Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Harmony Korine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Harmony Korine. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

They glow in the dark



Με avant-garde δείγματα γραφής που δημιουργούν κάτι παραπάνω από υψηλές προσδοκίες (Σενάριο στα “Στρέλλα”, “Αληθινή ζωή”), ο Παναγιώτης Ευαγγελίδης υπογράφει ένα ποιητικό ντοκυμαντέρ για τον Jim και τον Μikal, δύο ανθρώπους που κινούνται σαν ένας, συν-κινώντας και εμάς, πιστούς όμως, την ίδια στιγμή, στο πεπρωμένο της προσωπικής τους μοναξιάς. Αν ο ένας είναι το σκοτάδι, ο άλλος γίνεται η φωτεινή του επιγραφή.

Οι σχέσεις μπορούν να λάβουν πολλά πρόσωπα, όταν όμως τις διατρέχει η αγάπη, η ταμπέλα πάνω τους είναι περιττή. Με φώτα-οδηγούς ανάμεσά τους μία ασθένεια, ένα χαμένο έρωτα και μία δύσκολη μποέμ καθημερινότητα, οι δυο ιδιαίτεροι αυτοί άνθρωποι μοιράζονται καθημερινά (με όσες σημασίες μπορεί να λάβει η λέξη αυτή).
Ένα ποίημα που ακολουθεί υπόγειες οδούς και ρυάκια υγρά για να ελαχιστοποιήσει την απόσταση μεταξύ Νέας Ορλεάνης και Ohio, όπου έχει την έδρα της μία σαφής αισθητική αναφορά του δημιουργού - εσκεμμένη ή όχι, ελάχιστη σημασία έχει- το αριστουργηματικό Gummo του Harmony Korine. Στην ενήλικη ζωή αλλά με παιδικότητα, οι δύο στη δύση τους άντρες παραμερίζουν τις κουρτίνες από ξύλινη πέρλα που τους χωρίζουν από τα παιδιά που κατοικούν στην κωμόπολη του τσακισμένου από τον τυφώνα Ohio. Χαρίζουν τα κουκλάκια που δημιουργούν, για να αισθανθούν τα ομογάλακτά τους παιδιά το δρόμο για τη συντροφικότητα. Το μέσα τους αναφωνεί:
"Κοίτα, λάμπουν στο σκοτάδι!" Δεν έχει καμία σημασία τι είναι αυτό που λάμπει. Το μόνο που μετρά είναι οτι τα μάτια τους μπορούν, ακόμα, να το δουν.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Εφηβεία: Στο Λυκόφως του Τιτανικού και στα Υπόγεια του Indie





Ένας έφηβος από το  ακαταπόντιστο ανεβαίνει πάνω σε έναν ελέφαντα, μετά απογειώνεται με ταχύτητα για να φτάσει να κάνει skate στην Times Square και να χορέψει σε ένα γάμο απρόσκλητος...Το ταξίδι της αναπαράστασης της εφηβείας από τα '90 έως σήμερα...



Ψυχογραφήματα






Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Wasted Youth Saved Indie



Με το Wasted Youth φαίνεται καθαρά πως o ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος, με επίκεντρο την εφηβεία, έχει γίνει για μας πιο επίκαιρος από ποτέ. Το μοτίβο είναι πια κλασικό. Μία…σκυλίσια καυτή μέρα από τη ζωή ενός έφηβου (το Hundstage δικαιώνεται ως άξιο αναφοράς), που εμφανίζεται επί της ουσίας μόνος, χωρίς την παρουσία γονέων, πειραματίζεται φυσιολογικά με τα πάντα και ο δρόμος του τον οδηγεί σε μια καταστροφή. 
Την προηγούμενη χρονιά επιχειρήσαμε να επαναστατήσουμε χωρίς προσανατολισμό αλλά με αιτία. Και αναπόφευκτα οι προβολείς πότισαν τα χλωμά ή σκουρόχρωμα πρόσωπα των οικοδεσποτών της πλατείας, πάνω στα σκεϊτμπορντ.
Χωρίς να είναι έτοιμοι ακόμη να το διατυπώσουν , οι έφηβοι οσφραίνονται την αδικία σε ο,τι έρχεται και σε ο,τι τους έχει ήδη συμβεί. Τι κι αν εκεί μακριά  κάνουν λίγο περισσότερα τσιγάρα, ή η στεγνή απεικόνιση του σεξ τους είναι πιο οικεία; Επιτέλους, τα παιδιά του Gus Van Sant μαθαίνουν ελληνικά. Άλλωστε κι εκείνα μέσα στην εκεί κρίση αναπτύχθηκαν. Ο Ελέφαντας που οδήγησαν οι έφηβοι αυτοί έλιωσε συνομηλίκους και γονείς. Έγινε θύτης που εξαργυρώνει τη θυματοποίηση από την απουσία των γονιών. Δεν είναι πουθενά για να θέσουν όρια.
Η έμπνευση προέρχεται, και στις δύο περιπτώσεις, από γεγονότα που ανατρίχιασαν την κοινή γνώμη και εγκαινίασαν θλιβερές επετείους. Είτε μιλάμε για τον Ερικ Χάρις και τον Ντύλαν Κλεμπόλντ, είτε για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, οι έφηβοι κάνουν τα σώματά τους καμβάδες για να χρωματιστεί η κοινωνική έκπτωση.
Οι δικοί μας γονείς, δεν αντέχουν να μην υπάρχουν. Δεν μπορούν να μην αγαπούν. Το όριο έχει χαθεί. Πανταχού παρόντες και υπερπροστατευτικοί,  τελικά αντίθετοι με την υγιή γονεϊκή λειτουργία που μαθαίνει στα παιδιά να ζουν χωρίς αυτούς. Ο ήχος του πυροβολισμού είναι η κραυγή των γονέων που έχουν κουραστεί να αγαπούν με τον μάταιο τρόπο αυτό. Ο αστυνομικός-μεταφορά του πατρικού νόμου, που πάτησε τη σκανδάλη, έκανε πράξη αυτή την, υπαγορευμένη από τις συνθήκες, παθητική επιθετικότητά τους.


Η ευημερούσα εφηβεία της γενιάς του ’90 έκρυβε στα σπλάχνα της μια άλλη, σκοτεινή και πιο φτωχή, με τα Βόρεια να βρίσκουν καταφύγιο στο Σύνταγμα. Το ρόλο της μάνας τον παίζει μια πόλη που τους μαθαίνει να μοιράζονται ένα σουβλάκι. Ο πρωταγωνιστής πιπιλίζει από ένα ψυγείο γάλα και νοσταλγεί την εποχή που η πηγή ήταν ζεστή. Οργώνει με το σκειτμπορντ μια στείρα μητρική πισίνα. Ο πατέρας του έχει ήδη δώσει την ευθύνη του νόμου της ζωής του, χωρίς να του διδάξει πώς να τη διαχειριστεί. Του νόμου που χαστουκίζει, μήπως και από τον κρότο ξεπηδήσει μία κλωστή για να περιφράξει την ορμή και να προσφέρει το όριο. Και η μητέρα σε ανάγκη, γλυκιά αλλά ανήμπορη, απούσα επίσης.
Η μεγαλύτερη αξία της ταινίας ίσως δεν συνίσταται στην πρωτοτυπία ή στην αρτιότερη υλοποίηση της ιδέας. Το πιο σημαντικό είναι ότι αναδεικνύει τον αναβρασμό που δημιουργεί η κοινωνική προς-τριβή που οδηγεί σε θερμότητα «που τρελαίνει τους ανθρώπους» όπως ακούγεται από την αγαπημένα οικεία Θέμιδα Μπαζάκα. Η ταινία αποτελεί ένα χωνευτήρι ήδη κλασικών επιρροών: Gus van Sant, Harmony Korine, Larry Clark, αλλά και κάτι από Gaspar Noe στους ρυθμούς.
Το κοινό εξοικειώνεται με ένα ύφος τόσο ταιριαστό στην εποχή, low Budget, ανεξάρτητο και, στις απαρχές του τουλάχιστον, αυθεντικό (ίσως ο Larry Clark το παράκανε στις τελευταίες του ταινίες με την άσκηση ύφους) με υπόκρουση κιθάρας και της ρόδας τους σκειτ στη φιλόξενη άσφαλτο. Έννοιες όπως δημόσιο, βόλεμα, κρίση, βία, υλική επίδειξη (πανέξυπνη η σκηνή του γάμου), εμβληματικά σημεία που στριφογυρνάν πάνω από τα κεφάλια μας σε συζητήσεις τη μόδας συμπυκνώνονται ποιητικά στο φιλμ. Και κυρίως η έννοια της παιδικότητας, λέξη κλειδί για την εποχή μας και την «παθούσα» γενιά της παρατεταμένης μετεφηβείας.

Το Wasted Youth στο Move it


Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

Κομμάτια από σκουπίδια σε αρμονία



Το πρώτο συναίσθημα που γεννήθηκε μετά την παρακολούθηση του Trashumpers ήταν ανησυχία. Είναι λογικό, αφού o σκηνοθέτης που έχει την ικανότητα να μεταβάλλει τα χρώματα με τα οποία θες να ζωγραφίσεις τη ζωή με τις ταινίες του, να γίνεται, φιλμ μετά το φιλμ, πιο αφαιρετικός. Δεν γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων αν υπάρχει πιθανότητα καθησυχασμού μπροστά στον κίνδυνο μη αναστρέψιμης αποδόμησης της σκέψης του.  Η συνάντησή σου με το έργο είναι μετωπική σύγκρουση, με άγνωστο απολογισμό, σε ένα συνεχές μεταξύ θυμάτων και ευχαριστιών. Γιατί είναι σίγουρα άβολο να οδηγείσαι σε  μια λεπτομερή περιπλάνηση μέσα στον ελεύθερο συνειρμό του σκηνοθέτη, με μια μικρή μόνο υποψία γραμμικότητας.
Η ταινία γίνεται δύσκολα κατανοητή και δύσκολα ανεκτή. Κοιμάται μέσα σε κομμάτια σου που έχεις ξεχάσει και κάποια στιγμή, αγουροξυπνημένη, αρχίζει να τεντώνεται νωχελικά και να θέτει το μυαλό της σε λειτουργία-και το δικό σου επίσης. Η άμυνα είναι αυθόρμητη, όλοι θέλουμε να μαγειρευτεί, έστω και υποτυπωδώς, το γεύμα που μας προσφέρει ο δημιουργός. Αν δε συμβεί αυτό, το σοκ μας αποκλείει από κάθε διαδικασία εμπλοκής.
Θεματικές όπως η καταστροφή, η δημιουργία, η φτώχια, η παιδικότητα, η βία και η σεξουαλικότητα, γνωστές από τα Gummo, Julien Donkey Boy, αλλά και έμμεσα από το Elephant και το Kids, επανέρχονται. Αλλά, εδώ είναι σαν να έχουμε τα αρνητικά των προηγούμενων φιλμ, που σκέφτηκε ο δημιουργός να ανακυκλώσει και να αξιοποιήσει. Αντί για έφηβους, βλέπουμε ηλικιωμένους να προβαίνουν σε βίαιες πράξεις, οι οποίοι θέλουν και παραδόξως μπορούν να ξαναζήσουν την αναρχία της νιότης τους. Με παγανιστικό τρόπο γεύονται τις χαρές της φύσης, στην κυριολεξία. Γιατί μας προκαλεί τέτοια απέχθεια η συνουσία με ένα δέντρο; Μήπως γεννά ενοχή λόγω της γραφικής απεικόνισης της αιμομικτικής ένωσης με τη μητέρα φύση; Τι σχολιάζεται εδώ; H απεγνωσμένη προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου, ως άλλος Οιδίποδας, να ξαναενωθεί με αυτό που έχει καταστρέψει; H έλλειψη χρονικής λογικής ακολουθίας μπορεί να σημαίνει πως, αν μεταβάλλουμε τη σειρά της διήγησης, οι παππούδες θέλουν να ξαναενωθούν με εκείνη που τους προσέφερε το χώρο να χορεύουν σε ρυθμούς απερίσκεπτου πλεοναστικού βανδαλισμού και –άθελά τους(;) την θανάτωσαν.
Ξαφνικά, εκεί που οι περισσότεροι θεατές έχουν σκάσει στα γέλια με όσα έκτροπα αντικρίζουν, με τεράστια έκπληξη και λίγο πριν ενδώσεις στην παρόρμηση να εκτοξεύσεις κάτι στην οθόνη, πιάνεις τον εαυτό σου να αναγνωρίζει, προς το τέλος, ποίηση. Δεν είναι εύκολο να αποτυπωθεί με λέξεις, αλλά τα ματωμένα παιδικά παπουτσάκια, τα ρυθμικά τραγουδάκια που θρηνούν με αυτοσαρκασμό και οι νυχτερινές λήψεις που προλαβαίνουν να λάμψουν πριν εξαφανιστούν, σου υπενθυμίζουν πως πολλές φορές η δημιουργία δεν έχει ανάγκη την ερμηνεία. Διαισθάνεσαι πως κάτι σπουδαίο συμβαίνει εδώ, αλλά ίσως δεν είσαι έτοιμος γι αυτό. Ή απλά, εν τέλει, δεν αντέχεις την αποϊδανικοποίηση κάποιου που κάποτε επαναπροσδιόρισε τον τρόπο να εκτιμάς και να αγαπάς ένα φιλμ. 

http://vimeo.com/14177259

Διαβάσατε περισσότερο