Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάνος Κούτρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάνος Κούτρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Xenia

Δύο παιδιά περιθωριοποιημένα και χαρισματικά, που αισθάνονται παντού ξένα, με τα φαντάσματα των γονιών τους να τα καταδιώκουν, ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τις ρίζες τους.
Αυτό το φιλμ προέρχεται από ένα σκηνοθέτη που από ταινία σε ταινία προσφέρει στο κοινό όλο και περισσότερο κάτι πιο ολοκληρωμένο. Η εξέλιξή του δε φαίνεται να σχετίζεται μόνο με τις όλο και πιο μεγάλες δυνατότητες της παραγωγής που έχει στη διάθεσή του, αλλά κυρίως με το προσωπικό ταξίδι του, που φαίνεται πως όσο προχωρά τον κάνει πιο πλούσιο. Αυτό φαίνεται να αποτυπώνεται και στις ταινίες του, όπως συμβαίνει στους ανθρώπους που μεγαλώνουν μαζί με τα δημιουργήματά τους.
Η όλη εντύπωση που αφήνει το φιλμ μετά το τέλος του είναι πως πρόκειται για ένα έπος ενηλικίωσης. Πολλά θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για τις πιθανές ψυχαναλυτικές ερμηνείες των δυναμικών μεταξύ των αδερφών και των γονεϊκών τους φιγούρων, αλλά όπως συμβαίνει με το γνήσιο σινεμά, η ιστορία είναι αυτή που συγκινεί το θεατή. Η τελευταία ως μία αυτόνομη φιλμική πραγματικότητα συμπυκνώνει τις σοφά ισορροπημένες εναλλαγές συναισθημάτων μέσα από το άψογο μοντάζ καθ' ολη τη διάρκεια της ταινίας.


Τα δύο αδέρφια αποτελούν το κορμό ενός κουνελιού που ζει μία μεγάλη “Νύχτα του Κυνηγού” μέσα στο δάσος με τις παρουσίες τους να συνενώνουν τη θηλυκή και την αρσενική φύση τους.Οι δυο τους, ένας ωραία “τρελός” Donnie Darko που αγαπά αγόρια σαν ξένος ως προς αυτά και το αρρενωπό alter ego της Patty Pravo (με ένα δικό της αείμνηστο cameo), προσφέρουν καύσιμο στο κουνέλι αυτό για να σχετιστεί με τα υπόλοιπα ζώα του δάσους και να ανταλλάξει κάτι με το κάθε ένα. Τα υπόλοιπα ζώα ενσαρκώνονται από τους κινηματογραφικά άκρως ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες (από τη μικρή αγαπημένη τραγουδίστρια του ήρωα μέχρι την απόλυτη καλτ μορφή του τραγουδιστή της νύχτας-ερμαφρόδιτη πατρική φιγούρα) και όλοι μαζί ανεβαίνουν σε μία βάρκα, με στοίχημα αυτή να μείνει όρθια μέχρι το τέλος του ταξιδιού.
Το μαγικό σε αυτό το φιλμ είναι ότι βλέπει κανείς κάτι το υπερβατικά σουρεάλ (με ορισμένες σκηνές στα χνάρια του “Μίλα της” του Αλμοδοβάρ) και ταυτόχρονα τραυματικά αληθινό (όπως η σεκάνς της καταδίωξης του αλλοδαπού ήρωα από εθνικιστές που σε κάνει να δακρύζεις από θυμό). Οι κορυφώσεις στο τέλος δικαιώνουν όλα τα συναισθήματα που έχεις βιώσει κατά τη διάρκειά του, κάνοντάς το θεατή να φεύγει χορτασμένος αλλά και με επιπλέον τροφή για σκέψη.
Εδώ, όπως και στη Στρέλλα, το φύλο είναι μόνο μία κοινωνική σύμβαση, με γυναίκες στις οποίες η μητρότητα ξυπνά μόνο όταν έχουν ένα όπλο απέναντί τους και άντρες που ζουν για να συναρμολογούν τον πατέρα του εαυτού τους, επιθυμώντας μάταια ίσως να τον ξαναγνωρίσουν και να αναγνωριστούν από αυτόν.
Τελικά το δάσος που διασχίζει το κουνέλι του φιλμ υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας. Ζει εκεί όπως και πολλά άλλα διαφορετικά ζώα, που μόνο αν τα αφήσει κανείς ελεύθερα για αναπαραγωγή, μπορεί να γεννήσουν τον καινούριο μας εαυτό. Και το Xenia σε προσκαλεί να φιλοξενήσεις αυτό το δάσος. Να το αγαπήσεις σαν ξένο, μία πλευρά του εαυτού σου που δεν έχεις δει ακόμα.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Στρέλλα: Αποδεχόμενοι τα αστέρια που τρεμουλιάζουν…



Το διπλό, θηλυκό και αρσενικό της ανθρώπινης φύσης ξετυλίγεται από τις πιο μικρές χειρονομίες ως τις πιο μεγάλες αποφάσεις. Όλοι φλερτάρουν, αργά ή γρήγορα με την ιδέα, πόσοι όμως εμπεριέχουν τη δύναμη ή την τρέλα να προσεγγίσουν αυτό το δίπτυχο λίγο παραπάνω, χωρίς να φοβούνται να μην τσουρουφλιστούν; Ο σκηνοθέτης της «Στρέλλας», Πάνος Κούτρας, τολμά και δικαιώνεται.
Είναι, καμιά φορά, δύσκολο, για τον "αθώο" θεατή να μυείται, ουσιαστικά, στο ίδιο του το βάθος, μέσα από ένα φιλμ. Εκεί, όλες οι απωθημένες φαντασιώσεις των χαρακτήρων επιστρέφουν βίαια για να κουβαριαστούν και να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα. Μπροστά σε μία τέτοια ενόρμηση-ταμπού, όπως αυτή της αιμομιξίας, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ή να την συνθλίψεις με ένα λοστό, ή να την προφέρεις. Τα σύμβολα μπορεί να φωτίζουν, να χαστουκίζουν ή να παραβιάζουν. Σίγουρα, πάντως, λυτρώνουν…
Με αφορμή μια ανατομία στις σχέσεις γονιού-παιδιού, τα όρια πια τεντώνονται ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει το μη συνηθισμένο, την απόκλιση. Σίγουρα, μας βοηθά να ορίσουμε επακριβώς την ιδιότητα του απέναντι, του διπλανού, αλλά κι εκείνου που αγκαλιάζει με στοργή και δανείζει την ανάσα του. Στον κόσμο μας, όμως, που οι δομές δίνουν χώρο σε νέα μορφώματα, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο, τι μπορεί να ορίσει κανείς; Το όνομα γίνεται κινούμενη άμμος. Πόσο τελικά είναι προσαρμοστικό ένα σταθερό όνομα ή μία ταμπέλα, στην διαρκώς ρευστή αυτή εποχή;
«Ησύχασε, το χειρότερο έχει περάσει, αφού το έχεις ήδη ζήσει». Σαν αυτό να κρύβεται πίσω από το πνιχτό γέλιο της Στρέλλας την ώρα που ξανασυστήνεται  με τον Γιώργο. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν ένα αμοιβαίο τίμημα για τις ενορμήσεις τους, όπως και τελικά έγινε, σύμφωνα με συνέντευξη του σκηνοθέτη. Αφού, όπως ακραία αντιτάχθηκε ο καθένας στην κρυμμένη πτυχή της φύσης του, έτσι ακραία ήταν γραφτό να συμφιλιωθούν μαζί της.
Το ότι το θέμα της ταινίας, παρά την μεγάλη ιδιαιτερότητα του, αγκαλιάζεται από το κοινό αντί να το τρομάξει, αποκαλύπτει ίσως τη σκληραγώγησή μας ως προς το να καταλαβαίνουμε τον άλλο στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Ίσως τελικά ο στόχος αυτού του κόσμου δεν είναι η αλλαγή του άλλου αλλά η αποδοχή.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αποδοχή φαίνεται λέξη κλειδί, αφού όταν ενσαρκωθεί ένας αρχέγονος φόβος, φαίνεται πως ο,τι σου απομένει σε ένα γονιό είναι να εξημερώσει το παιδί του. Να επανορθώσει αγαπώντας το, αμφίσημα,  με όλους τους δυνατούς τρόπους, χωρίς χαρακτηρισμούς. Αυτός ο πατέρας αντί να χρησιμοποιήσει την ανακριτική λάμπα προτίμησε να στολίσει το παιδί του με πολύχρωμες ματιές. Η ερωτική σκηνή είχε την αύρα αποδοχής, κάτι που όντως έγινε στη συνέχεια. Τα σημαίνοντα Κούρος-Κόρη αληλοδιαπλέκονται, η γεωμετρία τους καθησυχάζει τον πατέρα, επιτρέποντάς του να σκεφτεί πως ναι, μπορεί ένα σώμα να εμπεριέξει δύο τάσεις και να είναι αυτός ο τρόπος του να ζει.
Από την, ακόμα ίσως, πεντάχρονη, Στρέλλα, πηγάζει μια ενέργεια, την οποία το παιδί ψάχνει να εναποθέσει, όμως για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, οι δύο γονείς λείπουν. Ο πατέρας της προτιμά να ξεχάσει πως ο θάνατος της γυναίκας του του ξύπνησε έναν ξεχασμένο εαυτό και του αναβίωσε πρωτόγονα άγχη, όπως εκείνο της ένωσης με το δικό του  γονιό. Διχάζεται μπροστά μπροστά στον καλό πατέρα-εραστή, και τον κακό πατέρα-νόμο. Επιθυμεί να ενδοβάλλει, κυριολεκτικά, τον καλό πατέρα, σε μια πράξη που μυρίζει πρωτόγονη έλξη. Η μητέρα της πεθαίνει ξανά και ξανά, αλλά εκείνη τη χρειάζεται, δεν πρόλαβε να μάθει να ζεί χωρίς να την αντικρύζει, έστω και στον καθρέφτη της.  Έτσι,  προσπαθεί να τη δημιουργήσει, παρουσία απαραίτητη στη ζωή της, που της κληρονομεί τον ανυπέρβλητο ναρκισσισμό.
Στο τέλος, ο σκηνοθέτης-παιδί μας δανείζει μέσα απο το view-master του την οπτική του, ώστε να γίνουμε μάρτυρες αυτού που μέσα από δαιδάλους κάθε άνθρωπος επιθυμεί, τη συμφιλίωση με τη φύση του, ασχέτως του τρόπου με τον οποίο κατέληξε σε αυτή, και της φύσης των άλλων. Ίσως όλα να είναι τόσο απλά, και εξέλιξη εσωτερική και κοινωνική να μη σημαίνει τίποτε άλλο από αποδοχή. 


Διαβάσατε περισσότερο