Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Re-thinking on Social Network

       


       Να λοιπόν που μία ήσυχη ταινία μπορεί να σε κάνει να την ξανασκεφτείς και να εργάζεται μέσα σου χωρίς καν να το καταλαβαίνεις..Και μια μέρα κάποιες ακόμη σκέψεις να ξεδιπλώνονται, μετά την απαραίτητη αποστασιοποίηση...Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η διεργασία για ένα φιλμ; Ίσως οτι είναι πολύ βαθύτερο απ'ό,τι θέλει να αποκαλύψει...
       Τα σημαίνοντα στο facebook απροκάλυπτα νοηματοδοτούν τον τύπο της επικοινωνίας που διαλέγει ο ήρωας για να συμπορευτεί με τους υπόλοιπους ανθρώπους...Ασφάλεια και αποκλεισμός (όροι κλειδί και για τις ρυθμίσεις απορρήτου) αποτελούν τις δύο πλευρές του τοίχου που υψώνεται ανάμεσα στο χρήστη και τους υπόλοιπους. Ο τοίχος προκαλεί να εκφράσουμε ο,τι αισθανόμαστε, πιστεύουμε, ακούμε, βλέπουμε απευθυνόμενος σε αυτόν, οξύμωρο εξ'ορισμού...Αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου και προστατεύουμε τον εαυτό μας, προσφέροντας ένα μέρος του στον άλλο, με έναν καθ'όλα(;) ελεγχόμενο από εμάς τρόπο. 
      Ο τοίχος είναι ο ενδιάμεσος χώρος που πρώτος ο πρωταγωνιστής ύψωσε για να βρει τη δύναμη να εκφραστεί. Πρώτα εκείνος, η κοπέλα, το pc, έπειτα εκείνος, ο φίλος του, το pc. Τέλος, εκείνος, ο φίλος του και ο Timberlake, επίπεδος συναισθηματικά όσο και ο υπολογιστής. Για να λειτουργήσει ο ήρωας και να επικοινωνήσει τα συναισθήματά του χρειάζεται ένα μεσάζοντα, που δεν είναι άνθρωπος αλλά δημιούργημά του, με όλα τα χαρίσματα της νοημοσύνης του αλλά απογυμνωμένο από το μεγαλείο των λεπτών παλμών από την ίριδα της ανθρώπινης ψυχής. 
     Η άμεση επικοινωνία χάνεται σε ένα βάλτο από παράδοξα (είναι, εν τέλει, φυσικό να μιλάς σε έναν τοίχο). Στο "βιβλίο των προσώπων" δεν επιθυμούμε να αποκαλύψουμε το πραγματικό μας πρόσωπο. Επιλέγουμε να αγνοήσουμε κάτι που μας πονάει ή να μεγεθύνουμε κάτι που σε άλλη περίπτωση δε θα ήταν δυνατό να προσέξει κανείς. Αυτός ο πειραματισμός μπορεί να είναι ευεργετικός...Αρκεί να ζωγραφίσουμε πάνω στον τοίχο και να μην ακούμε απλά την ηχώ από τον αντίλαλο της φωνής μας... 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

La belle indifference των σύκων της Αθήνας





Κάθε οιωνεί περιπατητής βρίσκει κάτι από τον εαυτό του στα μακριά παντελόνια του Κουρή, ποτισμένα από ζουμιά, μυρωδιές και τον αλητεύοντα αέρα της πόλης. Ανακαλύπτει το αυτονόητο, επιμηκύνει μία τυχαία συνάντηση και χαμογελά χωρίς αντάλλαγμα. Όλα όσα ένας συγγραφέας θέλει να πει τα βάζει στις μπουκιές του ήρωα, στα χέρια, στα πόδια του και πολύ λιγότερο στη φωνή του. Το πιο φαιδρό είναι ότι τίποτα απ’ο,τι συμβαίνει στην ταινία δε σου φαίνεται σουρρεαλιστικό, αφού το έχεις ήδη ζήσει.
Τι φοβάται; Τι μπορεί να κάνει τον συγγραφέα μας να καταφεύγει σε τραγελαφικά δρώμενα; Μήπως το ότι καταφέρνει να επιβιώσει μια χαρά στην ταλαιπωρημένη πόλη μας; To οτι απενοχοποιημένα χορεύει με τις πιο βρωμερές λέξεις και τις σκέψεις που τις υποδεικνύουν; την ίδια στιγμή που αυτολογοκρίνεται για το καλό του ύπνου των αναγνωστών του;



Επιτρέπει στον άλλο του εαυτό όλα για τα οποία η εκλεπτυσμένη φύση του τον κάνει να αποφεύγει. Μία γλυκιά ανάμειξη ζωής και θανάτου που συμβιώνουν μέσα του. Παράλληλα, τα γλωσσικά παιχνίδια του συγγραφέα μοιάζουν με κουτσό στις πλάκες του πεζοδρομίου για να αποφύγει τους αρμούς. Λεκτικές ακροβασίες που εκπλήσσουν τον αναγνώστη,  με αμφίβολα τελολογικό χαρακτήρα. Το άκουσμά τους περιβολή που κολακεύει το συγγραφέα και του θυμίζει να δείξει γενναιοδωρία  αφήνοντάς μας τις λέξεις του δώρο.
            Λίγο πιο πέρα η Αθήνα μπορεί να καίγεται, αλλά ο περιπατητής μας επικαλείται τα μάρμαρα στο Καλλιμάρμαρο για να διαφυλάξει τη πολυτέλεια της αδιαφορίας του. Τότε είναι στην ουσία που η απουσία λέξεων φωνάζει, στην πραγματικότητα, ότι δεν αντέχει άλλο την ασχήμια, φορώντας ένα δροσερό μανδύα από την επαφή με τα μάρμαρα που τυλίγεται ως περίβλημα, κάνοντας τον περιπατητή να αποπνέει λίγη ψύχρα παραπάνω από το αναμενόμενο.
Προσπαθεί να προφυλαχτεί από τα φρούτα που πέφτουν γύρω του διάσπαρτα και αντί να τα πετάξει προς πάσα κατεύθυνση επιτρέπει στον εαυτό του να τα γευτεί. Και τελικά εκτιμά την παροδική ευτυχία της μπουκιάς του σύκου, που κλείνει μέσα της όλες τις ακολουθίες λέξεων του κόσμου. 


Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Αναμνήσεις μιας αίσθησης




Η πρώτη εντύπωση για την «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Nagisa Oshima, κλεμμένη πολλά χρόνια πριν, συναντάται με μια πιο πρόσφατη παρακολούθηση.  Επομένως, οι παρακάτω σκέψεις είναι απόσταγμα θραυσμάτων από εικόνες αποτυπωμένες σε μία εποχή όπου η προκατάληψη για την πορνογραφική του έργου υπερίσχυε της καλλιτεχνικής της αξίας, τουλάχιστον αρχικά, ως αφορμή για να δει κανείς ένα περιβόητο φιλμ. Από την άλλη, επιβάλλεται μια εκ νέου θέαση, μετά τη συνειδητοποίηση ότι η πορνογραφική εικόνα υπάρχει όσο την περιμένει μια ηδονοβλεπτική ματιά. Οι όποιες γαστρονομικές παρεκκλίσεις είναι το λιγότερο που μπορεί να σοκάρει το θεατή. Αυτό που πραγματικά διστάζεις να συνειδητοποιήσεις είναι η ακρότητα. Παρακολουθείς δύο θηρία να παλεύουν, των οποίων η κοινωνία έχει φιμώσει τη φωνή.
Από την αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης τοποθετείται ως προς την κοινωνική εικόνα της γυναίκας που θα αρχίσει να ασκεί ακαταμάχητη εξουσία στον άντρα: είναι μία πόρνη και μοιάζει, στο μυαλό του Ιάπωνα, μόνο μια τέτοια να μπορεί να διακατέχεται από μια άσβεστη ορμή για σαρκική ένωση. Ζητά την άδεια του άντρα, μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να νομιμοποιήσει το πάθος της. Είναι ένα τεκμήριο της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην ιαπωνική κοινωνία. Η σεξουαλική οντότητα της ενσαρκώνεται ουσιαστικά από το πλευρό του άντρα, χωρίς εκείνον είναι μισή και αφημένη στην ένοχη επιθυμία της.
Ένα σημαντικό διακύβευμα της ταινίας είναι το κατά πόσο εκείνη θα είναι το αντικείμενο, εξάρτημα του άντρα, προς χρήση για την αντρική απόλαυση, ή μια αυτόνομη σεξουαλική οντότητα. Όπως το μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψει ή να σκοτώσει, έτσι κι εκείνη επιλέγει να εκδικηθεί και να επιδείξει το τρόπαιό της με απελπισμένη περηφάνια. Η αγέρωχη συμπεριφορά του άντρα και η αυταπάτη του για τη βέβαιη επανειλημμένη υποταγή της γίνονται βορά στις σειρήνες που απαιτούν εκδίκηση και εναλλαγή της θέσης της στην τροφική αλυσίδα.
Επίσης, οι μητρικές φιγούρες είναι παρούσες καθόλη τη διάρκεια του φιλμ. Ταυτίζονται με πόρνες, κάτι που ίσως  να φανερώνει τη θέση της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην μυστικοπαθή ασφυκτική ιαπωνική κοινωνία. Ένα ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί, ως προς το αιματηρό, για τον άντρα φινάλε, είναι ποιά πρωτόγονη αιμομικτική φαντασίωση τιμωρείται και πόσο έντονη είναι αυτή ώστε για να ξεπλυθεί να κρίνεται επιβεβλημένος ο πραγματικός ευνουχισμός και όχι ο συμβολικός. Δηλαδή, αντί στο τέλος ο πρωταγωνιστής να χάνει τα χρήματα ή τη δύναμή του να πρέπει να απεικονιστεί με λεπτομέρεια στο σώμα του η απώλεια ισχύος. Ο άντρας φαίνεται να έχει ταυτιστεί  με μία παντοδύναμη μητέρα, ίσως, λοιπόν,  να είναι ενεργή μια φαντασίωση ένωσης μαζί της, παράλληλα με μια παρουσίασή της στον καμβά του μυαλού του ως πανίσχυρη και ανυπέρβλητη.
Οι γαστρονομικές αναφορές υπογραμμίζουν την πρωτόγονη καθήλωση της σχέσης αυτής σε ένα στοματικό επίπεδο. Ο άμεσος συνειρμός που συνοδεύει αυτή τη σκέψη οδηγεί στο “Symbol”, όπου οι παραπάνω έννοιες ξαναζεσταίνονται με χλιαρό αποτέλεσμα σε λευκό φόντο, χωρίς ο συνειρμός αυτός να είναι προς στο στάδιο του να είναι έτοιμος να αποδοθεί περαιτέρω λεκτικά. 





Μήπως, τελικά, επειδή ο Ιάπωνας στην καθημερινή του ζωή είναι εκ προοιμίου ευνουχισμένος, η τέχνη παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, δίνοντας του την ευκαιρία, έστω και για λίγο να ζήσει το πάθος και τη θέωση για να του υπενθυμίσει έπειτα την τραγική του μοίρα;
        Η τελευταία σκηνή θυμίζει την αυτοτιμωρία της αιμομιξίας σε μια πρωτόγονη φυλή, όπου ο άντρας που προέβη σε μια τέτοια πράξη αφού αυτό-ευνουχιστεί τρέχει προς τη Δύση. Μόνο που εδώ δε δίνεται η ευκαιρία καν στον ήρωα να ζήσει για να έχει την εμπειρία της πραγματικότητας του ευνουχισμού και να εξιλεωθεί, λόγω ίσως της συνέπειας του σκηνοθέτη ως προς την κοινωνία που τον γαλούχησε. 

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Στρέλλα: Αποδεχόμενοι τα αστέρια που τρεμουλιάζουν…



Το διπλό, θηλυκό και αρσενικό της ανθρώπινης φύσης ξετυλίγεται από τις πιο μικρές χειρονομίες ως τις πιο μεγάλες αποφάσεις. Όλοι φλερτάρουν, αργά ή γρήγορα με την ιδέα, πόσοι όμως εμπεριέχουν τη δύναμη ή την τρέλα να προσεγγίσουν αυτό το δίπτυχο λίγο παραπάνω, χωρίς να φοβούνται να μην τσουρουφλιστούν; Ο σκηνοθέτης της «Στρέλλας», Πάνος Κούτρας, τολμά και δικαιώνεται.
Είναι, καμιά φορά, δύσκολο, για τον "αθώο" θεατή να μυείται, ουσιαστικά, στο ίδιο του το βάθος, μέσα από ένα φιλμ. Εκεί, όλες οι απωθημένες φαντασιώσεις των χαρακτήρων επιστρέφουν βίαια για να κουβαριαστούν και να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα. Μπροστά σε μία τέτοια ενόρμηση-ταμπού, όπως αυτή της αιμομιξίας, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ή να την συνθλίψεις με ένα λοστό, ή να την προφέρεις. Τα σύμβολα μπορεί να φωτίζουν, να χαστουκίζουν ή να παραβιάζουν. Σίγουρα, πάντως, λυτρώνουν…
Με αφορμή μια ανατομία στις σχέσεις γονιού-παιδιού, τα όρια πια τεντώνονται ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει το μη συνηθισμένο, την απόκλιση. Σίγουρα, μας βοηθά να ορίσουμε επακριβώς την ιδιότητα του απέναντι, του διπλανού, αλλά κι εκείνου που αγκαλιάζει με στοργή και δανείζει την ανάσα του. Στον κόσμο μας, όμως, που οι δομές δίνουν χώρο σε νέα μορφώματα, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο, τι μπορεί να ορίσει κανείς; Το όνομα γίνεται κινούμενη άμμος. Πόσο τελικά είναι προσαρμοστικό ένα σταθερό όνομα ή μία ταμπέλα, στην διαρκώς ρευστή αυτή εποχή;
«Ησύχασε, το χειρότερο έχει περάσει, αφού το έχεις ήδη ζήσει». Σαν αυτό να κρύβεται πίσω από το πνιχτό γέλιο της Στρέλλας την ώρα που ξανασυστήνεται  με τον Γιώργο. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν ένα αμοιβαίο τίμημα για τις ενορμήσεις τους, όπως και τελικά έγινε, σύμφωνα με συνέντευξη του σκηνοθέτη. Αφού, όπως ακραία αντιτάχθηκε ο καθένας στην κρυμμένη πτυχή της φύσης του, έτσι ακραία ήταν γραφτό να συμφιλιωθούν μαζί της.
Το ότι το θέμα της ταινίας, παρά την μεγάλη ιδιαιτερότητα του, αγκαλιάζεται από το κοινό αντί να το τρομάξει, αποκαλύπτει ίσως τη σκληραγώγησή μας ως προς το να καταλαβαίνουμε τον άλλο στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Ίσως τελικά ο στόχος αυτού του κόσμου δεν είναι η αλλαγή του άλλου αλλά η αποδοχή.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αποδοχή φαίνεται λέξη κλειδί, αφού όταν ενσαρκωθεί ένας αρχέγονος φόβος, φαίνεται πως ο,τι σου απομένει σε ένα γονιό είναι να εξημερώσει το παιδί του. Να επανορθώσει αγαπώντας το, αμφίσημα,  με όλους τους δυνατούς τρόπους, χωρίς χαρακτηρισμούς. Αυτός ο πατέρας αντί να χρησιμοποιήσει την ανακριτική λάμπα προτίμησε να στολίσει το παιδί του με πολύχρωμες ματιές. Η ερωτική σκηνή είχε την αύρα αποδοχής, κάτι που όντως έγινε στη συνέχεια. Τα σημαίνοντα Κούρος-Κόρη αληλοδιαπλέκονται, η γεωμετρία τους καθησυχάζει τον πατέρα, επιτρέποντάς του να σκεφτεί πως ναι, μπορεί ένα σώμα να εμπεριέξει δύο τάσεις και να είναι αυτός ο τρόπος του να ζει.
Από την, ακόμα ίσως, πεντάχρονη, Στρέλλα, πηγάζει μια ενέργεια, την οποία το παιδί ψάχνει να εναποθέσει, όμως για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, οι δύο γονείς λείπουν. Ο πατέρας της προτιμά να ξεχάσει πως ο θάνατος της γυναίκας του του ξύπνησε έναν ξεχασμένο εαυτό και του αναβίωσε πρωτόγονα άγχη, όπως εκείνο της ένωσης με το δικό του  γονιό. Διχάζεται μπροστά μπροστά στον καλό πατέρα-εραστή, και τον κακό πατέρα-νόμο. Επιθυμεί να ενδοβάλλει, κυριολεκτικά, τον καλό πατέρα, σε μια πράξη που μυρίζει πρωτόγονη έλξη. Η μητέρα της πεθαίνει ξανά και ξανά, αλλά εκείνη τη χρειάζεται, δεν πρόλαβε να μάθει να ζεί χωρίς να την αντικρύζει, έστω και στον καθρέφτη της.  Έτσι,  προσπαθεί να τη δημιουργήσει, παρουσία απαραίτητη στη ζωή της, που της κληρονομεί τον ανυπέρβλητο ναρκισσισμό.
Στο τέλος, ο σκηνοθέτης-παιδί μας δανείζει μέσα απο το view-master του την οπτική του, ώστε να γίνουμε μάρτυρες αυτού που μέσα από δαιδάλους κάθε άνθρωπος επιθυμεί, τη συμφιλίωση με τη φύση του, ασχέτως του τρόπου με τον οποίο κατέληξε σε αυτή, και της φύσης των άλλων. Ίσως όλα να είναι τόσο απλά, και εξέλιξη εσωτερική και κοινωνική να μη σημαίνει τίποτε άλλο από αποδοχή. 


Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Attenberg...Τα άσπρα σπιτάκια που μυρίζουν ελευθερία...




Κάτι γίνεται, κάτι κινείται, η γενιά μας προβληματίζεται, καταβαραθρώνεται και γεννά διαμάντια. Μετά τη σπουδή πάνω στον αιώνιο εγκλεισμό στη μήτρα της ελληνικής οικογένειας από τον Κυνόδοντα, υπάρχει φαίνεται ελπίδα για τον οικογενειακό πυρήνα, ακόμη και αν είναι κάπως διαφορετικός από αυτό που έχουμε συνηθίσει. Είναι σκληρό, αλλά η προσαρμογή στα νέα δεδομένα είναι αναπόφευκτη.
Ο τίτλος αναφέρεται στον επιστήμονα και τα ντοκιμαντέρ που έγιναν-εν μέρει- όχημα ενηλικίωσης για μια κοπέλα που μεγαλώνει με τον πατέρα της. Όλα τα συνοδά συμπτώματα της εποχής μας είναι παρόντα: παρατεταμένη εφηβεία (στα 23 το κορίτσι αρχίζει και αναζητά την ταυτότητά της έξω από το σπίτι), μονογονεϊκή οικογένεια. Τα ντοκιμαντέρ αυτά φαίνεται να έμαθαν στο κορίτσι  τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι προερχόμαστε από τους χιμπαντζήδες, αποδοχή της –ταπεινής-καταγωγής μας. Η ελευθερία να κραυγάσεις και για μια στιγμή να επανέλθεις στην κατάσταση που κάποτε ένιωθες άνετα.
H ατμόσφαιρα είναι κοφτερή σαν Κυνόδοντας, αλλά στο Attenberg της Τσαγγάρη ξετυλίγεται μια αισιόδοξη οπτική. Ο πατέρας δεν είναι παντοδύναμος, αλλά τρωτός, ανθρώπινος. Αντί να οδηγήσει την κόρη του στη μήτρα του πορτμπαγκάζ,  προτιμά να την ωθήσει να οδηγήσει το αμάξι επιλέγοντας εκείνη προορισμό. Αντί να της φορέσει με το ζόρι φτερά αγγέλου, εκείνη βρίσκει την ατομική ελευθερία, ανακαλύπτοντας μόνη της τα φτερά στην πλάτη της.





Οι σκηνές με τις τελετουργικές μάχες και προοδευτική αποδόμηση σημαινόντων (η ραγδαία ανταλλαγή λέξεων) πάνω σε ένα κρεβάτι, φωνάζοντας, είναι ενδεικτικές. Πατέρας και κόρη φτάνουν κατ’ επανάληψη στη  ρίζα του συμπλέγματος και αυτό απωθείται. Δεν είναι μια μεμπτή κατάσταση αλλά ένα δώρο Θεού. Μήπως δε γίνεται κάτι ανάλογο και με τη σεξουαλική επαφή, μόνο που εκεί δεν υπάρχει η ανάγκη της διαμεσολάβησης των συμβόλων, αφού όλα δεν μπορεί να είναι παρά πραγματικά και απτά;
 Η σεξουαλικότητα , όμως για την ηρωίδα,  είναι απλά μια επιλογή. Στον αντίποδα το Κυνόδοντα που δεν υπήρχε καμία δυνατότητα επιλογής, εδώ όλες είναι ανοιχτές και όλες αποδεκτές. Παράλληλα, το κορίτσι έχει αποδεχτεί τη σεξουαλική της ανωριμότητα αλλά είναι πρόθυμη να εξερευνήσει τις εναλλακτικές που έχει στη διάθεσή της. Όπως τα άσπρα σπιτάκια, παρατεταγμένα στη σειρά, η Μαρίνα παρατάσσει σημαίνοντα-λέξεις για να τα βάλει σε τάξη. Αυτή η τάξη είναι ακόμη πιο απαραίτητη με την απουσία της μητέρα. Η απουσία της έκανε εφικτή την πιθανότητα πραγματοποίησης της ασυνείδητης επιθυμίας της να τη σκοτώσει και να πάρει τη θέση της. Η επένδυση της ηρωίδας μας στον πατέρα είναι μαζική αφού μητέρα δεν υπάρχει, για εκείνη αυτός είναι και μάνα και πατέρας. Η σχέση τους, με διαρκή συνομιλία μεταξύ τους απομυθοποιεί τη σεξουαλικότητα στην ενοχική της διάσταση. Τα αιμομικτικά άγχη καυτηριάζονται αφήνοντας τις λέξεις σαν ουλές.  
Υπάρχει η πλευρά της, λοιπόν, που δεν αντέχει τις γυναίκες και εκείνη που τις εξιδανικεύει. Τελικά, προχωρά στην τέχνη της ένωσης της με έναν άντρα, χωρίς λόγια, κάνοντας το σύμπλεγμα τον δυο τους ένα νέο σύμβολο για εκείνη. Για να επενδύσει σε έναν άλλο άντρα, ίσως ο πραγματικός θάνατος του πατέρα να ήταν απαραίτητος εκτός από το συμβολικό. Ο πατέρας, όσο κι αν φαινομενικά προωθεί την ασυδοσία, θέτει ένα σαφέστατο όριο στην παροχή στην κόρη του, τόσο πραγματικά όσο και συμβολικά. Για παράδειγμα, της παραδίδει τρία (μεταβατικά?) αντικείμενα, προσωπικά του, και τέρμα. Όταν, σε μία σκηνή ξανασυστήνονται, τα όρια μεταξύ τους είναι σαφή. Είναι ισότιμοι αλλά αυτός παραμένει ο «μπαμπάς» ή ο κύριος Σπύρος, ποτέ σκέτο Σπύρος.
Αυτός ο πατέρας έχει επιλέξει να μεγαλώσει το παιδί του μακριά από τον, άυλο τουλάχιστον πολιτισμό, αφού ο ίδιος τον έχει απορρίψει και αναδιαμορφώσει. Σε μία χώρα χωρίς βιομηχανική ανάπτυξη επιλέγει μία περιοχή που υπάρχει η διαμεσολάβηση της μηχανής για να μετουσιώσει την πρώτη ύλη σε πολιτισμό. Έτσι διαμεσολαβούν οι λέξεις, για να βάλουν σε τάξη τις ορμές. Με κάθε ευκαιρία, συμβολοποιεί τον ευνουχισμό του, απόλυτο για τον ίδιο, απαράβατο νόμο για την κοπέλα. Για εκείνη είναι ένα ά-σεξουαλικό όν.
            Δε συμβαίνει το ίδιο, ωστόσο, και για τη φιγούρα της φίλης, ως alter ego, της πρωταγωνίστριας, η οποία γεννά ερωτήματα. Καθόλου τυχαίο πως σε μία παρέα μετά το τέλος της ταινίας είναι ο λιγότερο κατανοητός χαρακτήρας. Πρόκειται για μια άχρωμη περσόνα, χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χρησιμεύει, με έναν, πολλές φορές στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, τρόπο, να ωριμάσει η πρωταγωνίστρια. Γι αυτή την ωρίμανση, ο χρόνος που προφέρει η φίλη ως φιγούρα, είναι πολύτιμος για τις πειραματικές ταυτίσεις της. Με τη χρήση της πρόκλησης, η φιγούρα λέει αλήθειες, ψιθυρίζει τους φόβους και τις πιο έντονες ανασφάλειες και τελικά τη λυτρώνει κρατώντας της το χέρι, όταν εκείνη αγγίζει τα ακροδάχτυλα του πατέρα της πριν εκείνο βυθιστεί στο ταξίδι του.
Η -ίσως φανταστική- φίλη της παίρνει τη θέση της μαμάς της, της γυναίκας του μπαμπά της, που η ηρωίδα του την προσφέρει αντί για την ίδια. Στην παραλία, αναπαριστάνοντας την πρωταρχική σκηνή ένωσης των δύο γονιών, ο φροντιστικός πατέρας κλείνει τα μάτια του στο κορίτσι του αποτρέποντας τον τραυματισμό της από την παρακολούθηση.
            Η ιδιαίτερη και πολυσχιδής αυτή ισοτιμία μεταξύ πατέρα και κόρης είναι δυνατό να εκληφθεί ως παρέκκλιση ή παραμέληση. Μια δεύτερη ματιά, ίσως πιο εύστοχη, μπορεί να την εκλάβει ως μία νέα πρόταση οικογενειακού μοντέλου. Μπορεί να υπαγορεύτηκε ακόμα και από την μοναξιά του πατέρα, που ζητά ένα φίλο και τον δημιουργεί στο πρόσωπο της κόρης. Το παιδί βουτάει από μικρό στα βαθιά, για να μπορέσει να επιπλεύσει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Τα καταφέρνει, σκορπίζοντας τα άγχη της μαζί με τις στάχτες του πατέρα και  «les yeux dans les yeux et la main dans la main» με τον άντρα που ήρθε η ώρα να συναντηθεί.  

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Ένας τέλειος κύκνος





Από τη στιγμή της λήξης του φιλμ και μετά, συζητώντας με άλλους, διαβάζοντας γνώμες και νιώθοντας τη γεύση σιδήρου από το αίμα του κύκνου ακόμα ζωντανή, η ιδέα της τελειότητας κάνει πιρουέτες στο νου μου, για να προσγειωθεί με άψογο πλιέ στην εκπνοή της μουσικής. Η μπαλαρίνα ήθελε απλά να είναι τέλεια. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει άμεσα στο τέλος, με το οποίο φλερτάρει εξαρχής η ηρωίδα μας, αλλά και οι περισσότεροι που παρακολούθησαν το φιλμ…
            Από παλιά έχει αναχωρήσει για ένα ταξίδι αυτογνωσίας, που την υπερβαίνει, λαμβάνοντας ανεξέλεγκτη κατεύθυνση, σαν ένας κισσός που απελευθερώνεται από τα όρια μιας γλάστρας ή ενός μπαλκονιού, για να τυλιχτεί γύρω από τον εαυτό του και να χαθεί μέσα σε λυτρωμένους λυγμούς ασφυξίας.
Εξαρχής το δέρμα της αποτυγχάνει να είναι προστατευτικό της ύπαρξής της. Γίνεται αισθητό ως όριο, που την περιορίζει και την εγκλωβίζει. Μπροστά στην επαφή με τον έξω κόσμο ακόμα πειραματίζεται ως προς το ποια σχέση επιθυμεί να έχει με αυτόν. Μόνο που ο,τι την περιβάλλει δεν βιώνεται παρά ως ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Έτσι, η μόνη της επιλογή είναι να μετατρέψει το δέρμα της σε έναν καθρέπτη που αντανακλά τις προβολές-προσδοκίες των άλλων επάνω της. Είτε αυτές είναι τα ανεκπλήρωτα όνειρα της μητέρας, είτε οι ναρκισσιστικές ορέξεις του χορογράφου. Έναν καθρέπτη που έχει την παρόρμηση να σπάσει και να χαράξει με κάθε ευκαιρία και κάθε αφορμή, με το πρόσχημα ότι κάποτε θα της προσφέρει το πολυπόθητο όριο που θα την προστατέψει, όντας ο ίδιος ατελής. Η δική της επιθυμία είναι απούσα, μόνη της επιθυμία είναι να ικανοποιήσει τους άλλους. Όταν κάποιος (η ανταγωνίστρια χορεύτρια, ο χορογράφος) επιχειρεί να της διακινήσει επιθυμίες που ενυπάρχουν στη φύση της, συναντά βία.
            Πού άραγε έχει φωλιάσει ο πατέρας, μπροστά σε όλο αυτό τον παροξυσμό; Στα χείλη που δαγκώνει η μπαλαρίνα; Στις απαγορεύσεις στις οποίες εξαντλείται καθημερινά για να οριοθετήσει τον εαυτό της από την υπέρμετρη απόλαυση της συμβιωτικής σχέσης της με τη μητέρα; Η απαγόρευσή του σχετικά με αυτή τη σχέση φαίνεται σα να μην επιχειρήθηκε ποτέ. Η λεπτή γραμμή που χώριζε το κορίτσι από το να αγγίξει η πουέντ της την ψύχωση διαλύθηκε με την ευκολία που ένα φτερό ταξιδεύει ανάμεσα στον αέρα και στη λίμνη ακροβατώντας στην ενδιάμεσή τους επιφάνεια, μέχρι μια βίαιη πίεση να το κάνει να βυθιστεί σε υπόγειο δίκτυο από κομματιασμένες εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη.
            Μάνα και κόρη, μέσα στην επιθυμία τους να επιλεγούν (και οι δύο) στο ρόλο του κύκνου, εκφράζουν την ανάγκη τους να επανορθώσουν για την απόρριψη αυτού του πατέρα. Είναι το γεγονός εκείνο, για το οποίο ποτέ δεν μιλούν μεταξύ τους και αυτό διακλαδώνεται ανάμεσά τους πνίγοντάς τες.
            Το κύκνειο άσμα του κοριτσιού κορυφώνει και σηματοδοτεί την τελείωσή του (εδώ ο όρος λαμβάνει όλες τις δυνατές ερμηνείες, σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο), όντας  εκτυφλωτικά όμορφο και τραγικά ελκυστικό και έχοντας επιτέλους βρει την ηδονή της απόλυτης έκστασης. Έγινε πραγματικότητα εκείνο που καθένας που επιζητά την τελειότητα φοβάται και προσπαθεί να ελέγξει, το τέλος.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

The King’s speech: Ο βασιλιάς που μάθαινε να παίζει με τους βόλους





Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που μιλούσε πολύ αργά και όλοι τον καταλάβαιναν με δυσκολία, κοιτάζοντάς τον με απορία. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, μία αγαπημένη γυναίκα που του θύμιζε κάποια γλυκιά μορφή από παλιά τον πήγε σε έναν κύριο, που είχε τη φήμη ότι θα μπορούσε  να τον κάνει καλά. Από τη στιγμή που ο βασιλιάς πέρασε το κατώφλι της πόρτας, το προσωπείο που τον έντυνε λησμονήθηκε και δεν έμεινε παρά μόνο ένα παιδί.
Ήταν το παιδί εκείνο που το ταλαιπώρησε ένας σκληρός μπαμπάς παραμπουκώνοντάς το με βόλους και διατάζοντάς το με αυταρχισμό να στρογγυλεύει ή να καταπίνει τα λόγια του. Το φοβισμένο πλασματάκι που λίγο πριν ήταν κρυμμένο από την αντηλιά του μεγαλύτερου αδερφού του και πεινούσε για μια καλή κουβέντα και φροντίδα. Το πιτσιρίκι με το κοφτερό μυαλό που αντί να αναλώνεται στη ναρκισσιστική ενασχόληση του να απολαμβάνει τον ήχο της φωνής του παρατηρούσε, κατέγραφε, μάθαινε και αισθανόταν τα πάντα γύρω του. Που αγαπούσε με ειλικρίνεια, χωρίς να τον ενδιαφέρει η επιστροφή. Η ανάληψη της εξουσίας ήταν μόνο η αφορμή. Για να την επωμιστεί είχε να μάθει πώς να μεταγγίζει τις σκέψεις του σε έναν λαό που τον είχε ανάγκη.
Αυτό που αντίκρισε ο μικρός μας, πια, βασιλιάς όταν διάβηκε την πόρτα του θεραπευτή του, ήταν ένας καλοσυνάτος κυριούλης, που σε τίποτα δεν του θύμιζε την πελώρια μορφή που κάποτε του προκαλούσε σάστισμα και του μούδιαζε τη γνάθο, εμποδίζοντας το παιδί να την καλέσει κοντά του. Κύριος χαμογελαστός και κάπως αστείος, που όμως του έθεσε από την αρχή πολύ αυστηρά όρια. Κάτι του έλεγε όμως πως πίσω από το σοβαρό του ύφος αχνόφεγγε ένα χαμόγελο.
Έτσι, κάθισαν και οι δυο τους στο χαλί και άρχισαν να παίζουν με τους βόλους. Κάθε βόλος περιτυλιγμένος με έναν ήχο, καλοειπωμένο, και ένα νόημα. Το παιδί μάθαινε πώς να χειρίζεται τους βόλους, ώστε να ρέουν στα δάχτυλά του, να τους στέλνει στον κυριούλη και άλλοι να μένουν στην αγκαλιά εκείνου, άλλοι να δραπετεύουν από τα χέρια του με κρότο και μερικοί να φεύγουν και να γυρνούν πίσω ξαλαφρωμένοι από ήχο και σημασία. Πετούσε λοιπόν τους βόλους, φορείς νοήματος, πότε με ρυθμό, πότε τραγουδώντας, πότε με ειλικρινή θυμό. Καμία φορά τους συντρόφευε και η αγαπημένη γυναίκα στο παιχνίδι τους. Και ευχαριστήθηκε το παιχνίδι, κι όταν κουράστηκε ξαφνικά βρέθηκε να κάθεται σε μια καρέκλα που είχε κουρασμένα πόδια από το βάρος των προκατόχων της.  



Στη δύσκολη στιγμή, που είχε κάποιους να φροντίσει, είπε να τους βάλει κι εκείνους στο παιχνίδι, που τους έβλεπε λυπημένους και αποκαρδιωμένους. Πέταξε τους βόλους ψηλά στον ουρανό, γλίστρησαν τα περιτυλίγματα, έβγαλαν φτερά και μετά το ταξίδι τους κατέληξαν στις παρειές κάποιων που αγωνιούσαν να δροσιστούν και να παρηγορηθούν. Και τα δικά του παιδάκια τον ένιωσαν πιο κοντά τους, ακόμα κι από τότε που μοιραζόντουσαν το πιο κρυστάλλινο γέλιο.
Επιλέγοντας την αποστασιοποίηση από τα σκοτεινά υπόγεια θρησκευτικών ναών και παλατιών, περιβάλλει κανείς με φροντίδα αυτό το μικρό παιδί που μπόρεσε να έχει τη δύναμη να παίζει, ακόμα κι αν είχε στην πραγματικότητα ίσως παραμεγαλώσει γι αυτό…

Παίζοντας με τους βόλους....

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Anti-Social Network




Ήταν, μάλλον, θέμα χρόνου μέχρι το πανί να πάρει κάτι από την αίγλη της οθόνης του υπολογιστή σε φόντο λευκό και μπλε. Ο David Fincher αρέσκεται στην απαγγελία ιστοριών για την πάλη του άντρα με έναν αντίπαλο, που τελικά δεν είναι άλλος από τον πιο βαθύ, πρωτόγονο φόβο του. Είτε αυτός είναι, ενδεικτικά,  η παραβίαση (Panic room, με γυναίκα εδώ πρωταγωνίστρια, με αρρενωπά χαρακτηριστικά-καθόλου τυχαία η επιλογή της Jodie Foster), είτε ο φθόνος που φτάνει σε ναρκισσιστική συγχώνευση (Seven), η φθορά (the Curious Case of Benjamin Button) ή ο βίαιος του εαυτός (Fight Club, Zodiac).
            Στην περίπτωση του δημιουργού του Facebook, η έλλειψη αποδοχής που βιώνει ο ήρωας από τα πρώτα λεπτά της ταινίας και η υψηλή του νοημοσύνη τον βοηθούν να δημιουργήσει μια ευκαιρία για επανόρθωση. Πιθανότατα διακατέχεται από μία αίσθηση στέρηση της επιλογής του να είναι αποδεκτός ή όχι από τους άλλους. Έτσι, δημιουργεί ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο στα μέτρα του. Άλλωστε, υποστηρίζεται πως ευφυής άνθρωπος είναι εκείνος που δημιουργεί το πιο κατάλληλο περιβάλλον για τον ίδιο. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη κλειδί στο FB, αυτή που κάνει ισχυρό το χρήστη αφορά το δίπολο Αποδοχή-Απόρριψη. Ανάμεσα στα άκρα αυτού του τεντωμένου σκοινιού προσπάθησε να κινηθεί ο ήρωάς μας.
            Φαίνεται σαν όλα να ξεκίνησαν με την πάλη με την πατρική φιγούρα με τρόπαιο τη γυναίκα-μητέρα, πάντα ψυχρή, αδιάφορη, απορριπτική. Ο ήρωας διχοτομεί την ταυτότητα της αντρικής-πατρικής φιγούρας σε καλή και κακή. Προσπαθεί να την  αποκαταστήσει, αλλά με δόλια μέσα. Ουσιαστικά αντιμάχεται τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλη μια συνηθισμένη θεματική στον Fincher, είτε μιλάει για το νεαρό και τον πιο ηλικιωμένο εαυτό, είτε για το δυνατό και τον αδύναμο, είτε για τον τιμωρό και το διώκτη, που τελικά αποτελούν δύο αλληλοεξαρτούμενα μισά, με τον πλέον εγκλωβιστικό αυτιστικό τρόπο. Στις ακραίες τους εκφράσεις δεν ανατροφοδοτούν ο ένας τον άλλο, αλλά περισσότερο αντιμάχονται.
            Αυτό που πυροδοτεί, λοιπόν, τη δημιουργία του facebook, είναι  ο θυμός που έχει μετατρέψει τον ψυχισμό του ήρωα σε ηφαίστειο που βράζει. Στην απόρριψη από τη γυναίκα προστίθεται η απόρριψη από πολλαπλά αντίγραφα πατρικής φιγούρας (η αδελφότητα των φοιτητών), κάτι που τον ωθεί να «σκοτώσει» το καλό μέρος της και να ενσωματώνει το κακό, ταυτιζόμενος μαζί του. Χρειάζεται όμως και καλά κομμάτια από τους γύρω του ως σπόρους ευεξίας μέσα του, και τι πιο απλό από να τα δημιουργήσει ο ίδιος. Χαρακτηρίζεται από ένα καταναγκασμό να χαντακώσει καθένα γύρω του, βλέπει τον άλλο σαν ένα από τετραγωνάκι που έχει τη δύναμη με ένα κλικ να το σβήσει, να το εμφανίσει, να το τσιγκλήσει. Γίνεται ένας μικρός Θεός, ελέγχοντας έναν τεράστιο οργανισμό. Πασχίζει να τον κρατήσει ζωντανό, να υπεραναπληρώσει την έλλειψη επικοινωνίας. Μόνο που δεν έχει υπολογίσει ότι αυτός ο οργανισμός γίνεται ολοένα και πιο υπερτροφικός. Τα μέλη του είναι το καθένα στον μικρόκοσμό του, υπάρχει επικοινωνία αλλά όχι καλή αιμάτωση. Έτσι, αυτός ο γίγαντας γίνεται οκνηρός, βραδυκίνητος, αυτό-απορροφούμενος, αποκομμένος από τους υπόλοιπους οργανισμούς. Η υγεία του βρίσκεται σε κίνδυνο, ήδη τα μέλη του βλέπουν τα πρώτα σημάδια κόπωσης, όταν δεν ξοδεύονται στην απόλαυση που τους προσφέρει η απώλεια ελέγχου. Ο έλεγχος δεν είναι δικός τους αλλά αποτελεί τελικά μια αυταπάτη. 


        
 Όλα αυτά τα ψηφιακά πλακίδια αποτελούν μικρά κάτοπτρα, όπου ο πρωταγωνιστής αρχικά και τελικά ο καθένας μας, προβάλλει τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις, τις προσδοκίες γι αυτό που θεωρεί επιθυμητό, αλλά και όλα τα ανομολόγητα κομμάτια του. Θα ήθελε να τα αναπτύξει, αλλά είναι πολύ πιο εύκολο και «ασφαλές» αν διατείνεται ότι τα διαθέτει, αφού και ο άνθρωπος στην ψηφίδα είναι έτοιμος να τα πιστέψει και να επαναπαυτεί.
Παρατεταγμένα όλα τα πρόσωπα, το ένα δίπλα στο άλλο, επιτρέπουν στους υπόλοιπους να σχετιστούν με τους άλλους, μόνο με εκείνα τα κομμάτια τους που επιθυμούν. Το Facebook φαίνεται σαν μια διαμεσολαβητική μηχανή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Καταργεί την παραδοσιακά γνώριμη αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Συζητήσεις 10 λεπτών στο τηλέφωνο μετατρέπονται σε δίωρες φεισμπουκικές. Η ανταπόδοση των συναισθημάτων αποτυγχάνει και όλη η ανάγκη για έκφραση θα μπορούσε ακόμα και να παρερμηνευτεί ως μια λάθος πληκτρολόγηση (:-)). Ακόμα και να χαμογελάσουν οι χρήστες, αντί να προβούν σε κάτι στιγμιαίο και αυθόρμητο, πατούν πλήκτρα και  μέχρι να τελειώσει η αλληλουχία τους το χαμόγελο έχει χαθεί. Το λαμπερό καθρέφτισμα των ματιών μας στα μάτια του άλλου υποσκελίζεται από την υποψία μιας ανθρώπινης σκιάς που μόλις γυαλίζει, στο σκοτάδι, στην οθόνη του υπολογιστή.
Η τελική σκηνή συμπυκνώνει όλη την αγωνία του ήρωα. Δεν φαίνεται να λυπάται ιδιαίτερα που απέρριψε τον μόνο του φίλο, για χάρη κάποιου που τον πρόδωσε. Όσο ακόμα μπορεί να κάνει ένα κλικ και να δοκιμάσει την τύχη του στην αποδοχή, ελπίζει. Φυσικά θα προστατεύεται πάντα από το γυαλί της οθόνης, θα είναι αυτό η  παγωμένη κουβέρτα που θα παρηγορεί τους φόβους τους και θα τον κάνει να περιμένει ασφαλής. Μαζί με κάποια εκατομμύρια δολάρια παραπάνω, ώστε να προμηθεύεται την πιο παχιά πλέξη. 

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

200 Cigarettes







Υγεία σε σώμα και νου, αγάπη, αισιοδοξία και έμπνευση!

Αν και καθυστερημένα, λόγω αδυναμίας πρόσβασης στο internet, μία πρόταση για μια πολύ χαριτωμένη πρωτοχρονιάτικη ταινία, όσο ακόμα είμαστε σε ανάλογο κλίμα...




Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Οι ξεχασμένοι γονείς (Los Olvidados)



Ο,τιδήποτε εκφέρει κανείς πάνω σε ένα αριστούργημα όπως το «Los olvidados»θα τον προδώσει. Οι εικόνες έχουν ήδη ακουστεί.
Μοιάζει, στο φιλμ αυτό, η φτώχια να προσωποποιείται, σαν ο μεγάλος Άλλος, με το οποίο κάθε κομμάτι από το ψηφιδωτό των ηρώων καλείται να συνδιαλέγει και να καθρεπτιστεί. Το υποκείμενο είναι η οργανική (και όχι αθροιστική) ενότητα από τις ατομικότητες που μας παρουσιάζονται. Καθρεφτίζεται άσχημο (χωρίς εμπεριέχον σχήμα) να μη βλέπει (τυφλός ζητιάνος), να μην ακούει και να μη μιλάει (σαγηνευτική μητέρα). Με ελλείψεις, επιθυμίες, πάθη. Οι γεννήτορες, ιδιαίτερα ως ζεύγος, είναι απόντες. Απουσιάζει η δυνατότητα το υποκείμενο να τους κλείσει μέσα του. Η έννοια της πυρηνικής οικογένειας είναι ακόμη σε επίπεδο μονοκύτταρου οργανισμού.
Αυτή η απουσία των γονιών, φυσική ή ψυχολογική, φαίνεται να αποτελεί ένα κύριο χαρακτηριστικό των εφήβων που καταλήγουν στο έγκλημα. Εκπλήσσουν οι ομοιότητες (σίγουρα συμπλέοντας με τις καταφανείς διαφορές, κυρίως λόγω πλαισίου), με τους έφηβους, όπως σκιαγραφούνται από τους εκπρόσωπους του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου (Gus Van Sant, Ηarmony Korine, Larry Clark). Σε όλες αυτές τις ταινίες είναι έντονη η παρουσία της ανέχειας και των δύσκολων συνθηκών ζωής. Οι γονείς φιγούρες μακρινές, απορριπτικές και κατακερματισμένες, καθρεφτίζουν ένα κράτος που δεν μπορεί να φροντίσει για τα στοιχειώδη, ανεξαρτήτως του σε ποιά εποχή αναφέρεται.
Πού βρίσκεται ο τροφός για το παιδί σε μια κοινωνία  σε αποσύνθεση, που αντί να συσπειρώσει την οικογένεια, την έχει απογυμνώσει από κάθε ανθρώπινη ποιότητα; Το παιδί εκπίπτει (;) σε οργανισμό χαμηλότερου δυναμικού. Βυζαίνει από το γαϊδούρι και νιώθει κανείς τη γεύση από το ξινό γάλα. Ο συνειρμός με το άλογο υπογραμμίζει την απουσία λογικής όταν παιδί και γονιός απογαλακτίζονται βάναυσα από επιλογή του τελευταίου ή ίσως τελικά της ίδιας της ζωής.
Το παιδί που θέλησε να ξεφύγει από το προκαθορισμένο, συναντά την εκδίκηση από το άλλο, εξίσου πονεμένο παιδί, με τους δυο τους τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και η φιγούρα του διευθυντή του αναμορφωτηρίου εισάγεται απλά για να μας υπενθυμίσει ότι ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη.
Η σεξουαλικότητα, είναι με υπόγειο τρόπο διάχυτη σε όλα σχεδόν τα  σημεία της ταινίας. Η αίσθηση που προκαλεί το όνειρο του παιδιού με τη μητέρα του είναι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί στο χαρτί. Έχουν άλλωστε, γραφτεί τόσα πολλά για τη σουρεαλιστική αξία της.

Το τέλος δεν αφήνει στο θεατή κανένα περιθώριο αισιοδοξίας (σε αντίθεση με το εναλλακτικό  που ανακαλύφθηκε πρόσφατα). Δικαιοσύνη δεν υφίσταται, όλοι είναι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τα διαφορετικά πρόσωπα ενός υποκειμένου, θύματος της φτώχιας που είναι πάνω από εκείνο, συντριπτική και αδυσώπητη. 

trailer

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ανθρώπινες Μέρες






Με αφορμή μερικά εικοσιτετράωρα αφόρητης ζέστης, το Hundstage (Σκυλίσιες Μέρες) του Αυστριακού Urlich Seidl παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο ακραίες θερμοκρασίες  είναι δυνατό να αποτελέσουν αφορμή για ένα ξεγύμνωμα του πραγματικού είναι μερικών ανθρώπων. Το οξύμωρο σχήμα ενός καύσωνα στην Αυστρία είναι μόνο μια από τις αντιφάσεις που, προς μεγάλη της ευχαρίστηση, μας επιφυλάσσει η ταινία.
 Στα χνάρια του Haneke, γίνεται η διαπραγμάτευση των ορίων μεταξύ διαστροφής, απόλαυσης και βίας. Κάθε ήρωας επιθυμεί την επιστροφή στη ραστώνη και η ζέστη είναι  μόνο η αφορμή. Η διαδοχή δυνατών στιγμών αποτελεί μία χιονοστοιβάδα από αυτοσαρκαζόμενες περσόνες που περιφέρονται, αναζητώντας να ζήσουν την παροδική ηδονή και να αντιδράσουν στην ανία τους. Σαν η ζέστη με την αδράνεια που επιβάλλει να τους έριξε ένα κουβά κρύο νερό στο σώμα και να τους φωνάζει ότι είναι ευκαιρία να ζήσουν και να αισθανθούν.
Κανείς δεν κοιτά τον άλλο στα μάτια. Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα, αφού για εκείνους η επαφή με τον άλλο αποτελεί αναδίπλωση στον εαυτό. Πέρα από τις ενίοτε ακραίες πρακτικές που έχουν τελικά αποτέλεσμα τον εξανθρωπισμό και το καθρέφτισμα του ενός στον άλλο, ακόμα και η απλούστερη λειτουργία, το σεξ, φαίνεται μια απελπισμένη διέξοδος στην ένταση. Από την άλλη, πολύ πιο ηδονικό μοιάζει το λίκνισμα σε μια κούνια στην παιδική χαρά. Όλοι, είτε τραγουδώντας το “La cucaracha”, είτε με δυο λουλούδια στο χέρι, είτε προσπαθώντας να εξαφανίσουν τα σημάδια του χρόνου, ή απλά ξεγελώντας τον αισθητήρα του parking του διπλανού, ψάχνουν ένα χαμένο παιδί. Μέσα τους ή κοντά τους.
Η εξωτερική ομορφιά μοιάζει απούσα. Τα σώματα είναι παρωδίες των κατόχων τους, παρόλο που κινούνται αυτάρεσκα, χαρίζοντας σουρεαλιστικές στιγμές, όπως για παράδειγμα η αμφισβήτηση του στερεοτύπου που θέλει μόνο καλλίγραμμες παρουσίες να εγείρουν τις αισθήσεις με το χορό τους. Όλοι είναι τόσο πραγματικοί, ενοχλητικοί και απαθείς, όσο είναι και οι ατάκες της αυτιστικής κοπέλας που αφήνει στους οδηγούς να επιλέξουν τον προορισμό της άρα και να αποφασίσουν για την ελευθερία της, με τίμημα να ακούσουν την αλήθεια που δε θέλουν να μάθουν ή να θυμούνται.



Στο τέλος, κανείς δε βρίσκει τη λύτρωση, το άλυτο κάθε επιμέρους ιστορίας σιγοβράζει και ο νους μας τρέχει πάνω-κάτω στις διαστροφικές διαδρομές όσων παρακολουθήσαμε, προσπαθώντας να τις φωτίσει. Τα σκυλιά που λιάζονται στις λουσμένες στο φως πισίνες υφαίνουν το μύθο του «Κυνόδοντα» και μας προετοιμάζουν γι αυτόν. 

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Κομμάτια από σκουπίδια σε αρμονία



Το πρώτο συναίσθημα που γεννήθηκε μετά την παρακολούθηση του Trashumpers ήταν ανησυχία. Είναι λογικό, αφού o σκηνοθέτης που έχει την ικανότητα να μεταβάλλει τα χρώματα με τα οποία θες να ζωγραφίσεις τη ζωή με τις ταινίες του, να γίνεται, φιλμ μετά το φιλμ, πιο αφαιρετικός. Δεν γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων αν υπάρχει πιθανότητα καθησυχασμού μπροστά στον κίνδυνο μη αναστρέψιμης αποδόμησης της σκέψης του.  Η συνάντησή σου με το έργο είναι μετωπική σύγκρουση, με άγνωστο απολογισμό, σε ένα συνεχές μεταξύ θυμάτων και ευχαριστιών. Γιατί είναι σίγουρα άβολο να οδηγείσαι σε  μια λεπτομερή περιπλάνηση μέσα στον ελεύθερο συνειρμό του σκηνοθέτη, με μια μικρή μόνο υποψία γραμμικότητας.
Η ταινία γίνεται δύσκολα κατανοητή και δύσκολα ανεκτή. Κοιμάται μέσα σε κομμάτια σου που έχεις ξεχάσει και κάποια στιγμή, αγουροξυπνημένη, αρχίζει να τεντώνεται νωχελικά και να θέτει το μυαλό της σε λειτουργία-και το δικό σου επίσης. Η άμυνα είναι αυθόρμητη, όλοι θέλουμε να μαγειρευτεί, έστω και υποτυπωδώς, το γεύμα που μας προσφέρει ο δημιουργός. Αν δε συμβεί αυτό, το σοκ μας αποκλείει από κάθε διαδικασία εμπλοκής.
Θεματικές όπως η καταστροφή, η δημιουργία, η φτώχια, η παιδικότητα, η βία και η σεξουαλικότητα, γνωστές από τα Gummo, Julien Donkey Boy, αλλά και έμμεσα από το Elephant και το Kids, επανέρχονται. Αλλά, εδώ είναι σαν να έχουμε τα αρνητικά των προηγούμενων φιλμ, που σκέφτηκε ο δημιουργός να ανακυκλώσει και να αξιοποιήσει. Αντί για έφηβους, βλέπουμε ηλικιωμένους να προβαίνουν σε βίαιες πράξεις, οι οποίοι θέλουν και παραδόξως μπορούν να ξαναζήσουν την αναρχία της νιότης τους. Με παγανιστικό τρόπο γεύονται τις χαρές της φύσης, στην κυριολεξία. Γιατί μας προκαλεί τέτοια απέχθεια η συνουσία με ένα δέντρο; Μήπως γεννά ενοχή λόγω της γραφικής απεικόνισης της αιμομικτικής ένωσης με τη μητέρα φύση; Τι σχολιάζεται εδώ; H απεγνωσμένη προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου, ως άλλος Οιδίποδας, να ξαναενωθεί με αυτό που έχει καταστρέψει; H έλλειψη χρονικής λογικής ακολουθίας μπορεί να σημαίνει πως, αν μεταβάλλουμε τη σειρά της διήγησης, οι παππούδες θέλουν να ξαναενωθούν με εκείνη που τους προσέφερε το χώρο να χορεύουν σε ρυθμούς απερίσκεπτου πλεοναστικού βανδαλισμού και –άθελά τους(;) την θανάτωσαν.
Ξαφνικά, εκεί που οι περισσότεροι θεατές έχουν σκάσει στα γέλια με όσα έκτροπα αντικρίζουν, με τεράστια έκπληξη και λίγο πριν ενδώσεις στην παρόρμηση να εκτοξεύσεις κάτι στην οθόνη, πιάνεις τον εαυτό σου να αναγνωρίζει, προς το τέλος, ποίηση. Δεν είναι εύκολο να αποτυπωθεί με λέξεις, αλλά τα ματωμένα παιδικά παπουτσάκια, τα ρυθμικά τραγουδάκια που θρηνούν με αυτοσαρκασμό και οι νυχτερινές λήψεις που προλαβαίνουν να λάμψουν πριν εξαφανιστούν, σου υπενθυμίζουν πως πολλές φορές η δημιουργία δεν έχει ανάγκη την ερμηνεία. Διαισθάνεσαι πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει εδώ, αλλά ίσως δεν είσαι έτοιμος γι αυτό. Ή απλά, εν τέλει, δεν αντέχεις την αποϊδανικοποίηση κάποιου που κάποτε επαναπροσδιόρισε τον τρόπο να εκτιμάς και να αγαπάς ένα φιλμ. 

http://vimeo.com/14177259

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Certified Copy: Η τέχνη μιας απλής στιγμής

           
Η ταινία «Γνήσιο Αντίγραφο» του Abbas Kiarostami μοιάζει να βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με ένα κείμενο στη FAQ της προηγούμενης εβδομάδας, που μιλούσε για τη φυσική ροπή μας να αποφεύγουμε αυτό για το οποίο προοριζόμαστε από τη γέννησή μας: απλά να υπάρχουμε ο ένας κοντά στον άλλο και αυτή η συνύπαρξη να αποτελεί δώρο και όχι την τελευταία εναλλακτική μας.
            Σε αυτό το τόσο…γνήσιο κειμενάκι, συζητούνται οι ανθρώπινες σχέσεις και η ροπή που έχουν οι άνθρωποι να ελκύονται από το περίπλοκο, την εμμονή, αυτό που τους εξαπατά και τους αφήνει γυμνούς και εκτεθειμένους. Ίσως αυτή η στάση να είναι πιο εύκολη, αφού απαιτεί λιγότερη προσωπική δουλειά και τον καθησυχασμό ότι πάντα θα εμπλεκόμαστε σε καταστάσεις που μας πονούν-να και κάτι σταθερό σε μια καθημερινότητα με τόσο ευαίσθητες ισορροπίες. Τέτοιες καταστάσεις, ο ίδιος ο συγγραφέας του κειμένου το υπονοεί, μας βοηθούν πολύ. Στρώνουν το δρόμο προς τη συνειδητοποίηση ότι το απλό μπορεί να είναι το πιο δύσκολο, αλλά αποτελεί το αίτημα κάθε ανθρώπου που έχει αναλωθεί σε επαφές που τελικά αποδεικνύονται ανάξιές του.
Όταν, λοιπόν κάποιος τύχει να διαβάσει το κειμενάκι και μετά παρακολουθήσει και την ταινία, νιώθει πως δίνονται απαντήσεις σε αρκετές ανησυχίες που αναδύονται. Κυρίως…τι είναι γνήσιο και τι όχι;  Η τέχνη και οι σχέσεις χωρίζονται σε πρωτότυπα και υποδεέστερα αντίγραφα ή θα είναι το φίλτρο των ματιών μας εκείνο που θα το αποφασίσει;
Οι πρωταγωνιστές στο «Γνήσιο Αντίγραφο» προσπαθούν, ο καθένας από την πλευρά του, να απαντήσουν. Ουσιαστικά θέτουν το ερώτημα αν η ίδια τους η ύπαρξη είναι γνήσια και αν η προηγούμενή τους ζωή ήταν επίσης. Από την πρώτη στιγμή της συνάντησής τους, σαν να διαβλέπουν και οι δυο ότι ανοίγουν την πόρτα στην ευκαιρία να απαντήσουν. Η έλξη είναι μοιραία και η ψυχική επαφή αιωρείται στην οθόνη και μας αγκαλιάζει.
Οι δυο τους διαφωνούν ριζικά ως προς το κατά πόσο ένα αντίγραφο μπορεί να είναι αντάξιο του αληθινού. Ο συγγραφέας, σε ο,τι αφορά την τέχνη, υποστηρίζει πως η γνησιότητα ενός έργου συλλαμβάνεται και κατοχυρώνεται ακριβώς τη στιγμή που ενώνεται εκείνο με το θεατή. Από το χορό των δύο τους, σώμα με σώμα, γεννιέται κάτι νέο, που έχει διαμορφωθεί και από τους δυο. Η σημασία του δεν είναι δυνατό να αντικειμενικοποιηθεί αλλά σχετίζεται άμεσα με το φιλότεχνο υποκείμενο.
Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στην τέχνη των ανθρώπινων σχέσεων. Στην αρχή της ταινίας, οι δυο πρωταγωνιστές μιλούν για την απλότητα και πως αυτή φαίνεται ό,τι πιο γνήσιο. Ίσως γιατί παραμερίζονται στην άκρη οι αναλύσεις, οι συνεπαγωγές και οι υποθέσεις και αφυπνίζεται το ένστικτο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατό ένας καθημερινός άνθρωπος, βαρετός για άλλους, (ο σύζυγος της αδερφής της πρωταγωνίστριας), να βιώνεται από τη σύζυγό του ως ο,τι πιο γνήσιο εκείνη έχει ζήσει.
Γνήσιο φαίνεται να είναι το απλό, αυτό που δεν αναλύεται, ο αμοιβαίος μαγνητισμός μέσα από την ανταλλαγή δυνάμεων και όχι ξερού λόγου, το να ακουμπάς στον άλλο χωρίς φόβο. Το πιο δύσκολο σε αυτή την εποχή, που ίσως όμως είναι δυνατό να βιωθεί, φτάνει, όπως οι πρωταγωνιστές να έχουν τη διάθεση να ξαναζήσουν όλα τα περασμένα τους, πιο εμπρόθετα παρόντες.
Οι ιδέες αυτές ίσως παραπέμπουν σε μία πολύ εύστοχη φράση στο ντοκυμαντέρ «We dont care about the music anyway», όπου ένας καλλιτέχνης αναφέρει πως η τέχνη δημιουργείται όταν μία ανάμνηση του θεατή συναντιέται με την ανάμνηση του καλλιτέχνη. Έτσι και στην ταινία, οι δυο πρωταγωνιστές, παριστάνοντας το παντρεμένο ζευγάρι, μετά από πρωτοβουλία της γυναίκας και περιπλανώμενοι στην πανέμορφη φύση της Τοσκάνης, βρίσκονται σε έναν οργασμό δημιουργίας. Αναπαράγουν τις αναμνήσεις τους, γνωρίζοντας, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, πως από αυτή την αμοιβαία εκμυστήρευση θα προκύψει κάτι νέο.  Ο ένας ακουμπάει στον άλλον και αποκρυσταλλώνεται στα λόγια και στις πράξεις η κοινή τους ουσία. Όλο αυτό ήταν γνήσιο, γιατί, μεταξύ άλλων, το βίωσαν όσο πιο συνειδητά μπορούσαν. Ίσως να μην ήταν το πιο ελκυστικό, μάλλον τους πόνεσε, όμως με ένα γλυκό πόνο. Πάντως ήταν επιλογή τους.
Και όταν όλα είναι πρωτόγνωρα, όπως στην περίπτωση του μικρού γιού, εκείνος το δηλώνει ρητά, είναι παρών και βλέπει, αν και η μητέρα του ανησυχεί για το αντίθετο. Ούτε η φράντζα του, ούτε η παιχνιδομηχανή τον εμποδίζουν αρχικά να οσφρανθεί και έπειτα να κάνει μια βουτιά στην αίσθηση του ότι ζει, τη δεδομένη στιγμή ένα έργο τέχνης. Για εκείνον, τέχνη μπορεί να είναι το ότι η μητέρα του αρχίζει να ερωτεύεται μια πατρική φιγούρα και να μεταμορφώνεται από πάνω ως κάτω σε δευτερόλεπτα (όντως, οι Κάννες είχαν δίκιο για την Juliette Binoche), ή το άγαλμα στο σιντριβάνι. Η απόσταση που διατηρεί από τη μητέρα του, όταν περπατάνε, για εκείνον ισοδυναμεί  με περιφρούρηση του ζωτικού χώρου, αν και ίσως για τη μητέρα σημαίνει μια ανοιχτή πληγή. Παρακολουθώντας αυτή την εικόνα, ο συγγραφέας την θεώρησε ένα έργο τέχνης και εμπνεύστηκε, μεταξύ άλλων, για τις ιδέες του.
Το παιδί είναι άκαυτο από προηγούμενα πρότυπα-αναμνήσεις των οποίων επιθυμεί  να δημιουργήσει πιστά αντίγραφα. Το γνήσιο είναι μέσα του και συνομιλεί με τις αλήθειες έξω από αυτό. Αντίθετα, η μητέρα έχει απόλυτη ανάγκη τα πιστά αντίγραφα, ώστε να ανακατασκευάσει τα πρωτότυπα, το ίδιο και ο συγγραφέας. Λαμβάνοντας, όπως είπαμε και στην αρχή, τις απαραίτητες αποστάσεις, αρχικά, αμύνονται στην αλήθεια που τους επιτάσσει να την αναδιαμορφώσουν. Τελικά, δημιουργούν τα πιστά αντίγραφά τους και μπορεί αρχικά να τους φαίνεται τόσο άβολο όσο και την ίδια στιγμή φυσικό, αλλά αναβιώνοντας τα πρωτότυπά τους, εξισορροπούν την απόσταση, που, για να είναι ιδανική πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο. Η κυρία στο καφέ το λέει, ότι δεν υπάρχει διαρκές ιδανικό σε όλα αυτά, αλλά ιδανικές στιγμές και μία γνήσια αίσθηση.
Άρα, σαν να αρθρώνουν, ως απάντηση στο αρχικό ερώτημα, ότι το γνήσιο είναι να βιώνεις κάτι διατηρώντας τη διάθεση και σε κάποιες στιγμές την ικανότητά σου να συλλογίζεσαι, την ίδια στιγμή, πάνω σε αυτό. Η απόσταση δεν είναι η μόνη διάσταση που παίζει ρόλο, αλλά και η φορά. Διαφορετικό είναι, εκ μέρους της πρωταγωνίστριας, να σου έχει το αγόρι γυρισμένη την πλάτη, διαφορετικό να αντιμετωπίζεις τον σύντροφό σου κατά μέτωπο και τέλος να είναι δίπλα σου, να αισθάνεσαι στον ώμο του την παρουσία σου χωρίς να σε πιέζει η αφή. Να αφήνεσαι να εκπλαγείς από την τέχνη της στιγμής.


Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Κοντά στον πατέρα...κακή οικογένεια

 Φαίνεται, τόσο ο Λιφσίτς όσο και ο Σαλμένπερα (Κακή Οικογένεια) να κινούνται σε έναν κοινό άξονα. Στον άξονα της γονεϊκής απόρριψης που οδηγεί στην ανεκπλήρωτη επιθυμία για πλησίασμα στο γονιό. Όσο βίαιος είναι ο απογαλακτισμός, άλλο τόσο ακατανίκητη είναι και η ανάγκη για συγχώνευση. Και δεν υπάρχει στενότερη προσέγγιση για ένα βιολογικά ώριμο άτομο στο οποίο δεσπόζει η σεξουαλική ορμή, παρά η αιμομικτική ένωση. Και στις δύο περιπτώσεις με τον πιο κοντινό συγγενή του ίδιου φύλου με τον επιθυμητό γονέα, τον πατέρα. Η πρωταρχική συγχώνευση ικανοποιείται με έναν τρόπο πραγματικό, όσο πραγματική ήταν και η σκληρή αποκοπή.

Κακή οικογένεια

Από τις πιο δυνατές ιστορίες που παρουσιάστηκαν στο φετινό φεστιβάλ κινηματογράφου της Αθήνας, δεν τολμάς να εμπλακείς. Η αλλόκοτη δυναμική της οικογένειας παρασέρνει και προκαλεί. Ένα κομμάτι σου άλλωστε γνωρίζει ότι μία αντίθετη με τους νόμους της φύσης συμπεριφορά μόνο σε μια άλλη ανάλογη αντίδραση μπορεί να οδηγήσει.

Το στόρυ έχει να κάνει με δύο αδέρφια, των οποίων οι γονείς χώρισαν και συναντιούνται για πρώτη φορά στη ζωή τους στην κηδεία της μητέρας τους. Μετά από πλήρη ασυμφωνία των δυο γονιών, ο αμείλικτος και παγιδευμένος στις μνησικακίες του πατέρας δεν αναγνώρισε ποτέ στην κόρη του την ιδιότητα κάθε συγγένειας μαζί του. Την εγκατέλειψε, παίρνοντας μαζί τον μικρό γιο και αφήνοντας μάνα και κόρη με μεγάλα οικονομικά προβλήματα και θέματα εξάρτησης από τη μεριά της μητέρας. Τα δύο αδέρφια ξεριζώθηκαν το καθένα με τον τρόπο του από την οικογενειακή εστία. Ο ένας ήταν ο «τυχερός», σε ένα φαινομενικά ήρεμο κλίμα, με παροχές που επέτρεπαν να αναπτυχθεί το σώμα και το  μυαλό του. Παροχές που τον έκαναν να βρει κοινωνικά αποδεκτές διεξόδους στην υπόκωφα αναβράζουσα επιθετικότητά του. Είναι χαρακτηριστική η πρώτη σκηνή της ταινίας, με την εμπλοκή του γιου στην ευγενή άμιλλα της ξιφασκίας, προάγγελο για την κατοπινή ωμότητα.
Από την άλλη, για το νέο κορίτσι οι παροχές από τη μητέρα του δεν ήταν το ίδιο πλούσιες, σε υλικό και συναισθηματικό επίπεδο. Η δίψα της για εκδίκηση φαίνεται να συνυπάρχει με τη λαχτάρα για προσέγγιση. Ίσως μέχρι να περάσει χρόνο με τον αδερφό της, να μην έχει ακόμη επιλέξει δρόμο. Ο ίδιος της υποδεικνύει πως υπάρχει τρόπος να τα συνδυάσει και τα δυο.
Η σχέση που αναπτύσσουν οι δυο τους καλύπτεται για το θεατή από ένα πέπλο μυστηρίου ως προς τα όριά της σε όλη τη διάρκεια του φιλμ.  Ο πατέρας ανησυχεί και ο πανικός του κλιμακώνεται όταν πιστεύει ότι τα παιδιά του έχουν διαλέξει το πιο δυνατό όπλο για να του υπενθυμίσουν και να ανταποδώσουν τη σκληρότητα και τον εγωκεντρισμό του. Αυτό είναι να του οικειοποιηθούν μία παρα φύσιν σχέση προβάλλοντάς  την ως κάτι για εκείνους φυσικό.
Δεν νιώθει κανείς να υπάρχει καμιά διάθεση επίκρισης του νεαρού ζευγαριού. Ούτε παθολογικοποίησής του. Άλλωστε ανέκαθεν οι συνθήκες και το περιβάλλον γενικότερα ορίζουν το φυσικό και το ξεχωρίζουν από το αφύσικο. Η απόρριψη ενός παιδιού από τον πατέρα του, ένα αφύσικο συναίσθημα, είναι λογικό να πυροδοτήσει αλυσιδωτές συναισθηματικές αντιδράσεις, που στο άκρο τους ενώνονται με μία σειρά άλλων, ώστε να επέλθει ισορροπία. Το βραχιόλι, ή η χειροπέδα που δημιούργησαν τα δύο παιδιά, το πέρασαν στον καρπό του πατέρα, αιώνιο αναμνηστικό της διάθεσής του απέναντί τους.
Κάτι που αφοπλίζει σε αυτή την ταινία είναι η ισορροπία με την οποία ο σκηνοθέτης χειρίζεται τις εικόνες σε συνάρτηση με τις λέξεις. Το φαντασιακό χορεύει μαζί με το συμβολικό ένα χορό πρωτόγονο. Η βιαιότητα των λέξεων του πατέρα για να περιγράψει τις υποτιθέμενες περιπτύξεις τους, αντισταθμίζεται από το σεβασμό της κάμερας στην ιδιωτικότητα της κρεβατοκάμαρας των παιδιών. Ακόμα κι όταν τίποτα το πονηρό δε συμβαίνει προς το παρόν.
Το μαύρο χιούμορ έχει διαποτίσει την ταινία, για να αντισταθμίσει την τραγικότητα του θέματος. Χαρακτηριστική  και με διπλό μήνυμα, η σκηνή που παρακολουθεί ο πατέρας ο,τι κρυφά έχει καταγράψει στη βιντεοκάμερά του από το δωμάτιο των αδελφών. Τα παιδιά του κάνουν πλάκα παριστάνοντας τα φαντάσματα, πιθανότατα των τύψεων που καταδιώκουν τον μαλακό, πολύ προσεκτικά κελυφωμένο πυρήνα της καρδιάς του. Για να προστατευτεί φτάνει να προσλάβει ένα δεσμοφύλακα για να απαγάγει το γιο του και να τον κρατήσει μακριά από τη κόρη. Η οπτική ψυχρολουσία της απελευθέρωσης του γιού είναι ένα ισορροπημένο υβρίδιο φρίκης και αμυντικού χιούμορ.
Τελικά τα παιδιά φεύγουν μαζί. Στην προβολή του φεστιβάλ, η πρωταγωνίστρια ήταν παρούσα και αποκάλυψε πως είχαν γυριστεί τρία εναλλακτικά φινάλε στην ταινία: απεικόνιση της σαρκικής ένωσης των παιδιών, πατέρας, γιος και κόρη να κάθονται παρέα αμίλητοι σε ένα καφέ και το τελικά επελεγμένο, με τον πατέρα αποτρελαμένο και τα παιδιά αμίλητα σε ένα καφέ. Ουσιαστικά κανένα τέλος δε βάζει τελεία, αλλά ανοίγει ένα νέο τραγικό κύκλο, που για τον καθησυχασμό του θεατή ο σκηνοθέτης αποφεύγει να διαπραγματευτεί. Φεύγει κανείς ανακουφισμένος που τελείωσε και με την απαιτούμενη κατανόηση και παραδοχή πως η βία φέρνει βία και η παρέκκλιση από τη φύση δε μένει στείρα επόμενων λοξοδρομήσεων.




 http://www.pahaperhe.fi/
            http://www.youtube.com/watch?v=Rb__BCULv6E

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Κοντά στον πατέρα


       Από δύο ταινίες του Σεμπαστιάν Λιφσίτς (La traversée, Les terres froides) που παρουσιάστηκαν στο 16o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει πώς ένας κινηματογραφιστής, ξεδιπλώνει ένα πιο συμφιλιωμένο εαυτό με την ουσία του. Aποτελούν, οι δυο τους ένα δείγμα από την πρώιμη και πιο ώριμη περίοδο δημιουργίας του σκηνοθέτη, αντίστοιχα, και η σύγκρισή τους αποκαλύπτει καταφανείς διαφορές.
             Ο θεατής μπορεί να παρατηρήσει οτι, προοδευτικά, η ένταση της κοινής των δύο ταινιών θεματικής του χαμένου πατέρα, με τον οποίο ο γιος πασχίζει να συνδεθεί και να βρει το ανάλογό του, απαλύνεται. Στο πιο άγουρο έργο του σκηνοθέτη (Les terres froides), όλα κινούνται σε ένα πραγματικό επίπεδο. Ο πατέρας απορρίπτει και υποτιμά την προσέγγιση του ενήλικου γιου που δεν έχει γνωρίσει ποτέ, αφήνοντας τον να περιπλανιέται μέσα στην ανάγκη του για αγκάλιασμα και για αναζήτηση ομοιοτήτων. Η ερωτική προσέγγιση του ετεροθαλούς αδερφού του γίνεται καταφύγιο και ταυτόχρονα όπλο εκδίκησης. με τη σαρκική ένωση των δύο αδερφών, που  μοιάζουν όσο δύο καρποί από το ίδιο δέντρο, να υλοποιείται. Όταν ο πατέρας το ανακαλύπτει, μέσα στο ίδιο του το σπίτι, θανατώνει ακαριαία τον μισητό του γιο. Το φιλμ ολοκληρώνεται χωρίς καμία επιπλέον εξήγηση, σαν να μην υπάρχει αύριο μετά από αυτό. Όπως μετά από κάθε ύβρη, ο προπέτης τιμωρείται και το δράμα δε λύνεται ποτέ, με μια σύγκρουση εμπνευσμένη (με έναν παράδοξο τρόπο)  από την αρχαία ελληνική τραγωδία.
            Στο «La traversée», αντίθετα, το δράμα έχει δουλευτεί και οδεύει προς τη λύση του. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ, όπου ο σκηνοθέτης ακολουθεί με την κάμερα ένα φίλο του στο πέρασμά του στην άλλη άκρη του κόσμου (από τη Γαλλία στην Αμερική) για να βρει τον πατέρα του. Εδώ, κάθε, μη σύμφωνη με τους νόμους της φύσης ένωση με ο,τι κοντινότερο στην πατρική φιγούρα συμβαίνει σε φαντασιακό μόνο επίπεδο. Εκφραζόμενη δε με λόγια στο μονόλογο του κεντρικού ήρωα, από την αρχή ήδη της ταινίας, συμβολοποιείται, με τα κίνητρα συνειδητά πια χωρίς κόπο. Ξεστομίζει πως θα ήθελε να είχε έναν αδερφό και να κάνει έρωτα μαζί του, αλλά θα το έκανε μόνο και μόνο για να έρθει πιο κοντά στον άγνωστο πατέρα του. 



Σε αυτή την ταινία, ο σκηνοθέτης με ανακούφισή φαίνεται να καλοσωρίζει το happy end, κάτι που ξενίζει, αφού κατά τ’ άλλα πρόκειται για μία-όμορφη-τυπική γαλλική ταινία, με όποια κλισέ μπορεί να συνεπάγεται αυτό.  Ο πατέρας του τον καλοδέχεται πρόθυμος, χωρίς μεγάλα λόγια, για μία ουσιαστική αποκατάσταση της σχέσης τους. Επέρχεται η κάθαρση και η ύπαρξη του γιου ελευθερώνεται από κάθε υποψία ενοχής για την πιθανή αναξιότητά του να καθρεπτιστεί στα μάτια του πατέρα.
Μέσα από αλλεπάλληλες συμβολοποιήσεις, η επιθυμία και το άγχος του σκηνοθέτη επιτεύχθηκε να απωθηθούν ως πιθανότητα. Ποιος ξέρει κατά πόσο είναι αυτοβιογραφική η επαναλαμβανόμενη πονεμένη αυτή ιστορία, ή απλά κάποια άλλη, εξίσου δυσάρεστη, βρίσκεται μεταμφιεσμένη στα σημεία της…Ενδεχομένως, μη λαμβάνοντας υπόψη τα υπόλοιπα φιλμ του δημιουργού, να χάνουμε πολλά από τα κομμάτια του παζλ.

Τρίτη 9 Νοεμβρίου 2010

Το νησί μας (Σκέψεις από το 3ο επεισόδιο)



Αν και το blog αυτό θέλει να ασχολείται κυρίως με ταινίες που εμπνέουν, ίσως αξίζει να αναφερθεί κανείς και σε μια ελληνική σειρά. κάτι που εκπλήσσει τη γράφουσα. Ακούγεται πως όλοι βλέπουν το «Νησί», ακόμα και αρκετοί από τους νεότερους, που έχουν απαρνηθεί την κάποτε αχώριστη σύντροφο των παιδικών τους χρόνων. Φαίνεται σαν αυτή η σειρά να ξυπνά, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κάτι πέρα την απόλαυση, χάρη στην εικαστική αρτιότητα και τα σκοτεινά χρώματα ή την κάθαρση λόγω της συγκινητικής θεματικής. Ίσως  ο έλληνας, επιπλέον,  να  αναγνωρίζει σημεία ταύτισης και το έργο αυτό γίνεται για εκείνον έντονα λυτρωτική συναισθηματική διέξοδος. 




            Σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, παλινδρομούμε ομαδικώς σε πρώιμα στάδια, για να ξαναβρούμε τον τροφό μας, αφού το…Δ.Ν.Τ., (ο μεγάλος Άλλος) μας τον έχει στερήσει. Η κοινωνική σύγκριση μας κάνει να θεωρούμε το διπλανό μας λεπρό, επειδή είναι λιγότερο τυχερός από μας, είτε να νιώθουμε οι ίδιοι λεπροί, σε χειρότερη μοίρα από τον δίπλα. Ίσως ακόμη να νιώθουμε όλοι λεπροί, ως έθνος, σε σύγκριση με τους υπόλοιπους έχοντες.
            Στη σειρά, τα παιδιά είναι εκείνα που επηρεάζονται πιο άμεσα και έντονα από τη βίαιη διχοτόμηση του εξωτερικού πρώτα και ύστερα του εσωτερικού τους κόσμου λόγω του άγνωστου Άλλου, της ασθένειας της λέπρας. Η τροφή, κυριολεκτικά και σε συναισθηματικό επίπεδο,  παύει να παρέχεται με τον τρόπο που είναι απαραίτητος για εκείνα. Ο μικρός, προσαρμοστικός και ευφυής, προσφέρεται και προσφέρει στη νέα του τροφό. Ο ρόλος της, για εκείνον είναι στο μεταίχμιο μιας μεταβολής από  μία μητρική φιγούρα σε μία γυναικεία-συντροφική. «Θα την κάνω γυναίκα μου» θέλει ίσως να πει το παιδί, στην ουσία, με το ένα πόδι στην παιδικότητα και το άλλο στην εφηβεία.
            Η Άννα, η κόρη, ταράζεται βαθιά. Αντιδρά βίαια σε όσους, της υπενθυμίζουν ότι δεν τρέφεται σωστά πια, από εκείνη που έχει ανάγκη, ως πιο ανώριμη συγκριτικά με την αδερφή της. Ο πατέρας, που δεν μπορεί να μαγειρέψει, η ξένη που στην φαντασία της μικρής (ενδεχομένως και στην πραγματικότητα, εξέλιξη όμως απόλυτα λειτουργική και αναμενόμενη, δεδομένης της κατάστασης, απλά σε εκείνη τη φάση άκαιρη) σφετερίζεται τη θέση της μαμάς, ακόμα και το αγόρι στην τάξη που παρεξηγείται, όχι άδικα.
            Αξίζει, να αναφερθεί η σκηνή με το γλυκό του κουταλιού. Προκλητική η Άννα, στην εφηβεία της, διεκδικεί το αγόρι, μάχη που όπως ξέρουμε και από τα προηγούμενα επεισόδια ήδη κερδισμένη υπέρ της. Διεκδικεί όμως, επί της ουσίας, την τροφή. Αν χαθεί έστω και μια μπουκιά αυτό σημαίνει καταστροφή. Άλλωστε, ποιος θα πλύνει το λερωμένο φόρεμα; Απελπισμένη και άκαρπη προσπάθεια στην προσέλκυση της μάνας. Είναι εκείνη η μόνη που μπορεί να χωρέσει το θυμό της, ο οποίος εκτοξεύεται σε κάθε κατεύθυνση. Αλλά εκείνη εξακολουθεί να λείπει.
Μια πλευρά του έλληνα μπορεί να ταυτίζεται με αυτή ακριβώς την πτυχή των εφήβων χαρακτήρων. Μέχρι τώρα υπήρχε ένα κράτος τροφοδότης, σχιζοφρενικό όμως δίνοντας το διπλό μήνυμα του δίνω αλλά δεν έχω, πολύ διαφορετικό από την υγιή και ισορροπημένη Ελένη. Η απουσία του έχει τον ίδιο αντίκτυπο τόσο για την Άννα όσο και για τον έλληνα, γεννά θυμό. Η συνέχεια της σειράς (και της πορείας μας) θα δείξει αν η απουσία αυτή θα οδηγήσει σε διάλυση ή θα έχει ως αποτέλεσμα την ψυχική αναδιάρθρωση και προσαρμογή. 

http://www.megatv.com/tonisi/default.asp?catid=20557#toppage

Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Ο ακαταμάχητα ανάλαφρος πεσιμισμός του Woody Allen

            Ο διάλογος με όσους παρακολούθησαν την τελευταία ταινία του Woody Allen You will meet a tall, dark stranger” οδηγεί σε συμφωνία ως προς το συμπέρασμα ότι, πιθανότατα, ο σκηνοθέτης εδώ συνοψίζει τις κύριες εμμονές/θεματικές του και πολλές από αυτές κατορθώνει να τις επαναπροσδιορίσει και να τις αναπλαισιώσει.
            Σκύβοντας πάνω από τον ψυχισμό του καλλιτέχνη, σαν  να παρακολουθούμε τον ατράνταχτο πεσιμισμό του να ξαλαφρώνει από τα χοντρά παλτά της Νταϊάν Κίτον για να φορέσει πιο ανάλαφρο ένδυμα. Στο τέλος της ταινίας, οι ηλικιωμένοι, σοφοί στην αφέλειά τους πρωταγωνιστές, ξεκουράζονται με ελαφρή ενδυμασία στο βρετανικής προέλευσης παγκάκι. Φαίνεται πως η αποστασιοποίηση από την υπερεμπλοκή και την ομφαλοσκόπηση στη Νέα Υόρκη κάνει καλό στο σκηνοθέτη.


            Από τον τίτλο ακόμη ο θεατής προδιατίθεται πως κάτι θα συμβεί. Το αν αυτό θα είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο πάντα παραμένει ένας ημιτελής συλλογισμός. Αν όμως κάποτε η απάντηση του Woody Allen ήταν λουσμένη στη σκιά, τώρα είναι διαφορετική (κάτι που ήδη είχε αρχίσει να διαφαίνεται με το match point): εξαρτάται από το ποια οπτική γωνία το βλέπεις.
Η επιλογή λοιπόν του σκηνικού από τη μία αποστασιοποιείται εκ νέου, τοποθετώντας τη δράση στο Λονδίνο, από την άλλη αναφέρεται διακριτικά στο νευρωσικό παρελθόν του, ακόμα και μέσα από τις ’70 λεπτομέρειες του διαμερίσματος του κουρασμένου ζευγαριού.
Η προφητεία του μέντιουμ για τον ψηλό μελαχρινό ξένο εκπληρώνεται κατ’ αρχάς σε ένα πραγματικό επίπεδο, για τα κοντινά συγγενικά πρόσωπα της, αρχικά, απελπισμένης ηλικιωμένης πρωταγωνίστριας. Η κόρη της γνωρίζει τον καινούριο της εργοδότη, με ακριβώς την περιγραφόμενη από τον τίτλο εμφάνιση (ψηλός, μελαψός). Αυτός παραμένει ξένος, αφού η ηρωίδα δεν κατορθώνει να τον προσεγγίσει. Το ίδιο συμβαίνει και στον συγγραφέα με την ψηλή μελαχρινή μούσα του, αλλά και στον πρώην, πια σύζυγό της, που γνωρίζει κι αυτός μια ψηλή ξένη, με πολύ σκούρο-σκοτεινό παρελθόν. Το πραγματικό αυτό επίπεδο τη υλοποίησης της προφητείας είναι ενδεικτικό και από την περισσότερο ή λιγότερο άμεση σύνδεση των εν λόγω ξένων με την επαγγελματική επιτυχία και οικονομική ασφάλεια των ηρώων, η οποία δε φαίνεται, παρά τις προσδοκίες τους , τελικά να επιτυγχάνεται ή να διατηρείται..
Φαίνεται πως η λύση που δίνει ο Woody Allen για κάθε μια από τις υποϊστορίες ποικίλλει. Για τη γυναικεία φιγούρα η προφητεία δεν έχει αίσια κατάληξη, κάτι που δε συμβαίνει με τις δυο αντρικές, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση. Κατακτούν το αντικείμενο του πόθου τους, ενώ ο γηραιότερος επιτυγχάνει  έναν ακόμη στόχο,δηλαδή να αναπληρώσει τον αρσενικό διάδοχο που είχε χάσει. Ένα βήμα προς την πολυπόθητη σε αυτή την κρίσιμη ηλικία αθανασία που μέσω γυμναστηρίου πάσχιζε να κερδίσει και που  η πρώην γυναίκα του, με την πίστη της στη μετενσάρκωση, προσέγγισε ομολογουμένως πιο αναίμακτα.
Η περίπτωση του συγγραφέα φαίνεται να έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον ήρωα του Match Point. Κερδίζει όσα είχε στοχεύσει, αφού το μπαλάκι έπεσε στη δική του πλευρά και με τη γυναίκα που επιθύμησε αλλά και με το μυθιστόρημα που σφετερίστηκε. Μοιράζεται, ωστόσο, την ίδια αποπροσωποποιημένη κατάσταση  με τον πρώτο ήρωα και προκαλεί το ίδιο συναίσθημα.
Αλλά και για το χαρακτήρα του Άντονυ Χόπκινς ακόμα, το μπαλάκι της πατρότητας του δεν έχει διαλέξει ακόμη πλευρά. Παρενθετικά, ας σημειωθεί πως εντυπωσιάζει η προσωπική δουλειά του Allen πάνω στη θεματική του ώριμου ηλικιακά άντρα, παθιασμένου με μια πολύ μικρότερή του κοπέλα. Στις περισσότερες ταινίες του, πρόκειται για μια εξιδανικευμένη, λαχταριστή όσο και αγνή παιδούλα. Τώρα παρουσιάζεται  μια καρικατούρα, ίσως στην προσπάθειά του να ελέγξει την περιγραφή αυτού του πάθους, παραπαίοντας ανάμεσα στο δίπολο πόρνης και αγίας ως προς τη θεώρηση της νεαρής γυναίκας.
Η ηλικιωμένη πρωταγωνίστρια διαφέρει από τους γύρω της στο εξής: έχει πίστη που απορρέει από το πάθος της για ζωή, χωρίς να αποφεύγει να περπατάει χέρι χέρι με την εξάρτησή της από το αλκοόλ, μια τόσο ανθρώπινη αδυναμία που αποκαλύπτει την ανάγκη της ταυτόχρονα να ρουφήξει τη ζωή της και να μεθύσει από αυτή. Δεν είναι τυχαίο που η κόρη της, όταν όλα διαλύονται γύρω της καταφεύγει κι εκείνη στο αλκοόλ. Όχι πως και οι υπόλοιποι ήρωες δεν είχαν πίστη. Είχαν στον εαυτό τους, σε ένα επιφανειακό όμως επίπεδο. Πιθανότατα επρόκειτο όμως για μια προσπάθεια υπεραναπλήρωσης ενός βαθύτατου αισθήματος προσωπικής ανεπάρκειας.
Η γιαγιούλα λοιπόν τόλμησε να πιστέψει σε κάτι έξω από αυτή: το μεταφυσικό που κάποιοι θα ονόμαζαν Θεό. Ουσιαστικά και πάλι πρόκειται για τον εαυτό της, επενδυμένο όμως με τη  μαγική ιδιότητα να μένει ως ενέργεια, αναλλοίωτος στο πέρασμα του χρόνου. Έτσι αψηφά το μεγαλύτερο φόβο, σε τελική ανάλυση, όλων τους, το θάνατο. Η ίσως πιο αστεία ατάκα της ταινίας, πως όλοι θα συναντήσουμε τελικά έναν ψηλό, σκοτεινό ξένο, που θα μας μεταφέρει με τη βάρκα του στον Κάτω Κόσμο, αναφέρεται ακριβώς σε αυτό το φόβο.
Ενδεικτικό, άλλωστε,  είναι πως για την ηλικιωμένη γυναίκα, το εισιτήριο για τον έρωτα με όλες τις αυταπάτες που τον συνοδεύουν ήταν ντυμένο με  τον μανδύα του θανάτου. Για εκείνη,  φαινομενικά τουλάχιστον, το μπαλάκι έπεσε από τη μεριά της. Σίγουρα ο έρωτάς της δε θα είναι απόλυτος (ο παππούς αγαπά ακόμη τη νεκρή σύζυγο), αλλά ούτε και ανεκπλήρωτος. Από τη βικτωριανή εποχή και την –αμφισβητούμενη -γαλλική φινέτσα, καταλήγει στη Ζαν ντ’ Αρκ, ταυτιζόμενη με την εκκεντρική Αγία. Το πολυπόθητο happy (;) end αποζημιώνει το θεατή για τα έντονα προηγούμενα συναισθήματα αβοήθητου μπροστά στο αίνιγμα του έρωτα. 

Φαίνεται λοιπόν, πως ο Woody Allen, μέσα από αλλεπάλληλες επανορθωτικές επαναλήψεις της νεύρωσής του καταφεύγει στο ανοίκειο και το μαγικό, για να προχωρήσει, ταυτιζόμενος μέσα από την κεντρική ηρωίδα ακριβώς με αυτό: τη γυναίκα, terra incognita, μαγική και απόμακρη, αλλά πια για εκείνον λίγο πιο προσβάσιμη. Αυτή είναι για εκείνον η θεόρατη, μυστηριώδης ξένη που θέλει και αρχίζει να συναντά. 

Διαβάσατε περισσότερο