάση του, παίρνοντας ένα χαρτομάντηλο και αφαιρώντας προοδευτικά το μακιγιάζ για να δούμε κάτω από την επιφάνειά. Τον βοηθάμε λίγο να σύρει τη βαλίτσα του και τον παρακολουθούμε να φυσά μακριά, μαζί με το μπροστινό τσουλούφι του κάθε φόρτιση, για να φτάσει στον προορισμό του ταξιδιού του. 

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Εφηβεία: Στο Λυκόφως του Τιτανικού και στα Υπόγεια του Indie





Ένας έφηβος από το  ακαταπόντιστο ανεβαίνει πάνω σε έναν ελέφαντα, μετά απογειώνεται με ταχύτητα για να φτάσει να κάνει skate στην Times Square και να χορέψει σε ένα γάμο απρόσκλητος...Το ταξίδι της αναπαράστασης της εφηβείας από τα '90 έως σήμερα...



Ψυχογραφήματα






Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Wasted Youth Saved Indie



Με το Wasted Youth φαίνεται καθαρά πως o ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος, με επίκεντρο την εφηβεία, έχει γίνει για μας πιο επίκαιρος από ποτέ. Το μοτίβο είναι πια κλασικό. Μία…σκυλίσια καυτή μέρα από τη ζωή ενός έφηβου (το Hundstage δικαιώνεται ως άξιο αναφοράς), που εμφανίζεται επί της ουσίας μόνος, χωρίς την παρουσία γονέων, πειραματίζεται φυσιολογικά με τα πάντα και ο δρόμος του τον οδηγεί σε μια καταστροφή. 
Την προηγούμενη χρονιά επιχειρήσαμε να επαναστατήσουμε χωρίς προσανατολισμό αλλά με αιτία. Και αναπόφευκτα οι προβολείς πότισαν τα χλωμά ή σκουρόχρωμα πρόσωπα των οικοδεσποτών της πλατείας, πάνω στα σκεϊτμπορντ.
Χωρίς να είναι έτοιμοι ακόμη να το διατυπώσουν , οι έφηβοι οσφραίνονται την αδικία σε ο,τι έρχεται και σε ο,τι τους έχει ήδη συμβεί. Τι κι αν εκεί μακριά  κάνουν λίγο περισσότερα τσιγάρα, ή η στεγνή απεικόνιση του σεξ τους είναι πιο οικεία; Επιτέλους, τα παιδιά του Gus Van Sant μαθαίνουν ελληνικά. Άλλωστε κι εκείνα μέσα στην εκεί κρίση αναπτύχθηκαν. Ο Ελέφαντας που οδήγησαν οι έφηβοι αυτοί έλιωσε συνομηλίκους και γονείς. Έγινε θύτης που εξαργυρώνει τη θυματοποίηση από την απουσία των γονιών. Δεν είναι πουθενά για να θέσουν όρια.
Η έμπνευση προέρχεται, και στις δύο περιπτώσεις, από γεγονότα που ανατρίχιασαν την κοινή γνώμη και εγκαινίασαν θλιβερές επετείους. Είτε μιλάμε για τον Ερικ Χάρις και τον Ντύλαν Κλεμπόλντ, είτε για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, οι έφηβοι κάνουν τα σώματά τους καμβάδες για να χρωματιστεί η κοινωνική έκπτωση.
Οι δικοί μας γονείς, δεν αντέχουν να μην υπάρχουν. Δεν μπορούν να μην αγαπούν. Το όριο έχει χαθεί. Πανταχού παρόντες και υπερπροστατευτικοί,  τελικά αντίθετοι με την υγιή γονεϊκή λειτουργία που μαθαίνει στα παιδιά να ζουν χωρίς αυτούς. Ο ήχος του πυροβολισμού είναι η κραυγή των γονέων που έχουν κουραστεί να αγαπούν με τον μάταιο τρόπο αυτό. Ο αστυνομικός-μεταφορά του πατρικού νόμου, που πάτησε τη σκανδάλη, έκανε πράξη αυτή την, υπαγορευμένη από τις συνθήκες, παθητική επιθετικότητά τους.


Η ευημερούσα εφηβεία της γενιάς του ’90 έκρυβε στα σπλάχνα της μια άλλη, σκοτεινή και πιο φτωχή, με τα Βόρεια να βρίσκουν καταφύγιο στο Σύνταγμα. Το ρόλο της μάνας τον παίζει μια πόλη που τους μαθαίνει να μοιράζονται ένα σουβλάκι. Ο πρωταγωνιστής πιπιλίζει από ένα ψυγείο γάλα και νοσταλγεί την εποχή που η πηγή ήταν ζεστή. Οργώνει με το σκειτμπορντ μια στείρα μητρική πισίνα. Ο πατέρας του έχει ήδη δώσει την ευθύνη του νόμου της ζωής του, χωρίς να του διδάξει πώς να τη διαχειριστεί. Του νόμου που χαστουκίζει, μήπως και από τον κρότο ξεπηδήσει μία κλωστή για να περιφράξει την ορμή και να προσφέρει το όριο. Και η μητέρα σε ανάγκη, γλυκιά αλλά ανήμπορη, απούσα επίσης.
Η μεγαλύτερη αξία της ταινίας ίσως δεν συνίσταται στην πρωτοτυπία ή στην αρτιότερη υλοποίηση της ιδέας. Το πιο σημαντικό είναι ότι αναδεικνύει τον αναβρασμό που δημιουργεί η κοινωνική προς-τριβή που οδηγεί σε θερμότητα «που τρελαίνει τους ανθρώπους» όπως ακούγεται από την αγαπημένα οικεία Θέμιδα Μπαζάκα. Η ταινία αποτελεί ένα χωνευτήρι ήδη κλασικών επιρροών: Gus van Sant, Harmony Korine, Larry Clark, αλλά και κάτι από Gaspar Noe στους ρυθμούς.
Το κοινό εξοικειώνεται με ένα ύφος τόσο ταιριαστό στην εποχή, low Budget, ανεξάρτητο και, στις απαρχές του τουλάχιστον, αυθεντικό (ίσως ο Larry Clark το παράκανε στις τελευταίες του ταινίες με την άσκηση ύφους) με υπόκρουση κιθάρας και της ρόδας τους σκειτ στη φιλόξενη άσφαλτο. Έννοιες όπως δημόσιο, βόλεμα, κρίση, βία, υλική επίδειξη (πανέξυπνη η σκηνή του γάμου), εμβληματικά σημεία που στριφογυρνάν πάνω από τα κεφάλια μας σε συζητήσεις τη μόδας συμπυκνώνονται ποιητικά στο φιλμ. Και κυρίως η έννοια της παιδικότητας, λέξη κλειδί για την εποχή μας και την «παθούσα» γενιά της παρατεταμένης μετεφηβείας.

Το Wasted Youth στο Move it


Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Ένας ζωντανός οργανισμός για να αποχωριστούμε το 2011...



Καλή χρονιά από καρδιάς...!
Να "ζούμε το παρόν μας με αυτοτέλεια"...
Αν και οι λίστες είναι μια διαδικασία επώδυνη, καμιά φορά μπορεί να γίνουν αρκετά διασκεδαστικές...Ζωντανός οργανισμός που πήρε σάρκα και οστα και κουνά το χέρι στην παλιά χρονιά χαμογελώντας.

Ο κινηματογραφικός απολογισμός της χρονιάς που πέρασε στο Move it







Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Skhizein: Κιμωλία σα σκόνη γιατρικού

Πώς να προστατεύσεις τον άνθρωπο από την ταμπέλα; Πώς να δείξεις πως η ψυχική ασθένεια δε διαφέρει από καμία άλλη ασθένεια; Ή, πολύ απλά, πώς ίσως πρόκειται για ένα διαφορετικό, επώδυνο τρόπο βίωσης της πραγματικότητας;



Ένας τρόπος είναι να παρείς στο χέρι μια κιμωλία και να δείξεις πώς χαραζεται με γραμμές-κομμάτια μία καθημερινότητα λίγο παραδίπλα...

Λίγες σκέψεις για το φιλμάκι του Jérémy Clapin Skhizein όπως τις φιλοξένησαν τα Ψυχογραφήματα







Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Jane Eyre: Ένας πίνακας πρωτότυπο αντίγραφο






Ακόμα κι όταν ακούς και μόνο να προφέρεται το όνομα της Τζειν Ευρ, κατά τη διάρκεια του φιλμ, γίνεται απ’ όλους πνιγμένα, φοβισμένα, με μια μισή ανάσα, γιατί ο απόηχος μυρίζει φάντασμα. Έτσι, σαν γκρίζα οπτασία, γίνεται αντιληπτή η πασίγνωστη λογοτεχνική ηρωίδα, εμπλεκόμενη σε μία ιστορία υπόγειου βικτωριανού μυστηριακού πόθου.
Τη γνωρίζει κανείς από μικρό παιδί, ευάλωτη και άτρωτη ταυτόχρονα, ενσωματωμένη σε ένα σπίτι που την έδιωχνε. Με λεκτικές σφραγίδες που χαρακτήρισαν την αντίληψή της για τη ζωή και για την ίδια, που αποτυπώθηκαν με μεγάλη φόρα και μελάνι φτηνό και ανεξίτηλο, έστρεφε το βλέμμα προς τα κάτω. Και σαν μαγνήτης ένας λαιμός μίσχος μετρούσε χαρακιές με το δέρμα και με τις λέξεις.
Μαχόταν τους άντρες μήπως και κερδίσει την αποδοχή μιας γυναίκας. Κι αν προς το τέλος της ιστορίας το να παύουν να παγιώνονται οι ρόλοι θύτη και θύματος ανάμεσα σε εκείνη και σε ένα άντρα, της εξασφάλισε τελικά μια μητρική αγκαλιά, από την Τζούντι Ντέντς ως οικονόμο, φιλόξενη νησίδα ζεστασιάς, όλη η ιστορία ιππεύει εξαρχής προς την προσέλκυση ενός αναβάτη χωρίς φύλο τελικά, που λατρεύει και μισεί αναποφάσιστα. 
Άμυνά της σε όλη την ασάφεια του προορισμού, είναι η ευγενής επανάσταση. Σκοτώνει την ομορφιά γύρω της σκιάζοντάς την στο χαρτί, μήπως ζωντανέψουν τα πνεύματα-φύλακες που την περιβάλλουν. Σκοτώνει είδωλα εαυτών άλλων γύρω της με τα λόγια.  Η δύναμη του μυαλού και η πεισμωμένη ειλικρινής ελευθερία της μπορεί να υφαίνουν ένα πέπλο αλλά δεν κρύβουν ποτέ τελείως το φοβισμένο παιδί στο πρόσωπο της διφορούμενα όμορφης Γουσικόφσκα. Σκοτεινιά και θλίψη συννεφιάζουν στο μέτωπο του ομολογουμένως ακαταμάχητα γοητευτικού ήρωα, με τον Φασμπίντερ αποκάλυψη με μια δόση υπερβολής, ενώ ο Τζέιμι Μπειλ απελπισμένα ηθικός διεκδικεί χωρίς σθένος.

Εκείνη είναι ο,τι δε θα ήθελε να είναι ενώ αυτός δεν είναι αυτό που θα ήθελε να είναι, δηλαδή δυνατοί. Αν ο Γκας Βαν Σαντ είδε στο πρόσωπό της Γουασικόφσκα μια βαλσαμώτρια ψυχών, τώρα με το χαρακτήρα αυτό ταιριάζει τα αταίριαστα, σαν το φάντασμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού πιο ελεύθερου από οποιοδήποτε άλλο, κι ας μην πέταξε πέρα από τον ορατό ορίζοντα, αντικρύζοντάς τον πάντα μέσα από παράθυρα που άλλαζαν αποχρώσεις.
Ατμόσφαιρα αλλόκοτου πάθους μέσα στη σιωπή, σαν υπόγειο ρυάκι κάτω από τον σκοτεινό πύργο της ιστορίας. Ένα οίκημα που μυρίζει μουχλιασμένη λεβάντα που κάποτε περνούσε στα μαλλιά της μια διαφανής πια γυναίκα. Επιστροφή στον υπαινιγμό με αυτή την ταινία, κεντημένο  με φροντίδα, με ερμηνείες πίνακες, που κάνουν την Τζειν να μοιάζει μακρινή συγγενή ενός κοριτσιού με μαργαριταρένιο σκουλαρίκι. Ίσως ένα ιδιαίτερα κουρασμένο κοινό από την κακώς εννοούμενη παρρησία στις σχέσεις να δροσίζεται ευεργετικά από κάτι τέτοιο.
            Τα γοτθικά μοτίβα δίνουν τη γνώριμη ασφάλεια της αντριχίλας χωρίς προσπάθεια στην ιστορία. Η ταινία, σεβόμενη σε μεγάλο βαθμό το μυθιστόρημα, σε παρασύρει στον κόσμο της, ώστε να ξεχάσεις εν τέλει οτι βασίζεται σε αυτό και να μυηθείς στην κατάβαση  μέσα στο γκρίζο υγρό έδαφός της, υπενθυμίζοντας πάντως σε κάθε ευκαιρία πόσο έχει αγαπήσει ο κόσμος της Αμερικής το συγκεκριμένο γραπτό έργο τέχνης.
Μόνο όταν χάνει την ικανότητα να δει ο ήρωας βλέπει το υποκείμενο Τζειν ολόκληρο, ταυτόχρονα υποχρεωτικά απαρνούμενος να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Κι εκείνη είναι πλέον εκεί, σαν ένα φάντασμα όπως εκείνα που από την αρχή της ζωής της την συντρόφευαν. 

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Ένας σουρεάλ εξωγήινος στα νερά του Παρισιού





                Αρχίζει το φιλμ "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" και νιώθεις πως ξαφνικά ο τουριστικός οδηγός γίνεται τρισδιάστατος και από χάρτινος ανάγλυφος της Παναγίας των Παρισίων και του Σηκουάνα...Οι εικόνες όμορφες αλλά περίμενες το κάτι παραπάνω...Ανάμικτη με τη λατρεία του Γούντυ για Την Πόλη, ίσως είναι και μία αδιόρατη ειρωνεία σχετικά με τον τρόπο που παρουσιάζεται το Παρίσι στο σινεμά, ειδυλλιακό και χάρτινο.
                Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πως ο σκηνοθέτης με την ανεξάντλητη φαντασία αρκέστηκε στο να παρουσιάζει τους δρόμους του Παρισιού με τέτοιο συμβατικό τρόπο.  Όμως ίσως για τον Άλεν το Παρίσι δεν είναι αυτό που έχει ζήσει, γι αυτό και το περνάει κάπως πρόχειρα, ώστε να μην αφήσει παραπονεμένο το θεατή που αρέσκεται σε μία καρτ ποστάλ. Το Παρίσι για εκείνον είναι ο,τι δεν έζησε σε αυτό, και πώς διαπραγματεύεται ο ίδιος αλλά τελικά και ο θεατής το εξιδανικευμένο ανεκπλήρωτο παρελθόν του.
                Σιγοτραγουδά λοιπόν "let's do it" και βουτά σε ένα σουρεαλιστικό ποτάμι, τόσο ξένος και τόσο οικείος ταυτόχρονα, όσο και ο ήρωάς του, ένας σύγχρονος σταχτοπούτος, που πηγαίνει σε πολλούς τζαζ χορούς τα μεσάνυχτα, πάντα με την πιο ταιριαστή παρέα.  Το παιχνίδι παρελθόντος και παρόντος είναι ελκυστικό, και θέτει ίσως χιλιοειπωμένα ερωτήματα για το πόσο ζωογόνο είναι το να βιώνει κανείς το παρόν.
                Το να αφεθείς στο παρελθόν της αγαπημένης σου πόλης είναι σα να αφήνεσαι στον έρωτα άνευ όρων. Η αίσθηση θυμίζει κάποια παλιά που έχεις ξαναγευτεί, νομίζεις, κάποτε. Και έχεις ακούσει τόσα πολλά να λέγονται ή να γράφονται γι αυτό, που το να είσαι μέρος του παρελθόντος σου επιτέλους γίνεται συγκίνηση αξεπέραστη.  Το τώρα είναι το δυναμικό αποκρυσταλλωμένο χτες και το αύριο που δεν έχει σκοτωθεί από το όνειρό σου γι αυτό. Το ανέπαφο τώρα από το παρόν και το παρελθόν δε θα σε κάνει να βαρεθείς ποτέ.  Ένα ποτάμι που δε θα διστάσεις να κολυμπήσεις επειδή είναι πολύ κρύο ή πολύ ορμητικό. Ο εξιδανικευμένος έρωτας ανήκει στο παρελθόν ενώ ο αληθινός με σάρκα και οστά στο παρόν, κάτι που ο πρωταγωνιστής μας το βιώνει περπατώντας στη βροχή με απροσδόκητη παρέα...
                Ο Γούντυ δεν μπορεί παρά να μην αποφύγει να είναι αισθητά παρών μέσα στην ταινία, όπως και σε κάθε δημιουργία του., Για καλή μας τύχη, εδώ. περιορίζει την αυτοανάλυση, αφού ίσως νιώθει πια πως το συναίσθημα ξέρει πραγματικά, ενώ το μυαλό γράφει απλά για να μάθει...
                  Παρακλάδι της αμυγδαλιάς του έρωτα αποτελεί ο καρπός της έμπνευσης. Το φιλμ σα να αποτελεί φόρο τιμής στη στιγμή που η έμπνευση μιας ιδέας σε διαπερνά σα βέλος...Υπαινιγμοί για την παρθενογένεση στην τέχνη και την παραδοχή οτι για να σε βρει μια ιδέα, ακόμα κι αν είναι άλλου, εσύ είναι που τελικά θα είσαι δέκτης της και αναμορφωτής της, όπως στην απλά τέλεια σκηνή που ο ήρωάς μας προσπαθεί να μπει στο λαβυρινθώδες μυαλό του Μπονιουέλ, και να κάνει να φτερουγίσει μέσα του ένας άγγελος εξολοθρευτής. Και μια αξιοζήλευτη παρέα με Νταλί (παρεμπιπτόντως, ζωγραφίζει ο Μπρόντι στο ρόλο) και Μπονιουέλ, που όλοι θα θέλαμε να πιούμε λίγο κρασί ή ίσως λίγο αψέντι παρέα της και ο,τι ατάκα να ξεστομίζαμε, όσο παράδοξη, να είναι αποδεκτή...


                Eνώ οι πάντες ερωτεύτηκαν αυτή την ταινία, ίσως οι προσδοκίες μπορεί να κάνουν δύσκολη μια βόλτα στο Bateau mouche της...Aλλά...We will always have Paris  για να ακουμπάμε την κιθάρα μας με απλή μαγεία.





Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Τρεις πίθηκοι στην έρημο


Στην Ανατολία, νιώθεις πως οι μπογιές που ζωγραφίζουν ήρωα και τοπίο αναμιγνύονται νοσταλγικά με καμβά το νέο φιλμ που δικαίωσε το θεσμό τον Καννών, αποκτώντας το χρυσό φοίνικα φέτος. Ταινία με επίκεντρο τους άντρες και φόντο της γυναίκες, ανατολίες που ξημερώνουν μέσα από τη δύση τους.
Ένας ύποπτος για φόνο και μία ταινία δρόμου, μια σιωπηλά εκτροχιασμένη αναζήτηση της δικαίωσης του νεκρού, με τους ήρωες να αποτελούν όλοι μαζί τα μέλη που συνθέτουν ένα οργανικά ενοποιημένο πορτραίτο αντρικής ψυχοσύνθεσης. Το παράπονο των τριών πιθήκων παραμένει ζωντανό και κάθε πίθηκος σκαρφαλώνει σε ένα από τα ισάριθμα περιπολικά.
Ο ένας ρίχνει στις πληγές του άλλου το γάλα που όλοι νοσταλγούν και προβάλλει την ανάγκη για να χωθεί στη ζεστή αγκαλιά της αχανούς άμμου. Όλοι οι επιβάτες μιλούν, εκτός από τον ύποπτο, που βλέπει και ακούει, ίσως περισσότερα από όσα μπορεί να αντέξει, ακόμα κι όταν ζητά να έχει άλλο όνομα μπαίνοντας σε μια μπανιέρα, αυτός που του το δίνει είναι ο ίσκιος του δαίμονά του. Οι ένστολοι, αναμενόμενο, δεν αφουγκράζονται, ακούν τυφλά εντολές χωρίς να ανοίγει ποτέ το αυτί και να αγκαλιάζει μια ιδέα, μόνο στείρες λέξεις. Διασχίζοντας και προσπερνώντας τις ομιλίες τους, ο σκηνοθέτης προτιμά να κάνει τα μάτια μας να ακολουθήσουν ένα μήλο, που λέει το ποιήμα του κυλώντας.
Ξαφνικά, ο νόμος  γίνεται ιδέα που ρίχνει κεραυνούς πάνω από τους ουρανούς τους και ο γιατρός Δίας, τρομάζει με την ικανότητά του να αφοπλίζει και να αφοπλίζεται. Καμιά φορά ο ρόλος αυτός μυρίζει ταυτόχρονα ματαιότητα και ασφάλεια. Τότε, η θεραπεία και ο αφοπλισμός γίνονται έννοιες συναφείς, συμφιλιώνοντας στο μέσα του γιατρού την αβάσταχτη ανάγκη για εγγύτητα με την  καθόλα ανθρώπινη επαγγελματική αποστασιοποίηση. Ο νόμος είναι φροντίδα και αφήνει να γεννηθεί ισορροπία, με τον κοσμικό εκπρόσωπο του νόμου, τον αξιωματικό, να την αμφισβητεί γόνιμα, και να πληρώνει τίμημα μια λυτρωτική εξομολόγηση.
Οι τρεις πίθηκοι μοιάζουν γιατροί, συστήνουν να βλέπεις, να ακούς και να μιλάς, περιοδικά, με συντονισμένη κυκλικότητα και εναλλαγή…Αφού δεν μπορεί κανείς να αποφύγει να σκοτώνει με τα λόγια, ας έχει μάτια και αυτιά ανοιχτά, ώστε από το φόνο να γεννηθεί κάτι. Με αυτή τη σκέψη κατεβαίνουν από την οροφή των περιπολικών και τρυπώνουν στα μάτια του δράστη και ταυτόχρονα στα δικά μας… Το βλέμμα του παιδιού τα έχει πει όλα λίγο πριν, κλείνοντας μέσα του ένα χωριό το ενώνει ο θάνατος.
Κάθε πίθηκος έπραξε ένα φόνο και είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου του φόνου που ανατέλλει στην πορτοκαλένια πεδιάδα. Και όλα αυτά με την παιχνιδιάρικη διάθεση που έχει ένα παιδί όταν μυρίζει πορτοκάλι και θέλει να το πετάξει στον άλλον δίπλα του για να γελάσει. Και με θύμα τελικά ένα παρόν, που το θανατώνεις βάζοντας το «κάποτε» την ώρα που το διηγείσαι…

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Amador: Ένα παζλ από λουλούδια





 Tο Amador,  του Fernando León de Aranoa, που μας έχει χαρίσει ήδη Δευτεριανές Λιακάδες, αποδεικνύει πως η αντισυμβατικότητα μπορεί να μην είναι απαραίτητα θορυβώδης και η ευαισθησία να μιλά την ίδια γλώσσα με τη σκληρότητα. Ταυτόχρονα η ταινία φυτεύει ελπίδα και σε σοκάρει, με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, όσο μπορεί να σε σοκάρει καμιά φορά ένα μαραμένο λουλούδι.
Η ηρωίδα διαθέτει την εμβληματικότητα της χαρακτηριστικής ισπανίδας, με μακριά μαύρα μαλλιά, την ίδια στιγμή βάρος και κληρονομιά. Με ένα μυστικό μέσα της, η Marcella αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός ασθενούς, του Amador. Οι δυο τους αποκτούν ένα είδος επικοινωνίας που της δωρίζει την ικανότητα να έρθει σε επαφή με ένα μωσαϊκό ανθρώπων που ίσως πριν αμφέβαλλε για το κατά πόσο θα βουτούσε στην περιπέτεια του να τους αντικρύσει κατάματα.
Κάθε ένας μας οικειοποιείται, μέσα από την εμπειρία του, την εικόνα ενός ασθενούς ηλικιωμένου, κλεισμένου σε ένα κλουβί ανημποριάς. Μας δίνεται η ευκαιρία, να μπούμε για λίγο σε έναν ωκεανό στον οποίο θα μπορούσε να κολυμπά η γιαγιά ή ο παππούς μας και να αντικρύσουμε μία, κάποτε, ευκίνητη γοργόνα. Και μαζί να αναρωτηθείς ποιά μπορεί να είναι η ιστορία του ανθρώπου που έχει αναλάβει τη φροντίδα του.
Το μυστικό της, αυτή η γυναίκα, δε μοιάζει έτοιμη να το φροντίσει, είναι ένα λουλούδι που δεν ξέρει αν υπάρχει μέσα της το έδαφος για να ανθίσει. Για να φροντίσεις ένα λουλούδι δικό σου, ίσως καμιά φορά χρειάζεται να μάθεις πώς να σε νοιάζει να φροντίζεις τον κήπο κάποιου άλλου.
Οι κουβέντες μεταξύ εκείνης που φροντίζει και εκείνου που περιμένει την ανακούφιση γίνονται ανάλαφρα προκλητικές, με μία απροσδόκητη δόση φλερτ. Και σπάνε τη θλίψη που έχει συσπάσει το δέρμα του προσώπου της, δίνοντας τη θέση της σε ένα παιδί που για να χαμογελάσει είναι ανάγκη εκείνη να δανείσει τα χείλη της. Εκείνη φροντίζει το σώμα του και εκείνος την ψυχή της. Τη βοηθά να μαζέψει τα πέταλα από το λουλούδι της ζωής που έχει σκορπίσει ένας ανεπιθύμητος αέρας. Και να μην κατηγορεί τον άντρα της ότι εκείνος φυσούσε κατεψυγμένους ανέμους. Να συνθέσει ένα ανθισμένο κομματιασμένο γρίφο. Γίνονται, τελικά, οι δυο τους, δυο παιδιά που σπαζοκεφαλιάζουν πάνω από ένα παζλ και εκείνη καλείται από τη μοίρα να τοποθετήσει το τελευταίο κομμάτι. Για να το κάνει, μαθαίνει να γράφει αλλά και να στέλνει μια επιστολή φτιαγμένη από αλήθεια. 






Κάπου εκεί η ταινία μας ζητά ουσιαστικά να εξομολογηθούμε τι είναι πένθος για μας. Πότε επιθυμούμε να αφήσουμε κάποιον να ταξιδέψει χωρίς γυρισμό; Και τι μας προετοιμάζει γι αυτό. Τι κομμάτια δικά μας τελικά πασχίζουμε να κρατήσουμε ζωντανά; Όλα αυτά με το πρόσχημα της ύλης, που ποτέ τελικά δεν είναι αποκλειστικά εξαργυρώσιμη. Και να αναρωτηθούμε πότε συγχωρούμε κάποιον που έγινε κλέφτης των λουλουδιών και που κράτησε τα λουλούδια ζωντανά με τοξικά σπρέι, εν ονόματι της ανάγκης.
Το σουρεάλ στοιχείο ανθίζει στους αλμοδοβαρικούς διαλόγους της ηρωίδα με μία άσπονδη φίλη, στην πράξη αγάπης στην οποία προβαίνει ξεσκεπάζοντας, επί τη ευκαιρία, την εκκλησιαστική υποκρισία.
Ένα αληθινό φιλμ, με ισορροπία ανάμεσα στο βαρύ και το ελαφρύ, στη ζωή και στο θάνατο, με αβέβαια στραβοπατήματα, γοητευτικά μέσα στην ατέλειά τους. Ο απλότητα και ο λυρισμός του γίνονται αντίβαρο στην πίεση. Μαδά μια μαργαρίτα με το ερώτημα: “Θάνατος ή ζωή;” Προσπαθεί να απαντήσει: «Κράτα κάτι για όσο χρόνο σε αφήσει». Και αναβαθμίζει ένα απλό  παζλ σε ένα χώρο που κλείνει την οικουμενικότητα της φύσης, αίνιγμα που οδηγεί στο Ένα.  

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Μέσα σε μια ταινία τριγυρνά ένα παιδί





Καμιά φορά θες να ξαναθυμηθείς πως αισθανόσουν όταν έβλεπες ταινίες ως παιδί, όταν γίνεσαι συνένοχος σε ένα φιλμ που αποπνέει την αυθεντικότητα της ελευθερίας. 
Για να ξαναφέρεις τις παλίες μυρωδιές, ανοίγεις παράθυρα σε πολλούς συνθεατές ταυτόχρονα και τους προσκαλείς να τη δουν μαζί του. Θέλεις με λαχτάρα να ξαναενθουσιαστείς όπως τότε.
Ξεκινάς, έτσι, να ζεις την ταινία παρέα με τον εαυτό σου, λίγο πιο κοντούλι, λίγο πιο σε ανάγκη και την οικογένειά σου και όλους τους ανθρώπους που έχεις αντικρύσει. Και ταυτόχρονα και μερικούς γνωστούς σου του παρόντος και του μετά από λίγο.
Τους δίνεις θέσεις που δεν μπορούν να γίνουν άβολες. Προσέχεις να τις κοιτάξεις πριν καθήσουν. Έτσι, διαφανείς και μυρωδάτοι, ο καθένας με τον τρόπο του, άνθρωποι, δανείζονται τα μάτια σου κι εσύ τα δικά σου για να γίνετε συνένοχοι στην απόλαυση.
Παρακολουθείς το έργο αυτό που σε κάνει τελικά να νιώθεις παιδί και ξαφνικά θες να σηκωθείς από αυτή τη θέση και να χοροπηδήσεις λίγο στο σχοινάκι. Ταυτόχρονα όμως ησυχάζεις, γιατί, ξέρεις ότι η φαντασία σου δε θα σε προδώσει, θα αφήσει μια γωνία στο προαύλιο ελεύθερη στο παιδί αυτό να παίξει.
Όλες οι ματιές αυτές είσαι πάντα εσύ και αυτό το φιλμ φτιάχνει το παζλ από το βλέμμα σου…

Πρωτοδημοσιέυτηκε στο site 



Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Άσε το διαφορετικό να μπει



Ένα αγοροκόριτσο που έχει ερωτήματα να απαντήσει, κι αν απαντά κάποια, εμείς εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε για άλλα πολλά. Πείραμα που φοβίζει, εκδοχή που απωθεί, που δε θα το παίζουν τα παιδιά όταν το μάθουν. Το αγοροκόριτσο δεν είναι ομοφυλόφυλη, ούτε η L-word, δε διαθέτει ταμπέλα. Είναι ο τίτλος αυτός ένας ελαφρύς χαρακτηρισμός που χρωμάτισε εκείνα τα κορίτσια που ήθελαν να παίζουν με αγόρια στα μικρά τους.
 Γιατί απλά η φαντασία τους και η εσωτερική τους ελευθερία τους επέτρεπε να μιλούν στους συμμαθητές τους χωρίς απώτερο σκοπό, να αναμετριούνται για πλάκα μαζί τους. Να μη φοβούνται το ίδιο τους το σώμα, κι ας μη διδάχτηκαν ακόμα το όριο μεταξύ του δέρματός τους και του άλλου. Κάτι πρωτόγνωρο τις οδήγησε για μια παράξενη στιγμή να αψηφήσουν τα όρια και να συγχωνευτούν στην ίδια άβολη καρέκλα, θηλυκή και αρσενική πλευρά. Και όπως ενορχηστρωμένα άνοιξε ο δρόμος, έτσι ο Άλλος που προστατεύει ανοίγει μια πόρτα και κλείνει κάτι, σπρώχνοντας λιγάκι στο υπόγειο. Δημιουργείται καινούρια εικόνα στον καθρέφτη, είδωλο στη φύση, με τα ψήγματα του σκοτεινού, που οδηγήθηκε στο υπόγειο, αλλά με χαμόγελο η Λωρ θυμάται ότι είναι πάντα εκεί, στο κουτί που την έχει φυλάξει. Η γυναικεία ταυτότητα διασώζεται, υπάρχει ασφάλεια.
Ένα παιδί ενσαρκώνει το θηλυκό και το γυναικείο ταυτόχρονα, ενώ η μικρή καμπυλωτή αδερφή δοκιμάζει να μουντζουρωθεί υπό τους ήχους αυτοσχέδιας πειραματικής μουσικής και  γίνεται ο αδύναμος καταλύτης για την αποκάλυψη ενός αληθινού ψέματος διπλού ονόματος. Η μικρή Λωρ ως Μικαέλ, ένα μικρό θηριάκι εγκλωβισμένο στο λάθος-όπως νιώθει-σώμα, με ένα γεράκι καρφωμένο στο βλέμμα, ψάχνει την αλήθεια του.
Μοιράζει τη θλίψη του στα αγόρια της παρέας και κρατά το χαμόγελο για το κορίτσι. ξαναγεννιέται δυναμική, κερδίζει το φιλί από μια μικρή γυναίκα, που τόσο της θυμίζει τη μαμά της για να τη διεκδικήσει, την κερδίζει, ή η άλλη την αφήνει να την κερδίσει, με το αζημίωτο φυσικά. 
Υπάρχει λοιπόν κόστος στην ευτυχία δίχως όριο, είναι το μάγουλο που δέχεται χαστούκι από τη μάνα, που θα ‘θελε να χαστουκίσει τον εαυτό της, επειδή η ίδια διάλεξε να αποφύγει να  κοιτάξει την άλλη πλευρά του προφίλ της κόρης της.  Θρηνεί το κορίτσι ένα προνόμιο τρυφερότητας από τη μητέρα της, για το οποίο εισιτήριο θα ήταν να φορέσει εξαρχής ένα μπλε φουστάνι. Θρηνεί και η μητέρα τη φαντασίωση της κόρης όπως την ονειρεύτηκε...Αν και βλέπουν και οι δυο πως τελικά η τρυφερότητα είναι δυνατό να εκφραστεί με ένα δυνατό χαστούκι, για αφύπνιση, από ένα για την κάθε μία. 
Επειδή όμως η μάνα έχει μάθει να παίζει σε ριγκ με ελαστικά σκοινιά, με οπές ελευθερίας, μιλά. Και λέει ότι έχουν αρχίσει μία πορεία σε ένα δάσος που το δρόμο τον σημαδεύουν με ψίχουλα. Στο τέλος της τους περιμένει ο τρυφερός και λίγο σαστισμένος, αβέβαιος πατέρας. Μία ανδρόγυνη οικογενειακή έλλειψη και όχι κύκλος που έχει γίνει από όλα τα μέλη αποδεκτή. Μέσα από την έλλειψη γεννιούνται τα ονόματα που κάνουν τα πλάσματα υποκείμενα.
Δυστυχώς, δεν αποφεύγεται το χλιαρό déjà vu του art indie cinema, με τα χρώματα του Harmony. To ερώτημα φόρος τιμής ή αναφορά αρχίζει και ξεθωριάζει. Είναι κανείς πια στην αναμονή για αλλαγή ύφους σε τόσο όμορφα και με ποιητικές προθέσεις φιλμ…
Τελικά, εκεί μέσα στο δάσος, ένας μικρός άνθρωπος που πριν περίμενε έξω από μια κλειστή πόρτα την ετμηγορία του, γεννιέται μόνος του. Έτσι γεννιέται το υποκείμενο που εμπεριέχει αρμονικα δύο πλευρές, μεσα από ένα μπλε κουκούλι, που δίνει τη θέση του στο κόκκινο φούτερ και στάση ζωής της hard candy Ellen Page. Γυναίκας στη φύση με δύναμη που θυμίζει αμυδρά κάτι από έναν ζεστό πατέρα. 






Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Ανεκτίμητο σαν όλο το τσάι της Κίνας



Έργα και ημέρες ενός εσωστρεφούς και ευαίσθητου μουσικού, που εδώ και 20 χρόνια, πέρα από τα sountracks που έχει κατά καιρούς επιμεληθεί μας έχει προσφέρει σπαραχτικά απλά μουσικά κομμάτια-ερωτικά παραμύθια με χιούμορ και αυτοσαρκασμό.
Όπως τα μέταλλα από τα βουνά του Βόρειου Πόλου προσελκύουν τη βελόνα της πυξίδας, όσοι ερωτεύτηκαν επιθυμώντας να πιουν όλο το τσάι της Κίνας  ένιωσαν την παράξενη ενέργεια από τα μαγνητικά πεδία του Stephin Merritt, frontman των Magnetic Fields. Σε αυτό τα μουσικό ντοκιμαντέρ, ο μυστηριώδης και ανατρεπτικός  καλλιτέχνης μας προσκαλεί στο σπίτι του να ... «πάρουμε αυτί» κάποιες πρόβες, ενώ μας αφήνει να αράξουμε με άνεση στον καναπέ του χωρίς να ανησυχούμε μήπως σπάσουμε κάποιο βινύλιο. 
Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας και την ευρηματική καλλιτέχνιδα και καρδιακή του φίλη Claudia Gonson, ξαναζώντας τα τρελά τους νιάτα. Έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε την ιστορία μερικών αγαπημένων κομματιών που, όπως πολλοί λένε, κάθε 20something είχε σιγοτραγουδήσει την προηγούμενη δεκαετία μετά από μία ερωτική απογοήτευση. Μετά το τέλος του φιλμ δικαιωνόμαστε, γιατί ο,τι μπορεί να πιστεύαμε για την ευαισθησία του και την αυθεντικότητά του βγαίνει αληθινό.

Move-it: Αναζητήστε την ταινία Out there 

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Αμνηστία στο ξέπλυμα ψυχών




Συμπύκνωση της προβληματικής από τη συνάντηση τριών χωρών, παλιών γνωστών, η πολυαναμενόμενη ταινία του Bouyar Alimani, Amnistia, ελληνογαλλοαλβανικής παραγωγής, διηγείται μια ιστορία αγάπης με φόντο τα Τίρανα. Η πόλη σε κατάσταση στάσιμη όπως μία λίμνη με βαλτώδη νερά, ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που τους ενώνουν αρχικά κλουβιά, αλλά και τόσα άλλα. Αφορμή της συνάντησης δύο ιδρύματα δημόσια, καταρρέοντα, ένα νοσοκομείο και μία φυλακή και στη μέση η καρδιά να τα ισορροπεί, με την ανεργία σίγουρη πληγή και μαθήματα για το τι σημαίνει να δίνεις ένα χέρι βοηθείας. Ζητούν αμνηστία για να ξεπλύνουν την ψυχή τους.
O ορισμός της Αμνηστίας: Απαλλαγή από ποινή.... Μεταμφιεσμένο με το γλυκερό ντύσιμο της γενναιοδωρίας, κάποια ύπαρξη νομιμοποιείται να αποφασίσει για το δικαίωμα της ελευθερίας μίας άλλης. Όρος που προκαλεί ανακούφιση και θυμό ταυτόχρονα, έτσι που τελικά να νιώθεις ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται στο δίπολο αλλά κάπου αλλού. Πώς όμως μπορείς να προσφέρεις ή να στερήσεις κάτι που δεν έχεις βιώσει;
 Αμάρτημα και τιμωρία, το γνωστό μοτίβο, επαναλαμβάνεται εδώ χαμηλόφωνα και εγείρει το ερώτημα της κατοχής του δικαιώματος για ζωή στον οποιοδήποτε. Τα νήματα διάφορων ανθρώπινων ζωών, αλλά πιο γερά και άλλα πιο εύθραυστα, άλλα σκούρα, άλλα λευκά,  αλλά πολύχρωμα, τολμούν να μπερδευτούν, κάτω από περίεργες συνθήκες, όπως όλες συναντήσεις που έχουν πεπρωμένο να χαράξουν ένα βαθύ αυλάκι.
Δύο διαφορετικές υπάρξεις, ένας άντρας και μία γυναίκα και ανάμεσά τους μια ροή που τα ευρήματα σε κάποιο ντουλάπι διαπιστεύουν ότι είναι φυσική. Για πριν και μετά τη συνάντησή τους οι εικόνες μιλούν: άλλοτε το νερό ήταν αδύνατο να κυλήσει, σαν μια στάλα νερό αβοήθητη, άλλοτε αγκομαχούσε όπως μια βρύση που στάζει ή ένα χαλασμένο πλυντήριο, και ήταν το αμοιβαίο κράτημα που άφησε την ελευθερία να τρέξει. Πριν οι παραβιάσεις ήταν διάχυτες, με βλέμμα και με λόγια, με πράξεις και με σιωπές.
Μία μητέρα σε κρίση, που θήλασε λίγο παραπάνω τα παιδιά της, γιατί γνώριζε την επιτακτική ανάγκη να τους στερεί πολλά. Τα φρόντισε τόσο καλά και το ήξερε, ξεπλένοντας έτσι τις τύψεις για την ευτυχία της. Με ένα σύζυγο παιδί παρατημένο από τον ίδιο, που εκείνη έχει καθήκον να θρέψει. Γυναίκα με ανθρώπους λιγοστούς κοντά της, δίνει στον καθένα ο,τι μπορεί να αντέξει, αλλά το όριό της είναι σαφές. Με  μία φίλη που δεν την καθρεφτίζει κατά μέτωπο αλλά από το πλάι, που την έφερε στο δρόμο της η αγνή χαρά με μετουσιωμένο κάθε ίχνος ανταγωνισμού. Ένας άνθρωπος που δέχεται την επίθεση του άλλου αφού εκείνος έχει διαισθανθεί την πεπερασμένη εκ προοιμίου αντοχή που της δίνει η δύναμή της να τηρήσει τις ισορροπίες. Μία γυναίκα που περιμένει. Και ο άντρας μόνος, έρχεται γιατί ξέρει πως εκεί υπάρχει αλήθεια.
Σε ένα κοινό μπουκάλι ανακατεύουν πικρό, αλμυρό και γλυκό, το προσέχουν αρκετά καλά, ο ένας φιλτράρει τα κατάλοιπα του άλλου. Αφήνουν το μίγμα να χυθεί στη θάλασσα και ένα παιδί σε μια βάρκα το παρατηρεί. Φεύγεις από την αίθουσα με μία πίπιζα να σε σπαράζει, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματικότητα είναι σκληρή αλλά και απελευθερωτική. Με μελωδία κάπου ανάμεσα στη τζαζ, στην ηπειρωτική παράδοση και στην αλβανική. Να μας κάνει να βλέπουμε κάθε κρίση αλλιώς και να μη ζητάμε αμνηστία αλλά προσωπικό δικαίωμα.

 www.moveitmag.gr: Τι είδαμε στις Νύχτες Πρεμιέρας

Διαβάσατε περισσότερο