Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνικός κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Άδικος Κόσμος: Η ηθική του να πέφτεις από το ίδιο σου το βάρος





Είναι άραγε άδικο, ή, όπως αναρωτιέται η ταινία, μη ηθικό, να πέφτει κανείς απλώς από το ίδιο του το βάρος, αγνοώντας ο,τι και όποιον τον σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση;
Ίσως η ποίηση να μπορεί να χωράει στους τέσσερις τοίχους ενός αστυνομικού τμήματος, αν είναι βαμμένοι πράσινοι. Ακινησία, νεκρική σιγή, στεγνή κλινική της ηθικής, οι λέξεις μόνο με ειρωνεία χρωματισμένες και σταματημένος χρόνος, αφήνουν χώρο στην εικόνα, δημιουργώντας σκηνές αφαιρετικής ποίησης.
Δύο άνθρωποι που κινούνται άτακτα στο ηθικό δίπολο καθαρός-βρώμικος, ανάμεσα στις ζωογόνες εξαρτήσεις και εμμονές τους, προσεκτικά τακτοποιημένες. Ένα τσιγάρο που ακροβατεί συνομιλεί με έναν πύργο από ποτήρια. Δύο άνθρωποι, νεκροί έτοιμοι να ξυπνήσουν, που η τύχη τους ενώνει και τους χωρίζει.
Η γόνιμη διασταύρωσή τους μοιάζει, προς το παρόν, αδύνατη, αφού εκείνος έχει ένα μοναδικό σύστημα ηθικής, με καθολική πίστη στον υγιή πυρήνα κάθε ανθρώπου, ενώ εκείνη είναι στην αρχή του να χτίσει κάτι αντίστοιχο, ξεκινώντας όμως από τον αντίθετο πόλο: την παντελή έλλειψη του άλλου ως κομμάτι της ηθικής της. Το όλο και το τίποτα ενώνονται, και προκύπτει κάτι με προοπτική, ένα τοπίο με τα χρώματα και των δύο, που ίσως κάποτε κοιτάξουν μαζί, ώστε τελικά να κοιταχτούν στα μάτια, ως άνθρωποι.
Οι συνδέσεις με το τι είναι ηθικό και τι όχι στην κοινωνία, συγκριτικά με την ψυχική ζωή ενός ανθρώπου που επιθυμεί να είναι ελεύθερος, προκύπτουν αβίαστα στο χώρο που προσφέρει η κινηματογραφική γλώσσα και οι απέριττες ερμηνείες, ενώ η νοσταλγία κάποιου πράγματος που κάποτε ίσως να ήταν γεμάτο και τώρα πια είναι άδειο είναι απλωμένη σε κάθε πλάνο. 

Τελικά, χτίζεται μία κοινή προσωπική ηθική και για τους δυο ανθρώπους, που ανοίγει την αισιόδοξη προοπτική της ελευθερίας του να είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και αυτό να σου προσφέρει την ασφάλεια της επιλογής του να είσαι δίκαιος απέναντι στον εαυτό σου. Να πέφτεις με το ίδιο σου το βάρος και να μη ντρέπεσαι να αφήσεις κάποιον άλλον να το δει.



 Moveit

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Εφηβεία: Στο Λυκόφως του Τιτανικού και στα Υπόγεια του Indie





Ένας έφηβος από το  ακαταπόντιστο ανεβαίνει πάνω σε έναν ελέφαντα, μετά απογειώνεται με ταχύτητα για να φτάσει να κάνει skate στην Times Square και να χορέψει σε ένα γάμο απρόσκλητος...Το ταξίδι της αναπαράστασης της εφηβείας από τα '90 έως σήμερα...



Ψυχογραφήματα






Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Wasted Youth Saved Indie



Με το Wasted Youth φαίνεται καθαρά πως o ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος, με επίκεντρο την εφηβεία, έχει γίνει για μας πιο επίκαιρος από ποτέ. Το μοτίβο είναι πια κλασικό. Μία…σκυλίσια καυτή μέρα από τη ζωή ενός έφηβου (το Hundstage δικαιώνεται ως άξιο αναφοράς), που εμφανίζεται επί της ουσίας μόνος, χωρίς την παρουσία γονέων, πειραματίζεται φυσιολογικά με τα πάντα και ο δρόμος του τον οδηγεί σε μια καταστροφή. 
Την προηγούμενη χρονιά επιχειρήσαμε να επαναστατήσουμε χωρίς προσανατολισμό αλλά με αιτία. Και αναπόφευκτα οι προβολείς πότισαν τα χλωμά ή σκουρόχρωμα πρόσωπα των οικοδεσποτών της πλατείας, πάνω στα σκεϊτμπορντ.
Χωρίς να είναι έτοιμοι ακόμη να το διατυπώσουν , οι έφηβοι οσφραίνονται την αδικία σε ο,τι έρχεται και σε ο,τι τους έχει ήδη συμβεί. Τι κι αν εκεί μακριά  κάνουν λίγο περισσότερα τσιγάρα, ή η στεγνή απεικόνιση του σεξ τους είναι πιο οικεία; Επιτέλους, τα παιδιά του Gus Van Sant μαθαίνουν ελληνικά. Άλλωστε κι εκείνα μέσα στην εκεί κρίση αναπτύχθηκαν. Ο Ελέφαντας που οδήγησαν οι έφηβοι αυτοί έλιωσε συνομηλίκους και γονείς. Έγινε θύτης που εξαργυρώνει τη θυματοποίηση από την απουσία των γονιών. Δεν είναι πουθενά για να θέσουν όρια.
Η έμπνευση προέρχεται, και στις δύο περιπτώσεις, από γεγονότα που ανατρίχιασαν την κοινή γνώμη και εγκαινίασαν θλιβερές επετείους. Είτε μιλάμε για τον Ερικ Χάρις και τον Ντύλαν Κλεμπόλντ, είτε για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, οι έφηβοι κάνουν τα σώματά τους καμβάδες για να χρωματιστεί η κοινωνική έκπτωση.
Οι δικοί μας γονείς, δεν αντέχουν να μην υπάρχουν. Δεν μπορούν να μην αγαπούν. Το όριο έχει χαθεί. Πανταχού παρόντες και υπερπροστατευτικοί,  τελικά αντίθετοι με την υγιή γονεϊκή λειτουργία που μαθαίνει στα παιδιά να ζουν χωρίς αυτούς. Ο ήχος του πυροβολισμού είναι η κραυγή των γονέων που έχουν κουραστεί να αγαπούν με τον μάταιο τρόπο αυτό. Ο αστυνομικός-μεταφορά του πατρικού νόμου, που πάτησε τη σκανδάλη, έκανε πράξη αυτή την, υπαγορευμένη από τις συνθήκες, παθητική επιθετικότητά τους.


Η ευημερούσα εφηβεία της γενιάς του ’90 έκρυβε στα σπλάχνα της μια άλλη, σκοτεινή και πιο φτωχή, με τα Βόρεια να βρίσκουν καταφύγιο στο Σύνταγμα. Το ρόλο της μάνας τον παίζει μια πόλη που τους μαθαίνει να μοιράζονται ένα σουβλάκι. Ο πρωταγωνιστής πιπιλίζει από ένα ψυγείο γάλα και νοσταλγεί την εποχή που η πηγή ήταν ζεστή. Οργώνει με το σκειτμπορντ μια στείρα μητρική πισίνα. Ο πατέρας του έχει ήδη δώσει την ευθύνη του νόμου της ζωής του, χωρίς να του διδάξει πώς να τη διαχειριστεί. Του νόμου που χαστουκίζει, μήπως και από τον κρότο ξεπηδήσει μία κλωστή για να περιφράξει την ορμή και να προσφέρει το όριο. Και η μητέρα σε ανάγκη, γλυκιά αλλά ανήμπορη, απούσα επίσης.
Η μεγαλύτερη αξία της ταινίας ίσως δεν συνίσταται στην πρωτοτυπία ή στην αρτιότερη υλοποίηση της ιδέας. Το πιο σημαντικό είναι ότι αναδεικνύει τον αναβρασμό που δημιουργεί η κοινωνική προς-τριβή που οδηγεί σε θερμότητα «που τρελαίνει τους ανθρώπους» όπως ακούγεται από την αγαπημένα οικεία Θέμιδα Μπαζάκα. Η ταινία αποτελεί ένα χωνευτήρι ήδη κλασικών επιρροών: Gus van Sant, Harmony Korine, Larry Clark, αλλά και κάτι από Gaspar Noe στους ρυθμούς.
Το κοινό εξοικειώνεται με ένα ύφος τόσο ταιριαστό στην εποχή, low Budget, ανεξάρτητο και, στις απαρχές του τουλάχιστον, αυθεντικό (ίσως ο Larry Clark το παράκανε στις τελευταίες του ταινίες με την άσκηση ύφους) με υπόκρουση κιθάρας και της ρόδας τους σκειτ στη φιλόξενη άσφαλτο. Έννοιες όπως δημόσιο, βόλεμα, κρίση, βία, υλική επίδειξη (πανέξυπνη η σκηνή του γάμου), εμβληματικά σημεία που στριφογυρνάν πάνω από τα κεφάλια μας σε συζητήσεις τη μόδας συμπυκνώνονται ποιητικά στο φιλμ. Και κυρίως η έννοια της παιδικότητας, λέξη κλειδί για την εποχή μας και την «παθούσα» γενιά της παρατεταμένης μετεφηβείας.

Το Wasted Youth στο Move it


Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Στρέλλα: Αποδεχόμενοι τα αστέρια που τρεμουλιάζουν…



Το διπλό, θηλυκό και αρσενικό της ανθρώπινης φύσης ξετυλίγεται από τις πιο μικρές χειρονομίες ως τις πιο μεγάλες αποφάσεις. Όλοι φλερτάρουν, αργά ή γρήγορα με την ιδέα, πόσοι όμως εμπεριέχουν τη δύναμη ή την τρέλα να προσεγγίσουν αυτό το δίπτυχο λίγο παραπάνω, χωρίς να φοβούνται να μην τσουρουφλιστούν; Ο σκηνοθέτης της «Στρέλλας», Πάνος Κούτρας, τολμά και δικαιώνεται.
Είναι, καμιά φορά, δύσκολο, για τον "αθώο" θεατή να μυείται, ουσιαστικά, στο ίδιο του το βάθος, μέσα από ένα φιλμ. Εκεί, όλες οι απωθημένες φαντασιώσεις των χαρακτήρων επιστρέφουν βίαια για να κουβαριαστούν και να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα. Μπροστά σε μία τέτοια ενόρμηση-ταμπού, όπως αυτή της αιμομιξίας, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ή να την συνθλίψεις με ένα λοστό, ή να την προφέρεις. Τα σύμβολα μπορεί να φωτίζουν, να χαστουκίζουν ή να παραβιάζουν. Σίγουρα, πάντως, λυτρώνουν…
Με αφορμή μια ανατομία στις σχέσεις γονιού-παιδιού, τα όρια πια τεντώνονται ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει το μη συνηθισμένο, την απόκλιση. Σίγουρα, μας βοηθά να ορίσουμε επακριβώς την ιδιότητα του απέναντι, του διπλανού, αλλά κι εκείνου που αγκαλιάζει με στοργή και δανείζει την ανάσα του. Στον κόσμο μας, όμως, που οι δομές δίνουν χώρο σε νέα μορφώματα, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο, τι μπορεί να ορίσει κανείς; Το όνομα γίνεται κινούμενη άμμος. Πόσο τελικά είναι προσαρμοστικό ένα σταθερό όνομα ή μία ταμπέλα, στην διαρκώς ρευστή αυτή εποχή;
«Ησύχασε, το χειρότερο έχει περάσει, αφού το έχεις ήδη ζήσει». Σαν αυτό να κρύβεται πίσω από το πνιχτό γέλιο της Στρέλλας την ώρα που ξανασυστήνεται  με τον Γιώργο. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν ένα αμοιβαίο τίμημα για τις ενορμήσεις τους, όπως και τελικά έγινε, σύμφωνα με συνέντευξη του σκηνοθέτη. Αφού, όπως ακραία αντιτάχθηκε ο καθένας στην κρυμμένη πτυχή της φύσης του, έτσι ακραία ήταν γραφτό να συμφιλιωθούν μαζί της.
Το ότι το θέμα της ταινίας, παρά την μεγάλη ιδιαιτερότητα του, αγκαλιάζεται από το κοινό αντί να το τρομάξει, αποκαλύπτει ίσως τη σκληραγώγησή μας ως προς το να καταλαβαίνουμε τον άλλο στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Ίσως τελικά ο στόχος αυτού του κόσμου δεν είναι η αλλαγή του άλλου αλλά η αποδοχή.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αποδοχή φαίνεται λέξη κλειδί, αφού όταν ενσαρκωθεί ένας αρχέγονος φόβος, φαίνεται πως ο,τι σου απομένει σε ένα γονιό είναι να εξημερώσει το παιδί του. Να επανορθώσει αγαπώντας το, αμφίσημα,  με όλους τους δυνατούς τρόπους, χωρίς χαρακτηρισμούς. Αυτός ο πατέρας αντί να χρησιμοποιήσει την ανακριτική λάμπα προτίμησε να στολίσει το παιδί του με πολύχρωμες ματιές. Η ερωτική σκηνή είχε την αύρα αποδοχής, κάτι που όντως έγινε στη συνέχεια. Τα σημαίνοντα Κούρος-Κόρη αληλοδιαπλέκονται, η γεωμετρία τους καθησυχάζει τον πατέρα, επιτρέποντάς του να σκεφτεί πως ναι, μπορεί ένα σώμα να εμπεριέξει δύο τάσεις και να είναι αυτός ο τρόπος του να ζει.
Από την, ακόμα ίσως, πεντάχρονη, Στρέλλα, πηγάζει μια ενέργεια, την οποία το παιδί ψάχνει να εναποθέσει, όμως για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, οι δύο γονείς λείπουν. Ο πατέρας της προτιμά να ξεχάσει πως ο θάνατος της γυναίκας του του ξύπνησε έναν ξεχασμένο εαυτό και του αναβίωσε πρωτόγονα άγχη, όπως εκείνο της ένωσης με το δικό του  γονιό. Διχάζεται μπροστά μπροστά στον καλό πατέρα-εραστή, και τον κακό πατέρα-νόμο. Επιθυμεί να ενδοβάλλει, κυριολεκτικά, τον καλό πατέρα, σε μια πράξη που μυρίζει πρωτόγονη έλξη. Η μητέρα της πεθαίνει ξανά και ξανά, αλλά εκείνη τη χρειάζεται, δεν πρόλαβε να μάθει να ζεί χωρίς να την αντικρύζει, έστω και στον καθρέφτη της.  Έτσι,  προσπαθεί να τη δημιουργήσει, παρουσία απαραίτητη στη ζωή της, που της κληρονομεί τον ανυπέρβλητο ναρκισσισμό.
Στο τέλος, ο σκηνοθέτης-παιδί μας δανείζει μέσα απο το view-master του την οπτική του, ώστε να γίνουμε μάρτυρες αυτού που μέσα από δαιδάλους κάθε άνθρωπος επιθυμεί, τη συμφιλίωση με τη φύση του, ασχέτως του τρόπου με τον οποίο κατέληξε σε αυτή, και της φύσης των άλλων. Ίσως όλα να είναι τόσο απλά, και εξέλιξη εσωτερική και κοινωνική να μη σημαίνει τίποτε άλλο από αποδοχή. 


Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Attenberg...Τα άσπρα σπιτάκια που μυρίζουν ελευθερία...




Κάτι γίνεται, κάτι κινείται, η γενιά μας προβληματίζεται, καταβαραθρώνεται και γεννά διαμάντια. Μετά τη σπουδή πάνω στον αιώνιο εγκλεισμό στη μήτρα της ελληνικής οικογένειας από τον Κυνόδοντα, υπάρχει φαίνεται ελπίδα για τον οικογενειακό πυρήνα, ακόμη και αν είναι κάπως διαφορετικός από αυτό που έχουμε συνηθίσει. Είναι σκληρό, αλλά η προσαρμογή στα νέα δεδομένα είναι αναπόφευκτη.
Ο τίτλος αναφέρεται στον επιστήμονα και τα ντοκιμαντέρ που έγιναν-εν μέρει- όχημα ενηλικίωσης για μια κοπέλα που μεγαλώνει με τον πατέρα της. Όλα τα συνοδά συμπτώματα της εποχής μας είναι παρόντα: παρατεταμένη εφηβεία (στα 23 το κορίτσι αρχίζει και αναζητά την ταυτότητά της έξω από το σπίτι), μονογονεϊκή οικογένεια. Τα ντοκιμαντέρ αυτά φαίνεται να έμαθαν στο κορίτσι  τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι προερχόμαστε από τους χιμπαντζήδες, αποδοχή της –ταπεινής-καταγωγής μας. Η ελευθερία να κραυγάσεις και για μια στιγμή να επανέλθεις στην κατάσταση που κάποτε ένιωθες άνετα.
H ατμόσφαιρα είναι κοφτερή σαν Κυνόδοντας, αλλά στο Attenberg της Τσαγγάρη ξετυλίγεται μια αισιόδοξη οπτική. Ο πατέρας δεν είναι παντοδύναμος, αλλά τρωτός, ανθρώπινος. Αντί να οδηγήσει την κόρη του στη μήτρα του πορτμπαγκάζ,  προτιμά να την ωθήσει να οδηγήσει το αμάξι επιλέγοντας εκείνη προορισμό. Αντί να της φορέσει με το ζόρι φτερά αγγέλου, εκείνη βρίσκει την ατομική ελευθερία, ανακαλύπτοντας μόνη της τα φτερά στην πλάτη της.





Οι σκηνές με τις τελετουργικές μάχες και προοδευτική αποδόμηση σημαινόντων (η ραγδαία ανταλλαγή λέξεων) πάνω σε ένα κρεβάτι, φωνάζοντας, είναι ενδεικτικές. Πατέρας και κόρη φτάνουν κατ’ επανάληψη στη  ρίζα του συμπλέγματος και αυτό απωθείται. Δεν είναι μια μεμπτή κατάσταση αλλά ένα δώρο Θεού. Μήπως δε γίνεται κάτι ανάλογο και με τη σεξουαλική επαφή, μόνο που εκεί δεν υπάρχει η ανάγκη της διαμεσολάβησης των συμβόλων, αφού όλα δεν μπορεί να είναι παρά πραγματικά και απτά;
 Η σεξουαλικότητα , όμως για την ηρωίδα,  είναι απλά μια επιλογή. Στον αντίποδα το Κυνόδοντα που δεν υπήρχε καμία δυνατότητα επιλογής, εδώ όλες είναι ανοιχτές και όλες αποδεκτές. Παράλληλα, το κορίτσι έχει αποδεχτεί τη σεξουαλική της ανωριμότητα αλλά είναι πρόθυμη να εξερευνήσει τις εναλλακτικές που έχει στη διάθεσή της. Όπως τα άσπρα σπιτάκια, παρατεταγμένα στη σειρά, η Μαρίνα παρατάσσει σημαίνοντα-λέξεις για να τα βάλει σε τάξη. Αυτή η τάξη είναι ακόμη πιο απαραίτητη με την απουσία της μητέρα. Η απουσία της έκανε εφικτή την πιθανότητα πραγματοποίησης της ασυνείδητης επιθυμίας της να τη σκοτώσει και να πάρει τη θέση της. Η επένδυση της ηρωίδας μας στον πατέρα είναι μαζική αφού μητέρα δεν υπάρχει, για εκείνη αυτός είναι και μάνα και πατέρας. Η σχέση τους, με διαρκή συνομιλία μεταξύ τους απομυθοποιεί τη σεξουαλικότητα στην ενοχική της διάσταση. Τα αιμομικτικά άγχη καυτηριάζονται αφήνοντας τις λέξεις σαν ουλές.  
Υπάρχει η πλευρά της, λοιπόν, που δεν αντέχει τις γυναίκες και εκείνη που τις εξιδανικεύει. Τελικά, προχωρά στην τέχνη της ένωσης της με έναν άντρα, χωρίς λόγια, κάνοντας το σύμπλεγμα τον δυο τους ένα νέο σύμβολο για εκείνη. Για να επενδύσει σε έναν άλλο άντρα, ίσως ο πραγματικός θάνατος του πατέρα να ήταν απαραίτητος εκτός από το συμβολικό. Ο πατέρας, όσο κι αν φαινομενικά προωθεί την ασυδοσία, θέτει ένα σαφέστατο όριο στην παροχή στην κόρη του, τόσο πραγματικά όσο και συμβολικά. Για παράδειγμα, της παραδίδει τρία (μεταβατικά?) αντικείμενα, προσωπικά του, και τέρμα. Όταν, σε μία σκηνή ξανασυστήνονται, τα όρια μεταξύ τους είναι σαφή. Είναι ισότιμοι αλλά αυτός παραμένει ο «μπαμπάς» ή ο κύριος Σπύρος, ποτέ σκέτο Σπύρος.
Αυτός ο πατέρας έχει επιλέξει να μεγαλώσει το παιδί του μακριά από τον, άυλο τουλάχιστον πολιτισμό, αφού ο ίδιος τον έχει απορρίψει και αναδιαμορφώσει. Σε μία χώρα χωρίς βιομηχανική ανάπτυξη επιλέγει μία περιοχή που υπάρχει η διαμεσολάβηση της μηχανής για να μετουσιώσει την πρώτη ύλη σε πολιτισμό. Έτσι διαμεσολαβούν οι λέξεις, για να βάλουν σε τάξη τις ορμές. Με κάθε ευκαιρία, συμβολοποιεί τον ευνουχισμό του, απόλυτο για τον ίδιο, απαράβατο νόμο για την κοπέλα. Για εκείνη είναι ένα ά-σεξουαλικό όν.
            Δε συμβαίνει το ίδιο, ωστόσο, και για τη φιγούρα της φίλης, ως alter ego, της πρωταγωνίστριας, η οποία γεννά ερωτήματα. Καθόλου τυχαίο πως σε μία παρέα μετά το τέλος της ταινίας είναι ο λιγότερο κατανοητός χαρακτήρας. Πρόκειται για μια άχρωμη περσόνα, χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χρησιμεύει, με έναν, πολλές φορές στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, τρόπο, να ωριμάσει η πρωταγωνίστρια. Γι αυτή την ωρίμανση, ο χρόνος που προφέρει η φίλη ως φιγούρα, είναι πολύτιμος για τις πειραματικές ταυτίσεις της. Με τη χρήση της πρόκλησης, η φιγούρα λέει αλήθειες, ψιθυρίζει τους φόβους και τις πιο έντονες ανασφάλειες και τελικά τη λυτρώνει κρατώντας της το χέρι, όταν εκείνη αγγίζει τα ακροδάχτυλα του πατέρα της πριν εκείνο βυθιστεί στο ταξίδι του.
Η -ίσως φανταστική- φίλη της παίρνει τη θέση της μαμάς της, της γυναίκας του μπαμπά της, που η ηρωίδα του την προσφέρει αντί για την ίδια. Στην παραλία, αναπαριστάνοντας την πρωταρχική σκηνή ένωσης των δύο γονιών, ο φροντιστικός πατέρας κλείνει τα μάτια του στο κορίτσι του αποτρέποντας τον τραυματισμό της από την παρακολούθηση.
            Η ιδιαίτερη και πολυσχιδής αυτή ισοτιμία μεταξύ πατέρα και κόρης είναι δυνατό να εκληφθεί ως παρέκκλιση ή παραμέληση. Μια δεύτερη ματιά, ίσως πιο εύστοχη, μπορεί να την εκλάβει ως μία νέα πρόταση οικογενειακού μοντέλου. Μπορεί να υπαγορεύτηκε ακόμα και από την μοναξιά του πατέρα, που ζητά ένα φίλο και τον δημιουργεί στο πρόσωπο της κόρης. Το παιδί βουτάει από μικρό στα βαθιά, για να μπορέσει να επιπλεύσει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Τα καταφέρνει, σκορπίζοντας τα άγχη της μαζί με τις στάχτες του πατέρα και  «les yeux dans les yeux et la main dans la main» με τον άντρα που ήρθε η ώρα να συναντηθεί.  

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Ο Κυνόδοντας πονάει….



Λίγες ταινίες είναι ικανές να προκαλέσουν την αντίδραση που έχει ο θεατής μετά την παρακολούθηση του «Κυνόδοντα». Κατά ένα περίεργο τρόπο, βιώνει κανείς τα ίδια συναισθήματα-ή καλύτερα την ίδια απουσία τους, όπως μετά το τέλος του Funny Games. Γιατί και στον Κυνόδοντα, παρόλο που δεν απεικονίζεται λεπτομερώς, η βία είναι ωμή, αμετάκλητη, διαλυτική για τον πρώτο πυρήνα που παρέχει σε κάθε άνθρωπο την πρωταρχική ασφάλεια: την οικογένεια.
Είτε η βία προέρχεται από έξω, είτε μέσα από την οικογένεια, προκαλεί πάγωμα. Ήδη, έχει διατυπωθεί πλήθος κριτικών για την πρωτότυπη, αντισυμβατική  γραφή της ταινίας, για τη δημιουργία ενός προσωπικού σύμπαντος από το σκηνοθέτη. Ο αντίκτυπος της ταινίας φαίνεται να είναι τόσο έντονος, ακριβώς ίσως επειδή μετά το αρχικό σοκ και το αμυντικό γέλιο που προκαλεί το παράδοξο σκηνικό, κάθε ένας αναγνωρίζει ένα δικό του κομμάτι στις αντιδράσεις των ηρώων και στα, έξω από αυτούς υπαγορευόμενα, απεγνωσμένα συναισθήματά τους.
Δε φαίνεται να έχει νόημα να αναλυθούν οι άμεσα επακόλουθες συγκρίσεις μεταξύ σημερινής ελληνικής κοινωνίας και οικογένειας και της ηλιόλουστης βίλας στα αθηναϊκά προάστια. Η γενιά των 800 ευρώ σίγουρα είναι αμφιθυμική μπροστά στη γλυκερή θαλπωρή που της προσφέρει η οικογένεια, η οποία ποτέ δεν τη θεωρεί αρκετά ώριμη για να γίνει ο πολυπόθητος αποχωρισμός. Όχι μόνο δεν της μιλά για την προφητεία του κυνόδοντα, αλλά ίσως προχωρά σε μαζικές εξαγωγές κοπτήρων, φρονιμιτών, ώστε τα νέα δόντια να μη φυτρώσουν ποτέ. Έτσι τα παιδιά θα έχουν πάντα την ανάγκη να προσλαμβάνουν μασημένη ή από το μπλέντερ τροφή.


Ήταν, έτσι, επόμενο, το μόνο μέλος που ήρθε, έστω και λόγω της απροσεξίας των γονέων, σε επαφή με τον «αληθινό» κόσμο, να οδηγηθεί τελικά στην αυτοκαταστροφή. Γιατί δεν μπορούσε να ξέρει πως η επανάσταση, χωρίς τη γνώση, μόνο εκεί θα μπορούσε να οδηγήσει. Το κορίτσι κλείστηκε, σε εμβρυϊκή στάση, στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα,ένα σχόλιο, ίσως, του σκηνοθέτη για την ανάληψη διττού, παντοδύναμου μητρικού και πατρικού ρόλου από τον πατέρα. Παράλληλα, αποδυναμωμένη εμαφνίζεται η παρουσία της μητρικής φιγούρας στη συγκεκριμένη περίπτωση, κάτι που, αξιοσημείωτα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα της σημερινής οικογένειας όπως την ξέρουμε σήμερα.  Η κόρη επιχείρησε να αναγεννηθεί, καταλήγοντας, μάλλον, στην ασφυξία. Ακόμα και μετά το βήμα να αποδεσμευτεί, τελικά ήταν και πάλι ο πατέρας εκείνος που αποφάσισε για τη μοίρα της.
Φυσικά, είναι δυνατό η ζωή να συνεχίζεται, με μια ακόμη αποκηρυγμένη κόρη, υποκατεστημένη από τη μικρότερη στην αγκαλιά του αδερφού. Που και που, κάποιος από τους δύο θα θυμάται να της πετά ένα-δυο κλεμμένα κομματάκια κέικ.   

Διαβάσατε περισσότερο