Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Upstream Color

Lovesong
He loved her and she loved him.
His kisses sucked out her whole past and future or tried to
He had no other appetite
She bit him she gnawed him she sucked
She wanted him complete inside her
Safe and sure forever and ever
Their little cries fluttered into the curtains
Her eyes wanted nothing to get away
Her looks nailed down his hands his wrists his elbows
He gripped her hard so that life
Should not drag her from that moment
He wanted all future to cease
He wanted to topple with his arms round her
Off that moment’s brink and into nothing
Or everlasting or whatever there was
Her embrace was an immense press
To print him into her bones
His smiles were the garrets of a fairy palace
Where the real world would never come
Her smiles were spider bites
So he would lie still till she felt hungry
His words were occupying armies
Her laughs were an assassin’s attempts
His looks were bullets daggers of revenge
His glances were ghosts in the corner with horrible secrets
His whispers were whips and jackboots
Her kisses were lawyers steadily writing
His caresses were the last hooks of a castaway
Her love-tricks were the grinding of locks
And their deep cries crawled over the floors
Like an animal dragging a great trap
His promises were the surgeon’s gag
Her promises took the top off his skull
She would get a brooch made of it
His vows pulled out all her sinews
He showed her how to make a love-knot
Her vows put his eyes in formalin
At the back of her secret drawer
Their screams stuck in the wall
Their heads fell apart into sleep like the two halves
Of a lopped melon, but love is hard to stop
In their entwined sleep they exchanged arms and legs
In their dreams their brains took each other hostage
In the morning they wore each other’s face

Ted Hughes





Ένας άντρας και μία γυναίκα, με παρελθόν ανοιχτή πληγή που έχει προκληθεί από έναν παρασιτικό οργανισμό, συναντιούνται και εμπλέκονται στην προσπάθεια καταστολής του, σε ένα δαιδαλώδες σεναριακό λαγούμι, του οποίου οι λεπτομέρειες της διαδρομής δεν έχουν σημασία. H γυναίκα είναι τραυματισμένη και με μία ζωή κατεστραμμένη, μετά από μία εμπειρία απαγωγής από έναν κλέφτη που φύτεψε μέσα της έναν ξένο οργανισμό με τη μορφή σκουλικιού, ώστε να τη χειρίζεται με κάθε πιθανό τρόπο. Όσο την έχει έγκλειστη, εκείνη σαν υπνωτισμένη υπακούει στα σαδιστικά του παιχνίδια και απαγγέλει λέξεις χωρίς να νιώθει το περιεχόμενό τους, ό,τι πιο βίαιο μπορεί να υποστεί κάποιος που μιλά. Ξυπνά και περιφέρεται χωρίς τίποτα στη ζωή ώσπου ένα τρένο της δωρίζει τη συνάντηση με αυτόν τον άντρα με ένα παρελθόν εξίσου τραυματικό, που θέλει να αγκαλιάσει το δικό της.

Στην έξοδο αυτού του πρωτότυπου, μοναδικού φιλμ (και one man show) του Shane Carruth περιμένει φως. Ή αλλιώς, η αίσθηση του πώς μπορείς να χάσεις και να ξαναβρείς την ταυτότητά σου και την ¨προστατευμένη μοναξιά σου”, μέσα από τη σχέση με τον Άλλον, με τη “βοήθεια” ενός παράσιτου.
Το φιλμ ειναι σκόπιμα δυσνότητο, χωρίς ακριβή αίσθηση του χρόνου και του χώρου, με συναισθητικές προκλήσεις και φαινόμενα τηλεπάθειας και ασυνείδητης επικοινωνίας. Όλα αυτά δηλαδή που η σύγχρονη φυσική μόλις έχει αρχίσει να μελετά, αλλά οι διαισθητικοί άνθρωποι αφήνουν να συμβαίνουν χωρίς να τα εμποδίζουν, ζουν μέσα σε αυτά και τα αφήνουν να τους διδάξουν.

Ο Carruth με το αντισυμβατικό μοντάζ του πλέει στο χρόνο χωρίς να φοβάται την παλινδρόμηση στα νερά του. Το Μετά-Φυσικό δίνει τις απαντήσεις και γεννά νέα ερωτήματα. Το φωτεινό, καθαρό, συμμετρικό περίβλημα της φωτογραφίας και της μουσικής, κρύβει προσεκτικά τα ένστικτα που δεν πνίγουν, απλώς μετουσιώνονται και ζητούν φλέβες για να κυλήσουν. Όλο το φιλμ παίζει με τον ήχο και την πρωταρχική ανθρώπινη αίσθηση, την ακοή, στην οποία πολλά σημαντικά φιλμ δίνουν μεγάλη έμφαση τελευταία (π.χ. Nymphomaniac). Το μοντάζ διαμεσολαβεί για να ερωτευτεί ο ήχος την εικόνα και τα δύο τους να ενωθούν σε ένα τεχνικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα απόλυτα γόνιμο. Όταν οι ακοές δύο ανθρώπων συναντιούνται είναι γιατί η μία συμπληρώνει τις φωνές της άλλης.

Το φιλμ παίρνει αφορμές από το χώρο της επιστημονικής φαντασίας για να εκλογικεύσει το παράλογο του αστάθμητου των σχέσεων και των παρασιτικών εμμονών. Αυτός ο κλέφτης που απήγαγε την ηρωίδα και τη βούτηξε στην εμμονή μπορεί να καθρεφτίσει κάθε παρασιτική σχέση ζευγαριού, που μετά το αναπόφευκτο τέλος της αφήνει τις ταυτότητες κενές. Εκείνη είχε μία σχέση βουτηγμένη μέσα στην κακή ποίηση. Μόνο κομμάτια σημαινόντων, τίποτα ολοκληρωμένο. Αποσπάσματα από βιβλία που τα αναμασούσε χωρίς απόλαυση, μόνο ψυχαναγκαστικά, επειδή το σκουλήκι τής τα υπαγόρευε. Στις σελίδες του Walden του Henry David Thoreau γεννιέται η σοφία, που φυλακίζει με την εμμονική της επανάληψη η κοπέλα, αφού το κύριο σύμπτωμα που της κληρονομεί το σκουλήκι είναι το να απαγγέλει χωρίς να νιώθει. Και τα πιο σοφά και όμορφα λόγια μπορουν να είναι βουβά βγαίνοντας μέσα από ένα φοβισμένο στόμα.  Τα λόγια όμως αποδεικνύονται προφητικά.

“We are conscious of an animal in us, which awakens in proportion as our higher nature slumbers. It is reptile and sensual, and perhaps cannot be wholly expelled; like the worms which, even in life and health, occupy our bodies. Possibly we may withdraw from it, but never change its nature. I fear that it may enjoy a certain health of its own; that we may be well, yet not pure”.  

Walden, Henry David Thoreau

H όλη πάλη του ζευγαριού για να λυθεί το μυστήριο των παρασίτων και των ουσιών που καταστρέφουν τη φύση, όπως τη διηγείται το φιλμ στη συνέχεια του είναι, ουσιαστικά, η διεργασία, μέσα από την οποία η αγάπη, ως κοινός επαναστατικός σκοπός, ξεπλένει τα παλιά τραύματα και τα κάνει να γεννούν ζωή.

Μέχρι να συναντηθούν, οι δυο τους ήταν σαν παράσιτα κάτω από το δέρμα του σύμπαντος. Με την ψευδαίσθηση ότι τρέφουν μόνοι τους τον εαυτό τους. Μετά άρχισαν να τρέφονται ο ένας από τον άλλον και ύστερα από έναν κοινό σκοπό, παραμερίζοντας τα παράσιτα που τους κατοικούν. Σε αυτό το ζευγάρι, κάθε ένας υπέφερε από το σκουλήκι της υποβολής από κάποιον άλλον και τόλμησε να έρθει με τις πληγές του μπροστά στον άλλον. Οι πληγές αυτές γέννησαν νέα παιδιά. Τρέφουν τη ζωώδη τους φύση γιατί εκείνη δε θα φύγει ποτέ από μέσα τους, και ευτυχώς, τα ένστικτα δίνουν τη ζωή. Απλώς με κάθε μπουκιά εμπνέονται, άλλοτε με χαρά και άλλοτε με πόνο, να μεταβολίσουν το ακατέργαστο, παίζοντας με τις λέξεις, σε κάτι που μπορεί να έχει ένα Όνομα. Η πηγή των ενστίκτων είναι ανεξάντλητη και μπορεί να τροφοδοτεί συνεχώς με υλικό προς δημιουργία. Οι θεωρίες του Lebovici βρίσκουν σπίτι και εδώ (βλ. http://psychografimata.com/19685/nymphomaniac/http://psychografimata.com/18798/mono-i-erastes-menoun-zontani/, http://psychografimata.com/17337/i-zoi-tis-antel/, http://psychografimata.com/12007/to-fantasiako-pedi-tis-agapis/). Το φαντασιακό παιδί του ζευγαριού είναι αυτό με το οποίο το ζευγάρι παίζει. Είναι ένστικτο, ενέργεια, ορμή που το κάνει να παίζει. Παίζει, όχι απόλυτα αγνά, αλλά απλά. Όπως απλά και σκοτεινά είναι τα πράγματα στην αγνή αγάπη.

Μία α-ληθινή σχέση ίσως δεν αφορά μόνο την ανάγκη/επιθυμία τα μέλη της να αναπαράγουν τον εαυτό τους στην υγιή, άτρωτή τους εκδοχή, με τις πληγές από τα τραύματά τους πολύ βίαιες για να εμφανιστούν στο απαλό της δέρμα. Αφορά το να αφεθούν σε κάτι, έξω από αυτούς να τους ορίσει και να τους καθορίσει. Το είδος του φαντασιακού παιδιού που κρατά ένα ζευγάρι στην αγκαλιά του δεν έχει μεγάλη σημασία. Μετρά μόνο το παιχνίδι που το δημιούργησε. Το άγνωστο είναι γόνιμο και αυτό το ενδιάμεσο μεταξύ τους θα αλλάζει συνεχώς όνομα μεγαλώνοντας. Αρκεί να το βλέπουν να χαμογελά.

Ο φόβος της ευθύνης του να γίνουν τροφή/τροφοί τους έριξε μέσα στη χαράδρα της διχοτόμησης που όμως αποκαλύπτει στο ενδιάμεσο χώρο, όπως μιλά γι αυτόν ο Winnicott, ένα έδαφος που θέλει να είναι γόνιμο, ένα σπίτι με έκταση όλον τον κόσμο. Το προιόν που απορρέει από τη γονιμότητα όπως τη σχολιάζει με τις εικόνες του ο Carruth είναι, αρχικά είτε ένα νεκρό παιδί είτε ένα ζωντανό παράσιτο. Ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσά τους ανοίγει για να ζει μέσα του ένα φαντασιακό παιδί, που έχει ταυτόχρονα σώμα και το προσωπείο ενός ζώου. “Ενα ζώο πάνω στο οποίο μπορούν να προβληθούν όλα τα συναισθήματα, όπως ο χοίρος, σκοτεινό και φωτεινό, αλλά και λιγότερο απειλητικό, γιατί καθρεφτίζει τις ατέλειές τους. Που η διάσωσή του ακουμπά την ισορροπία της φύσης και γεμίζει το σπίτι του κόσμου.

«Direct your eye right inward, and you’ll find
A thousand regions in your mind
Yet undiscovered.
 Travel them, and be
Expert in home-cosmography.»

Walden, Henry David Thoreau

Οι δυο τους αφήνουν γενναιόδωρα το κοινό τους χαμόγελο να το αρθρώσει ένας χοίρος, γιατί εκείνοι είναι σε θέση να το τρέφουν χωρίς τέλος, με τον επίλογο να γράφεται όχι από ένα χέρι, αλλά από φως που εμπεριέχει το σκοτάδι.

 “The sun is but a morning star”

Walden, Henry David Thoreau


Βιβλιογραφία:
Laplanche, J. & Pontalis, B. (1986). Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Κέδρος.

Lebovici, S. (1988). Fantasmatic interaction and intergenerational transmission. Infant Mental Health Journal, 9,(1), 10–19.

Σακελλαρόπουλος, Π. 1998. Σχέσεις μητέρας-παιδιού τον πρώτο χρόνο της ζωής. Αθήνα: Παπαζήσης.

http://www.ksm.gr/%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B7%CE%BC%CE%B5/

Winnikot, D.W. (1982). Playing and reality. London: Routledge.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Winds

 Ένας ηχολήπτης γίνεται ο ενδιάμεσος μίας γιαγιάς και μίας εγγονής, ώστε οι δύο τους να ανακαλύψουν μέσα από το λόγο αλλά και ο,τι του διαφεύγει, τη διαγενεακή συνέχεια ανάμεσά τους.



Το πανέμορφο αυτό φιλμ του Selim Evci διηγείται, με αργούς ρυθμούς και ψιθυρίζοντας μεγαλειώδεις εικόνες, την ιστορία της κυρίας Στυλιανής και της Ελένης. Οι συνθήκες τις απομάκρυναν, αλλά οι δυο τους ενώθηκαν εκ νέου, διαμέσου ενός ηχολήπτη.

Ο Μουράτ ξετυλίγει με σεβασμό και υπομονή την ιστορία τους, ενώνοντας, ταυτόχρονα, στο τοπίο της Ίμβρου, το ελληνικό με το τουρκικό στοιχείο. Με δύσκολη προσωπική ζωή, προτιμά να είναι προσκολλημένος στο πραγματικό, πλαισιώνοντάς το ευλαβικά με την καταγραφή των ήχων και των εικόνων που τον συν-κινούν. Η νεαρή Ελένη προχωρά μέσα από το λόγο της σοφής και αρχοντικά λιτής φιγούρας της γιαγιάς της, και η τελευταία ξαναζεί, μεταφυσικά, στο μέλλον, χωρίς όμως να το κατακλύζει με την παρουσία της.

Η φωνή είναι το πρώτο και μοναδικό πράγμα που αντιλαμβανόμαστε ως εξωτερική πραγματικότητα, το πρώτο ερέθισμα που εγκαινιάζει με πιο ξεκάθαρο τρόπο τη συναλλαγή μας με το περιβάλλον. Και αποτυπώνεται ανεξίτηλα στο μέσα μας, ώστε να ανατρέχουμε σε αυτή, όταν κάποιο κομμάτι του εαυτού μας βρίσκεται αμήχανο. Ίσως ο άνθρωπος που μας μιλούσε, τότε, να έχει σιωπήσει, αλλά η ανάσα του συμπλέει με τους ανέμους που φυσούν, με αυτό το φιλμ να κινεί την κάμερα με τη ροή τους. 

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

Better Angels

Ένα άλμπουμ από φωτογραφίες που δεν τραβήχτηκαν ποτέ.




Στιγμιότυπα από την παιδική ζωή του Abraham Lincoln που φωτογραφίζουν τον τρόπο με τον οποίο η οικογενειακή του ζωή διαμόρφωσε την προσωπικότητά του.



O A.J. Edwards φτιάχνει ένα φιλμ με art house προθέσεις, με τη συμβολή του Μαλικ και την επιρροή του να στιγματίζει το εγχείρημα από την αρχή έως το τέλος, επιχειρώντας να κρατήσει από το χέρι το μικρό χαρισματικό Αβραάμ. Μόνο που κάποια στιγμή το φιλμ ξεφεύγει της προσοχής του, και ενώ εικαστικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αριστουργηματικό, κάπου η σύγχυση που δημιουργεί η αφήγηση απομακρύνει το θεατή. 
 

Οι άγγελοι της ζωής του μικρού μελλοντικού ηγέτη είναι οι μητρικές του φιγούρες, άλλοτε καλοί και άλλοτε καλύτεροι άγγελοι. Εκτός από εκείνον προστατεύουν και τον πατέρα του που ξεχειλίζει από τη σκληρή του αγάπη για το παιδί και δε γνωρίζει σε ποιο κανάλι να την οδηγήσει. Η κάμερα υιοθετεί τη ματιά του μικρού και εξερευνά τους οικογενειακούς δεσμούς και το φυσικό περιβάλλον που τον αγκαλιάζει, με πλάνα που δε χωρά η περιγραφή τους σε λόγια, εκτινάσσοντας την εικαστική αξία του φιλμ στα ύψη. Μητρότητα και γή ανακατεύονται με καμβά τη φύση, αφουγκραζόμενα τον τρόπο που το φυσικό περιβάλλον τελικά μπορεί να διαμορφώνει το μέσα μας μόνο και μόνο με αφορμή το ότι το έχουμε μπροστά στα μάτια μας. Οι παρουσίες των πρωταγωνιστών αποπνέουν γλυκύτητα και ένα όμορφο “χάσιμο” στον κόσμο που δημιουργεί το φιλμ, ταιριάζοντας αρμονικά στο σύνολο της ατμόσφαιρας που επιχειρείται να δημιουργηθεί. 

Το φιλμ είναι ένας άνθρωπος που ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ, με παλιές φωτογραφίες που δεν τραβήχτηκαν ποτέ. Θεωρεί τις περιγραφές περιττές, απλώς γυρνά τη μία σελίδα μετά την άλλη μπροστά στα μάτια μας, προκαλώντας μας να δημιουργήσουμε αλλά και να χαωθούμε ταυτόχρονα. Αυτό το μίγμα προθέσεων ακουμπά στο θεατή, χωρίς είναι, ακόμα τουλάχιστον, καθαρό ακόμα. Το τοπίο είναι θολό και μέσα στη σύγχυση, όπως για το μικρο Αβραάμ, που αντικρύζει ένα μυστηριώδες δάσος για πρώτη φορά.  

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Alienation

Δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι, μόνο κακές πράξεις”

Ένας άνδρας, αφήνοντας πίσω του την κατάκοιτη μητέρα του και τη διάφανη σύζυγό του, περνά τα σύνορα για τη Βουλγαρία, με σκοπό να αγοράσει ένα παιδί. Το παιδί δεν έχει γεννηθεί ακόμα, κάτι που οδηγεί τον πρωταγωνιστή να περιμένει σε ένα απομονωμένο σπίτι στα βουνά, μαζί με τη μητέρα, τον κωφάλαλο αδερφό της και τη γιατρό που έχει αναλάβει τη γέννα



Το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του, Bουλγάρικης καταγωγής, Μίλκο Λαζάροφ είναι μία πανέμορφη αισθητικά ταινία, που αξιοποιεί κάθε διαθέσιμη οπτική πληροφορία, προκειμένου να εκφράσει τις δυναμικές που αναπτύσσονται γύρω από ένα θέμα τόσο δύσκολο όσο η αγοραπωλησία βρεφών.

Aπό τις συσπάσεις του προσώπου των πρωταγωνιστών μέχρι το άγγιγμα του ανέμου στις ασύλληπτης (όντως και χωρίς υπερβολή) ομορφιάς πλαγιές των βουνών που εγκλωβίζουν την ψυχή τους, η έμφαση δίνεται στην εικόνα και με το δικό της συμβολικό σύστημα πραγματοποιείται η διήγηση. Οι πρωταγωνιστές είναι ένας κι ένας, με ερμηνείες απέριττες και μινιμαλιστικές. Η φωτογραφία, κινούμενος πίνακας, κάτι που αυθόρμητα αποθεώθηκε από το κοινό στην προβολή στις Νύχτες, όταν οι τίτλοι έφτασαν στο όνομα του διευθυντή φωτογραφίας Kaloyan Bozhilov.

Δεν υπάρχουν κακοί άνθρωποι, μόνο κακές πράξεις”. Το απόσταγμα της ταινίας συνοψίζεται σε αυτή τη φράση. Αν πρέπει οπωσδήποτε, και υπεραπλουστεύοντας, να διαχωρίσουμε τη φύση των ανθρώπων και όσα κάνουν με όρους “καλού”- “κακού”, καλό είναι να διαχωρίζουμε τον πυρήνα των ανθρώπων από τις πράξεις τους. Κατ' επέκταση, η παρακολούθηση γεννά σκέψεις για το κατά πόσο είναι πιο “καλός” ο φυσικός ή ο θετός γονιός για ένα παιδί. Ο ήρωάς μας, ίσως και να γινόταν ένας “καλός “ πατέρας, αλλά υπάρχουν σημάδια που μπορεί να φανερώνουν ακριβώς το αντίθετο. Η ίδια σκιαγράφηση γίνεται και για την πλευρά της φυσικής μητέρας, καλό-κακό ένα μείγμα, του οποίου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα υλικά. Aπάντηση δε δίνεται , όπως σε κάθε δημιουργία που σέβεται τον εαυτό της.

Αυτό που η ταινία προσφέρει, κυρίως, είναι η απελευθέρωση από κάθε μορφής απόλυτη αλήθεια, αλλά και ηθικολογία. Ο καθένας μπορεί να νιώσει και να ταυτιστεί με όποια πλευρά του ταιριάζει, ακόμα και με του αγέννητου εμβρύου, είναι τέτοια η ανοιχτότητα της αφήγησης. Και αν κάποιοι θεατές παραπονέθηκαν για τους αργούς ρυθμούς, είναι αυτοί που υποδείκνυαν την άνεση για συνειρμούς.

Το αγέννητο παιδί βλέπει το φως, ενώ το γύρω του βυθίζεται στο σκοτάδι. Κάπως έτσι αρχίζει η καινούρια του ζωή, με το μείγμα σκοταδιού και φωτός να το αγκαλιάζει, μαζί με ένα χέρι, που τελικά, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πού ανήκει.

Διαβάσατε περισσότερο