Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Η Valerie στην Εβδομάδα των Θαυμάτων

The Rabbit Catcher

It was a place of force—
The wind gagging my mouth with my own blown hair,
Tearing off my voice, and the sea
Blinding me with its lights, the lives of the dead
Unreeling in it, spreading like oil.
I tasted the malignity of the gorse,
Its black spikes,
The extreme unction of its yellow candle-flowers.
They had an efficiency, a great beauty,
And were extravagant, like torture.
There was only one place to get to.
Simmering, perfumed,
The paths narrowed into the hollow.
And the snares almost effaced themselves—
Zeros, shutting on nothing,
Set close, like birth pangs.
The absence of shrieks
Made a hole in the hot day, a vacancy.
The glassy light was a clear wall,
The thickets quiet.
I felt a still busyness, an intent.
I felt hands round a tea mug, dull, blunt,
Ringing the white china.
How they awaited him, those little deaths!
They waited like sweethearts. They excited him.
And we, too, had a relationship—
Tight wires between us,
Pegs too deep to uproot, and a mind like a ring
Sliding shut on some quick thing,
The constriction killing me also.
Sylvia Plath




Το αριστουργηματικό φιλμ του Jaromil Jireš, χαρακτηριστικού δημιουργού του Τσεχοσλοβάκικου Νέου Κύματος, ξαπλώνει σε ένα λιβάδι και περιμένει να περάσει η εφηβεία, αφού και μόνο που ακουμπά τη γη, την ανακαλύπτει. Μαζί με άλλους, όπως η Věra Chytilová, πενθεί σουρρεαλιστικά με τα πλάνα του που μυρίζουν χορτάρι την απώλεια της επαφής του λαού με τη φύση, την οποία διαδέχτηκε η μεταλλολάγνα βιομηχανοποίηση. 

Εδώ η φύση είναι συνώνυμο με την άνοιξη της γυναίκας και η τόσο εύστοχη έκφραση της θηλυκότητας σχετίζεται ενδεχομένως και με το γεγονός πως πίσω από το φιλμ βρίσκεται η “Νονά” του Νέου Κύματος, Ester Krumbachová. Με εμπλοκή τόσο στο σενάριο όσο και στην παραγωγή και στα κοστούμια, και με τη δήλωση του Jireš πως χωρίς εκείνη η ταινία δε θα υπήρχε, σαν ο σκηνοθέτης να εγκόλπωσε ό,τι θηλυκό εκείνη προσέφερε ώστε να γεννηθεί η Βάλερι.

H Bάλερι ξυπνά στο κατώφλι ενός λευκού λαγουμιού. Την καλεί ένα κουνέλι για να το πιάσει, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο της τον αναδυόμενο εαυτό. Το κουνέλι καταπίνει τους γύρω της για να τους μεταμορφώσει σε σκιές που τρέφονται με μαργαρίτες. Εκείνη και ο εαυτός της είναι μόνοι, και όλο το ονειρικό ταξίδι της μέσα από τα στάχυα των λέξεων γίνεται για να κοιτάξει τη μοναξιά στα μάτια. 

Kάθε όνειρο έχει τρύπες. Λαγούμια που διασταυρώνονται σε λαβυρίνθους και την κάνουν να γλιστρά ανάμεσα σε τέρατα και θεότητες, ώστε να πάρει πίσω τα σκουλαρίκια που αποθηκεύει εκεί που κάποτε έμοιαζε με σφαίρα. Εκεί, ένα με τη μητέρα της, όπου ήταν αθώα, όπου το μόνο που τη χώριζε από τον  κόσμο ήταν οι ήχοι έξω από τις δυο τους, κι αυτοί ακουσμένοι σα μία μακρινή μελωδία που δεν την αφορούσε.

Το κορίτσι χορεύει με το Διόνυσο και παίρνει το δείπνο της στο ίδιο ερειπωμένο τραπέζι των δεσποινίδων των Daisies, με τις οποίες σίγουρα είχαν μία ενδιαφέρουσα χωρίς όρια συνάντηση off screen. Οι λέξεις γίνονται στάχυα. Ο ήλιος τις χτυπά και τις συσκοτίζει: γάμος, νεότητα, αετός. H Valerie τις διαλέγει φαινομενικά προσεκτικά, αλλά στην πραγματικότητα εντελώς διαισθητικά. Τις προσφέρει σαν καρπούς αλλά τελικά τις μασά η ίδια, ώστε οι γύρω της να τραφούν. Μια Κοκκινοσκουφίτσα διαμελισμένη σε πολλά εφιαλτικά πρόσωπα, που όλα θέλουν να πάρουν από κάτι από αυτή. Τελικά κάθε ένας, με τη σειρά του, γονιμοποιεί τον καινούριο εαυτό της Valerie, και εκείνη απλώς χαμογελά. 

Πώς μπορείς να αγαπήσεις κάποιον που φοβάσαι;” “Ακριβώς γι αυτό”, της απαντά μία μελλοντική σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Ποιός είναι ο πατέρας της Bάλερι; Ποιά είναι τα όρια του Νόμου; Αυτά θα καθορίσουν αν εκείνη μπορεί να ερωτευτεί ή όχι, ώσπου η ίδια να διατυπώσει το δικό της Νόμο. Προς το παρόν, αγαπά κάτι ενδιάμεσο, τον αδερφό της, που έχει όνομα Αετού, αλλά είναι μία αγάπη που απλώς έχει ξαναζήσει, μία μουσική που έχει ξανακούσει και αρθρώνει το πρώτο γράμμα της προσωπικής της ηθικής. 

Στο καλάθι της Βάλερι η αθωότητα θα κοιμάται ήσυχη, ίσως. Και εκείνη θα βάλει όλους όσους συνάντησε στους λαβυρίνθους για ύπνο, τη γιαγιά που τη ζηλεύει, τον αδερφό της γενναιόδωρα δίπλα σε μια κοπέλα και τις νεράιδες του δάσους στα κλαδιά ενός δέντρου, όπου ανήκουν. Θα ακολουθήσει τη μουσική, όπου εδράζει το σκοτάδι, ο βλαστός της ζωής και όλα αυτά που εκείνη δε θα ξέρει ποτέ.

*Πληροφορίες για την κατασκευή του φιλμ αντλήθηκαν από το κείμενο του Βασίλη Οικονόμου στο 24fpsverite.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάσατε περισσότερο