Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

La Viaccia


«Όλα εγίναν κοντινά κι όλα τα κοντινά έχουν πέτρες γίνει» *

«Raccontami una storia.
Allegra o mesta?
Allegra più che puoi.
C’era una volta un cimitero…»
 
William Shakespeare
 



Με αυτό το sonetto που περιδιαβαίνει στα νεκροταφεία, σηματοδοτείται η αρχή της ιστορίας που μας διηγείται το La Viaccia του Mauro Bolognini, σκηνοθέτη με φήμη περιφερειακού εκπροσώπου του ιταλικού σινεμά σε σχέση με άλλους πιο διάσημους όπως ο Rosselini ή ο Visconti.

Ένα νεκροταφείο της “αθώας” αντρικής φύσης, που μαθαίνει, με σκονισμένα πόδια από τους “κακούς δρόμους”, να ενηλικιώνεται, διεκδικώντας τη Γυναίκα. Η πέτρα του σκανδάλου είναι για τον Amerigo ή Ghigo (ένας αξιαγάπητα αμήχανος Jean-Paul Belmondo) η όχι και τόσο λευκή Bianca, που ενσαρκώνεται από την υπέροχη Claudia Cardinale. Η Γυναίκα όμως είναι μόνο μία πέτρα μπροστά στο άπειρο της Γης και το τι μπορεί εκείνη να συμβολίζει για τον καθένα.

Σε αυτό το φιλμ, η Γη, ως μία ακόμα πλευρά της θηλυκότητας, είναι η γυναίκα που δεν προδίδει ποτέ κανένα από τους άντρες και η μόνη που όλοι τους διεκδικούν, ζωντανοί ή νεκροί. Η Viaccia είναι η φάρμα που απομυζά ο Amerigo για να σχετιστεί, με τον τρόπου που θεωρεί ιδανικό, με την πόρνη Βianca. Aλλά είναι, επιπλέον, και ένας “κακός δρόμος” χωρίς Όνομα, ένα παιδί χωρίς πατέρα. Και η άνδρες παίζουν στα χαρτιά την πατρότητά της.

Μία ιστορία ερωτική, αλλά παράλληλα και ταξική, πολιτική με το δίπολο κακού/καλού αφεντικού ένα ίχνος που πάλλει η έλλειψη του πατέρα για το νεαρό Amerigo. Ένας έρωτας εξ’ αρχής νεκρός, παράνομος και κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι του ασθενούς θείου, που συντηρεί την όποια σχέση των δύο εραστών, με τον επικείμενο θάνατό του.

Η κινηματογράφηση, με πολλά πλάνα σοφά μοιρασμένα σε τρία επίπεδα, περιγράφει σχολαστικά την πορεία του νεαρού άντρα από το παρελθόν του στο μέλλον του (σε πολλές σκηνές βλέπουμε κίνηση του ήρωα από τα αριστερά προς τα δεξιά και όσο προχωρά η υπόθεση οι κατευθύνσεις αναπροσαρμόζονται). Μία άλλη Δίκη στο δικαστήριο της Γης, εδώ η μεγάλη πόρτα που προσπαθεί να ανοίξει ο νεαρός άντρας είναι η πύλη προς τον ποταμό Arno. Και όσο τα παιδιά ντύνονται το περίβλημα του άντρα, η φωτογραφία ψιθυρίζει πως στη Φλωρεντία δε σταματά να βρέχει.

Η σχέση του ζευγαριού α-ληθινή-αξέχαστη, αυθεντική, τραχιά, ζωώδης, μεταμορφωτική. Ο ένας παίρνει τη θέση του άλλου για να πετάξουν τελικά τις μάσκες τους. Αυτό το ζευγάρι, μπαίνει μαζί στο δωμάτιο του Freud, αλλά δεν κάθεται στο ντιβάνι του. Η ανισορροπία μεταξύ τους συνίσταται στο ότι εκείνος την έχει ανάγκη, αλλά εκείνη τον επι-θυμεί. Επιβάλλεται στο θυμικό της, στο συναίσθημά της. Μία γυναίκα που διψά για όρια και τα διαλύει σε υγρά φιλιά. “Una putana que raggiona”, μία πόρνη που σκέφτεται.ίσως η ιδανική γυναίκα, και γι αυτό υπαρκτή μόνο σε ζωογόνες στιγμές. Με την επιθυμία της στο εδώ και τώρα. Μία γάτα που εξημερώνει, όποτε επιθυμεί, τον εαυτό της. Και περιεργάζεται εκείνον, που βρίσκεται απλώς στην αρχή του να κοιτά την ανάγκη του στα μάτια. Ένας έρωτας από εκείνους όπου ο ένας τρέφει το θηρίο της έλλειψης στον κόρφο του άλλου.

Όμως δεν είναι όλοι οι έρωτες ίδιοι. Υπάρχουν κι εκείνοι όπου ο ένας “προστατεύει τη μοναξιά του άλλου”. Γι αυτούς τους έρωτες ήταν η μοίρα του Amerigo να περπατήσει στον “κακό δρόμο¨. Για να αποκτήσει μία διαθέσιμη μοναξιά.

Τα διαμαντάκια συχνά βρίσκονται μόνα, σκονισμένα στους “κακούς δρόμους” και περιμένουν κάποιον να τα ανακαλύψει και να τα φέρει στον κόσμο. Και το φιλμ αυτό είναι δυνατό και φρέσκο, ακόμα και σήμερα, σαν έναν άντρα που μόλις κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια, για πρώτη φορά.

*R. M. Rilke
Το βιβλίο του προσκυνήματος
Μετάφραση
Άρης Δικταίος
 
 Πρώτη Δημοσίευση στο Λύκο

Σπάνια Προβολή στη 'Ιριδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάσατε περισσότερο