Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Kill your darlings


Another lover hits the universe, the circle is broken” 





Η γέννηση του κινήματος των Beat, με επίκεντρο τον Allain Ginsberg, γραμμένη με το αίμα από ένα φόνο που ένωσε τους κύριους εκπροσώπους του.
 
Γράψιμο χωρίς πάθος και πάθος χωρίς γράψιμο δεν υπάρχουν. Τα μοτίβα και τα κείμενα χορεύουν μέσα στο πρώτο αυτό φιλμ του John Krokidas, ποτισμένο από τους κύκλους της ζωής που διακόπτονται και επανεκκινούν μετά από καταστροφές. Με παρόμοιο τρόπο, κυκλική, είναι και η αφήγηση. Το μοντάζ, στα γρήγορά του είναι καταιγιστικό και υποβλητικό, όμως σε πιο έντονες συναισθηματικά στιγμές δεν αφήνει να αφεθείς χρονικά και λείπει μερικές φορές λίγος χρόνος αφομοίωσης των πληροφοριών. Η κινηματογράφηση και η φωτογραφία εντοιχίζουν τους ήρωες στα κτήρια και τα τοπία, αφού τίποτε άλλο δεν μπορεί να τους εμπεριέξει, παρά μόνο το εξωτερικό περιβάλλον.  

Κι αν η αύρα κάποιων άλλων καταραμένων ποιητών έχει αποδοθεί εξαιρετικά από το Total Eclipse (1995) και ίσως κι εδώ θα ήταν ταιριαστή μία κάπως πιο “βρώμικη” αισθητική, εντούτοις το Kill your darlings διακινεί, συγκινεί και φωλιάζει στο θεατή, ως έκφραση του ανείπωτου που αναπόφευκτα κατοικεί τη γοητευτική γενιά των beat ποιητών.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2014

Harmony Lessons

O Aslan κακοποιείται από τους συμμαθητές του, ενώ στο σχολείο επικρατεί κλίμα τρομοκρατίας, με κοινωνική δομή παρόμοια με εκείνη της μαφίας. Όταν έρχεται ένας καινούριος μαθητής στην τάξη, οι ισορροπίες αλλάζουν και ο σπόρος της εκδίκησης καλλιεργείται.

Είναι πολυάριθμες οι ταινίες που ασχολούνται με τον “εκφοβισμό” των παιδιών στο σχολείο (ενδεικτικά ας αναφερθούν τα El Bola, το Let the Right One In ή το κλασικό Elephant). Στο συγκεκριμένο φιλμ, το πρώτο του Emir Baigazin, ίσως οι προϋποθέσεις για μα χαρακτηριστεί με αυτό τον τρόπο ο,τι του συμβαίνει (ανισορροπία δυνάμεων, επιμονή στο χρόνο, εμπρόθετη πρόκληση κακού), σε πρώτη ανάγνωση να πληρούνται. Σκιαγραφείται έτσι μία σπαραχτική ιστορία για ένα παιδί που φόρεσε από μικρός την πιο σκληρή και ψυχρή εκδοχή του, αφού κλήθηκε να επιβιώσει στον κόσμο ενός σχολείου, όπου δεν υπήρχε κανείς να θέσει όρια. 





Στη σχολική ζωή, στις περισσότερες περιπτώσεις η φυσιολογική επιθετικότητα που αναπτύσσεται μεταξύ των παιδιών, με απαρχή τη διεκδίκηση κάποιου κοινού στόχου, βαφτίζεται από τους μεγάλους άκριτα“εκφοβισμός”, με χρήση αυτής της κοινωνικής κατασκευής για να κατηγοριοποιηθούν εύκολα τα εμπλεκόμενα παιδιά σε “θύτες”, “θύματα”, “παρατηρητές”. “εκφοβισμός” μπορεί πρόχειρα, επίσης, από τους μεγάλους, να χαρακτηριστεί η βία χωρίς σκοπό, που δεν εμπεριέχεται σε κανέναν χαρακτηρισμό που έχει ως βάση τη λογική. Η κυκλικότητα της βίας διασπάται και σπάει σε πολλαπλούς πόλους, παγιδεύοντας τα παιδιά σε “ταμπέλες”, από τις οποίες δύσκολα δραπετεύουν.

Στο Harmony Lessons, η κινηματογράφηση είναι απλώς εντυπωσιακή, με κάθε πλάνο να θυμίζει κινούμενο ζωγραφικό πίνακα και την ατμόσφαιρα σε ένα υπερβατικό επίπεδο που κορυφώνεται με την ολοκλήρωσή της. Πραγματικά ο σκηνοθέτης παραδίδει μαθήματα αρμονίας, τόσο με κυριολεκτικό όσο και με μεταφορικά ειρωνικό τρόπο: Οι ερμηνείες είναι άψογα χορογραφημένες, συνεχείς επικλήσεις σε ένα Θεό που δεν υπάρχει αλλά αιωρείται πάντα οι υπόσχεσή του. Ως συνήθως, σε παρόμοιας θεματικής φιλμ, πολύ σοφά οι γονείς είναι απόντες, ενώ οι υπόλοιποι ενήλικες δεν έχουν καμία ψυχική διαφοροποίηση ως προς την ωριμότητά τους και κυρίως την ικανότητα να οριοθετήσουν προστατευτικά τους πιο μικρούς, ενώ στα κάδρα στέκονται παράλληλα με τα παιδιά, και οι ψυχικές τους πορείες δεν τέμνονται ποτέ.

Οι ψυχαναγκασμοί που γεννιούνται στο εσωτερικό του κεντρικού ήρωα, μήπως καταφέρει και ελέγξει το χάος γύρω του, σκιαγραφούνται μέσα από τις νοσηρές τελετουργίες του, αλλά επίσης, και κυρίως, από την ψυχρότητα που εκπέμπει η εμμονή στη λεπτομέρεια και στην τελειότητα του κάδρου,και την απόλυτα τηρούμενη περιοδικότητα στη διασπορά των ρακόρ (χρωματικών, αντικειμένων, συμβόλων) σε όλη την ταινία. Ακόμα και η εκφορά του λόγου των παιδιών είναι ρομποτική, σα να απαγγέλλουν μία έκθεση που έχουν υπαγορεύσει οι δάσκαλοί τους, με τον τρόπο των παιδιών του “Κυνόδοντα”. 


Τα ζώα γίνονται οχήματα για να κουβαλήσουν στις πλάτες τους τον πόνο των παιδιών, αλλά τα παιδιά μόλις που αντέχουν να αισθανθούν ευγνωμοσύνη γι εκείνα. Δεν υπάρχει εκδίκηση αλλά ισορροπία δυνάμεων. Οι κύκλοι βίας τέμνονται από μικρά εγκλήματα. Στον ανταγωνισμό τετραγώνου και κύκλου, το ψευτοδίλημμα απομακρύνεται: Οι γωνίες στρογγυλεύονται, παιδιά και μεγάλοι είναι μία ποιότητα, με την ανηλικότητα και την ανηλικότητα ως αναγκαία διαφοροποίηση εδώ να εκλείπει, όπως θύτες και θύματα είναι μία άλλη ποιότητα που μπορεί να περιγραφεί καθολικά με τη λέξη βία. Και το τετράγωνο, και ο κύκλος γραμμές είναι, που το ανθρώπινο χέρι τις χαράσσει και τις διπλώνει όπως θέλει.

Αν ο εντυπωσιασμός που προκαλεί στο σύνολό της η ταινία είναι κάτι που θα παραμείνει όταν η πρώτη της επίδραση στον ψυχισμό κοπάσει είναι κάτι άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μία έντονη εμπειρία με καλλιτεχνική αρτιότητα που κινείται στα όρια αριστουργήματος και συναισθηματικού εντυπωσιασμού και μόνο ο χρόνος θα αποκαλύψει τον τελικό της αντίκτυπο. 

 




Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Under Τhe Skin


Le Serpent qui danse

Que j’aime voir, chère indolente,
De ton corps si beau,
Comme une étoffe vacillante,
Miroiter la peau!
Sur ta chevelure profonde
Aux âcres parfums,
Mer odorante et vagabonde
Aux flots bleus et bruns,
Comme un navire qui s’éveille
Au vent du matin,
Mon âme rêveuse appareille
Pour un ciel lointain.
Tes yeux, où rien ne se révèle
De doux ni d’amer,
Sont deux bijoux froids où se mêle
L’or avec le fer.
(…)

Charles Baudelaire

Το φίδι που χορεύει
Πώς μ’ αρέσει να θωρώ, ράθυμη, λατρεμένη,
Του τόσο όμορφου κορμιού σου
Σαν ύφασμα κυματιστό,
Το δέρμα ν’ αντιφέγγει!
Πάνω στην κόμη σου τη βαθιά
Με τη στυφή ευωδιά,
Θάλασσα μυρωμένη κι αλήτισσα
Με γαλανά και μαύρα κύματα,
Σαν πλοίο που αφυπνίζεται
Στου πρωινού τον άνεμο,
Η ψυχή μου ονειροπόλα σαλπάρει
Για μακρινό ουρανό.
Τα μάτια σου, που τίποτε δε φανερώνεται
Γλυκό ή πικρό,
Δυο κρύα στολίδια είναι όπου σμίγει
Το σίδερο με το χρυσό.
(…)

(μετάφραση Δέσπως Καρούσου, εκδόσεις Γκοβόστη)


Ένα περίεργο (με τη διττή σημασία της λέξης) φιλοσοφικό δοκίμιο που επιδρά βαθιά στον πυρήνα του θεατή, γραμμένο με το κινούμενο μελάνι των εικόνων. O Jonathan Glazer δημιουργεί ένα φιλμ που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Eπιδρά στις αισθήσεις, σε μία μία ξεχωριστά. Για να κοιτάξουμε στα μάτια ένα χαοτικό χώρο ίσως είναι αναγκαίο να απομονώσουμε τα μέρη του με τέτοια στεγανά, ώστε τα όρια να είναι απόλυτα συγκεκριμένα. Σε αυτό το χώρο δεν υπάρχει κανένα όριο, και είναι αυτός των σχέσεων άντρα και γυναίκας όταν ο λόγος είναι απών. 
 
H γυναίκα εδώ είναι ένα ερπετό που χορεύει. Με χάρη αλλά χωρίς συναίσθημα, όπως μία κομψά διατυπωμένη φιλοσοφική θέση που έχει λάβει τις αναγκαίες συναισθηματικές αποστάσεις προκειμένου να διατυπωθεί. Θα μπορούσε να είναι μία ακόμα μεταμόρφωση του κεντρικού ήρωα του Holy Motors, του δημιουργού που μεγαλώνει τον εαυτό του μέσα στο όχημα-μήτρα που ανήκει στο Θεό. Eδώ η ηρωίδα οδηγεί η ίδια το όχημα του εαυτού της, χωρίς όμως κανένα τρίτο όρο ανάμεσα σε εκείνη και στον Άλλον. Ντύνεται τα δέρματα των ανδρών που συναντά, παίρνει ο,τι υδάτινο διαθέτουν και μετά τα αφήνει να τα απορροφήσει το σκοτάδι. Δημιουργεί τον εαυτό της παράδοξα και άγονα, τρώγοντάς τον ταυτόχρονα. Αν βγάλεις το sci fi βινύλ περίβλημα ακούς την αγωνιώδη ιστορία μίας νυμφομανούς που δεν καταδέχεται να κάνει σεξ. Τη βόλτα-πένθιμη ακολουθία μιας γυναίκας που, όπως η Joe του Nymphomaniac, παγωμένη από θάνατο, κουβαλά τα πτώματα των ανδρών που έχει σκοτώσει πριν καν τους συναντήσει. Η Laura τρώει τους άντρες αλλά δεν μπορεί να τους μεταβολίσει. Δεν μπορεί να μεταβολίσει, πραγματικά, τίποτα, αφού τρώει για να μασήσει και όχι για να τραφεί. 

Under the Skin 2

Η γυναίκα εξ-ερευνά. Ερευνά έξω από αυτήν, τον άντρα. Δεν έχει καμία συναίσθηση για ό,τι υπάρχει κάτω από το δέρμα της. Το δέρμα της είναι απλώς ανάγλυφο σε μία μαύρη επιφάνεια. Στο μεταίχμιο ανθρώπινου και εξωγήινου, γίνεται μαύρη λίμνη που δε θέλει να αγκαλιάσει κανέναν. Όποια “ανθρώπινη” απόκριση την απορρυθμίζει. Η μουσική από τη Mica Levi ισοδυναμεί με εκκωφαντική σιωπή. Ο θάνατος είναι το μόνο αντίδοτο μπροστά στον κίνδυνο που μπορεί να προκαλέσει η αγάπη σε κάποιον που δεν έχει αίμα να θρέψει ούτε τον εαυτό του ούτε και το μεταξύ του με τον Άλλον.
Το φιλμ απομακρύνει ένα ρούχο που νόμιζες ότι είναι απαραίτητο, αλλά απλώς κάλυπτε την άμυνά σου. Ενεργοποιεί τις ψυχολογικές περιοχές της απάθειας. Ξυπνά μία αίσθηση στον πάτο του βυθού. Εκεί που τα άρρωστα κομμάτια γίνονται επιθυμητά. Εκεί όπου η αποπλάνηση γίνεται φυσική και αμφίδρομη. Εκεί δεν υπάρχει κανένας ήχος. Είναι στο ενδιάμεσο ζωής και θανάτου. Ένα άφυλο παιδί που γίνεται γυναίκα χωρίς να το ξέρει. Φόρά το ρούχο της σεξουαλικής πρόκλησης χωρίς να ξέρει πού είναι τα μανίκια του.

Με το σκηνοθετικό εύρημα της επιφόρτισης των περιφερειακών προσώπων με το κομμάτι της συναισθηματικής εμπλοκής, ως τα βοηθητικά εγώ που συνθέτουν την κενή ψυχοσύνθεσή της ηρωίδας, εκείνη είναι ένας λευκός καμβάς για να νιώσουν ατόφιες τις προβολές τους όλοι οι άλλοι, όπως κάθε femme fatale. Και οι εικόνες είναι πηχτοί βυθοί σαν αυτούς που καταπίνουν για πάντα τους διερχόμενους στο δρόμο της πρωταγωνίστριας. 

Under the Skin 3

To φιλμ εκπροσωπεί ένα νέο είδος (αν θέλουμε οπωσδήποτε να κατακερματίσουμε τον κινηματογράφο σε είδη) που ίσως έχει εγκαινιάσει ο Χάνεκε, με την αποστασιοποίηση αναγκαία και ικανή συνθήκη για να δει κανείς τι κρύβεται πίσω από τη βία. Που ψάχνει μέσα σου εκείνο το ψυχικό κομμάτι το οποίο από νωρίς έφυγε εκτός γης γιατί ήταν πολύ επικίνδυνο για να ενεργοποιηθέι. Το καλεί να προσγειωθεί για να σε ενοχλήσει ξανά, αυτή τη φορά γόνιμα, αφού μπορείς πλέον να το αντέξεις.

Τα ομιχλώδη δάση της Σκωτίας καταπίνουν τους καταραμένους συνδυασμούς ζευγαριών. Κι εκείνη εγκαταλείπει το παγωμένο έδαφος και επιστρέφει κοσμογονικά στην πρώτη της κατάσταση. Ένα ψάρι με λέπια από πάγο που αναπνέει μόνο έξω από τη γη. Άλλωστε η γη τελικά είναι πολύ ζεστή για να αφήσει την ανάσα του να παραμείνει παγωμένη.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

Nymphomaniac



ΤΗΕ ΕMPEROR OF ICE CREAM

Call the roller of big cigars,
The muscular one, and bid him whip
In kitchen cups concupiscent curds.
Let the wenches dawdle in such dress
As they are used to wear, and let the boys
Bring flowers in last month's newspapers.
Let be be finale of seem.
The only emperor is the emperor of ice-cream.

Take from the dresser of deal,
Lacking the three glass knobs, that sheet
On which she embroidered fantails once
And spread it so as to cover her face.
If her horny feet protrude, they come
To show how cold she is, and dumb.
Let the lamp affix its beam.
The only emperor is the emperor of ice-cream.

Wallace Stevens















Yπάρχουν μερικοί δημιουργοί που είναι στο όριο της εποχής τους. Και όπως κάθε οριακή προσωπικότητα, τόσο εκείνοι όσο και τα έργα τους έχουν την ιδιότητα να διχάζουν. O Lars Von Trier είναι ένας από αυτούς. Έχει κατηγορηθεί για μισογυνισμό, προσήνεια στο ναζισμό και άλλα πολλά και ο ίδιος φαίνεται να το δια-σκεδάζει. Σε κάθε περίπτωση, έχει ίσως την ικανότητα να νιώθει την ανάσα της εποχής, να την ανακατεύει με τη δική του και να τη μετατρέπει σε φιλμ που αχνίζουν, είτε από πάγο είτε από λαχανιασμένες αναπνοές.

Το Nymphomaniac απογυμνώνει τη μοναξιά και την αφήνει σα ρούχο στο σώμα μιας Γυναίκας. Η Joe είναι ένα φωνήεν μακριά από τη χαρά. Τη χαρά της αγάπης και της συντροφικότητας. Η κλινική διάγνωση δεν έχει καμία αξία. Η ηρωίδα καταστρέφει τις ταμπέλες αφού μέσα στη δυσκολία της να μπει σε οποιαδήποτε σχέση, της είναι αδύνατο να σχετιστεί ακόμα και με τις λέξεις. Ο μόνος ενδιάμεσος χώρος που διαρκεί κατά τη διάρκεια της ταινίας είναι ανάμεσα σε εκείνη και σε έναν άνθρωπο που δεν έχει την ταμπέλα του ψυχαναλυτή αλλά τη βοηθά μέσα από τον πλατωνικό ερωτισμό μεταξύ τους. Η ψυχή της δεν εμπεριέχει τον έρωτα. Απλώς εκδραματίζει τον πόνο της στα σώματα όλων των ανδρών

Ίσως ο σύγχρονος κοινωνικός δρόμος που καλείται κανείς να περπατήσει να είναι η πορεία ανάμεσα στον κοινωνικά προσδιορισμένο ανδρικό και γυναικείο τόπο, με άνεση στην παλινδρόμηση. Ο Τρίερ, ως φιλόσοφος των εικόνων της εποχής μιλά για τη διχοτόμηση του φύλου σε όλη του τη φιλμογραφία (http://thinkingonfilms.blogspot.gr/search?q=Lars+Von+Trier, http://psychografimata.com/5138/melagcholia-to-onoma-tis-ginekias-fisis-tou-trier/). Η Joe μεταναστεύει από τη γυναικεία στην αντρική φύση με όχημα το σεξ, φέρνοντας αυτούς τους δύο τόπους πολύ κοντά, μέσα από την ερωτική πράξη που συμμετέχει μόνο το σώμα. Το όνομά της είναι ανδρογυνο. Και η ερωτική πράξη με τον άντρα που εκτελεί χρέη ψυχαναλυτή της είναι ατελής, όπως τελικά είναι η συζήτηση με τον εαυτό της.

Υπάρχει εδώ φαντασιακό παιδί; Η γυναίκα αυτή πριν από τη σύλληψή της ήταν ένα ολόκληρο σώμα και όχι μόνο το όργανο της ίδιας της ηδονής της. Η μητέρα της όμως δεν την κοίταζε ποτέ στα μάτια, μόνο στα τεμαχισμένα τμήματα από το σώμα της, τυχαία αφημένα τραπουλόχαρτα. Και ο πατέρας της αγκάλιαζε τη φωνή της. Αυτό το φαντασιακό παιδί έχει για πρόσωπο έναν καθρέφτη, από τη σύλληψή του είχε αυτό το πεπρωμένο. Αν σε άλλα φιλμ προκύπτει από το ζευγάρι των κεντρικών χαρακτήρων, εδώ νιώθει κανείς ότι προέρχεται μόνο από το δημιουργό. Όπως όλοι οι καθρέφτες των ανθρώπων που δεν αντέχουν τον εαυτό τους, το πρόσωπο αυτού του παιδιού είναι προορισμένο να σπάσει. Το φαντασιακό παιδί του Τρίερ έχει στο γονιδίωμά του το πεπρωμένο της αυτοκτονίας. Είναι από τη σύλληψή του νεκρό, αφού σε αυτό το σύμπαν σχέση δεν υπάρχει. Το φαντασιακό παιδί δε θα πάρει ποτέ ένα Όνομα. Θα κλαίει πάντα για να του δώσουν ένα. Αλλά δε θα το ακούσει ποτέ κανείς. Η συν-ουσία δε θα προσφέρει ποτέ αυτιά που να ακούν αρκετά καλά. Απομένει μόνο ένα δέντρο που την προστατεύει. Είναι ξερό, αλλά υπάρχει.

To μόνο κενό που δεν κατάφερε να γεμίσει η Joe είναι η κοιλότητα του εαυτού της, να γίνει μία ολόκληρη έλλειψη, μία όλόκληρη τρύπα, και ο σκηνοθέτης παίζει με το ασυνείδητο αυτί του θεατή που αντί για “hole” κάποτε μπορεί να ακούσε “whole”. Η Joe λαχταρά να ακούσει κάτι περισσότερο από μία ανάσα. Λαχταρά συνεχώς μια κραυγή. Κινηματογραφικά ο ήχος έχει την τιμητική του, σοφό, καθώς η πρώτη αίσθηση που αναπτύσσεται ως ξεχωριστό κομμάτι της ύπαρξής μας είναι η ακοή. Όπως είναι επίσης η πρώτη που ατονεί όταν σχετιζόμαστε με τους άλλους, αν δεν έχουμε βιώσει τη χαρά της εμπειρίας του να ακούς τον άλλον πραγματικά. 
 


Τη Joe τη σταυρώνει η άσφαλτος. Όταν σε σταυρώνει ο ίδιος σου ο δρόμος, ίσως είσαι απλώς ελεύθερος. Αν έχεις φτερά πρέπει να πεθάνεις. Αλλά η κοινωνία μασά τα φτερά των νυμφών. Η Joe τινάζει λίγη σκόνη από πάνω της και συνεχίζει το δρόμο της, που δεν ξέρει αν είναι στη γη ή στον ουρανό. Το μόνο που ξέρει είναι ότι δημιουργεί το Όνομά της, που κάποτε θα της αποκαλυφθεί.



Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Goldfish

Πρώτη Δημοσίευση στο Move It


Αφιέρωμα-Αποκλειστικές Συνεντέυξεις
Aπό την Εύη Αβδελίδου

To Goldfish, που πρωτοείδαμε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ταράζει τα νερά του ανεξάρτητου underground ελληνικού σινεμά και είναι τόσο χαριτωμένο όσο και αγέρωχο ταυτόχρονα. Η ανατομία της ελληνικής κοινωνίας με όρους asian cinema υποκόσμου είναι απολαυστική, ενώ οι sub-plots δίνουν επιπλέον βάθος σε ένα φιλμ που πολλοί θα ανέμεναν να εξαντληθεί στη βία από επίπεδο σε επίπεδο. Ένας έρωτας που δε γεννήθηκε ποτέ, δύο αδέρφια που τους ενώνουν και τους χωρίζουν ταυτόχρονα ο θυμός και η αυτοθυσία, μία εκπαιδεύτρια που φροντίζει σκληρά τον κεντρικό μας καταζητούμενο, ένας αξιοσέβαστος πωλητής ζώων του υδάτινου κόσμου, ένας σιωπηλός εκδικητής και άλλοι σουρρεάλ ήρωες πλαισιώνονται από την υψηλού επιπέδου φωτογραφία και την άριστη αξιοποίηση των locations.
Παρακολουθούμε τη γέννηση ενός δημιουργού με αναγνωρίσιμο ύφος, στο πρόσωπο του Θάνου Τσαβλή, που έχει αναλάβει το μεγαλύτερο δημιουργικό κομμάτι του φιλμ,  σε μία ταινία τόσο fun όσο και καλαίσθητη και με ευφυείς και πρωτότυπες στιγμές. Παράλληλα, η παρουσία του Goldfish αποπνέει αισιοδοξία για την πορεία του σινεμά όπως γίνεται στην Ελλάδα, καθώς δεν είναι μικρή επιτυχία ένα ελληνικό φιλμ με DIY χαρακτήρα να βρίσκει διανομή με τρόπο που χτίστηκε από την αγάπη του κοινού.
Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε σε αποκλειστικότητα με τους Βασίλη Καλαμάκη, Χρήστο Καρτέρη, Δημήτρη Μακαλιά, Φένη Μπένου, Μιχάλη Οικονόμου και Λουκία Τζωρτζοπούλου, που ενσαρκώνουν τους ιδιαίτερους χαρακτήρες του φιλμ. Πολυτάλαντοι, με φρέσκια και αιχμηρή αντιμετώπιση της πραγματικότητας, μας μιλούν τόσο για τις περσόνες που υποδύονται, οι οποίες κατοικούν στη μνήμη του θεατή πολύ μέτά την έξοδό του από την αίθουσα, όσο και για τις προεκτάσεις που έχει για εκείνους η ταινία στην ελληνική πραγματικότητα.


Bασίλης Καλαμάκης
Για την αφορμή να συμμετάσχουν στο Goldfish
Bασίλης Καλαμάκης Ο βασικός λόγος εμπλοκής μου και συνεργασίας μου με τον Θάνο είναι η κοινή μας αγάπη τόσο για τον κινηματογράφο όσο και για τις πολεμικές τέχνες. Δεν χρειάστηκε τίποτε παραπάνω ως αφορμή από το γεγονός ότι βρεθήκαμε στην ίδια αίθουσα, την ίδια χρονιά στη σχολή σκηνοθεσίας το 2009. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου πιστεύω.
Χρήστος Καρτέρης Η αγάπη μου για τον κινηματογράφο και ότι είναι η ταινία του Θάνου. Ξέροντας πως θα στηθεί, πως θα γίνει, με είχε ενθουσιάσει η όλη ιδέα.
Δημήτρης Μακαλιάς Ο συνδετικός κρίκος ήταν ο κινηματογραφικός μου αδερφός, ο Χρήστος Καρτέρης. Μετά από αυτήν την υπέροχη εμπειρία όλοι πια οι συνεργάτες είναι τόσο καλοί φίλοι που νιώθω ότι τους ξέρω όλους χρόνια.
Φένη Μπένου Μου φάνηκε εξαιρετικά έξυπνος ο τρόπος απόδοσης μιας πιθανής εξέλιξης της κατάστασης στη χώρα μας. Διάβασα ένα έξυπνο σενάριο που παρότι παρουσιάζει δυσάρεστα γεγονότα δεν αφήνει το χιούμορ απ΄έξω – και είμαι ένθερμος υποστηρικτής του ότι το χιούμορ και το γέλιο είναι εξαιρετικά απαραίτητα, ειδικά όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μία δύσκολη κατάσταση.
Μιχάλης Οικονόμου Δέχτηκα απλά ένα τηλέφωνο από τον σκηνοθέτη , τον Θάνο που με ήθελε σε αυτό το ρόλο στην ταινία του, μου φάνηκε ενδιαφέρον - δεν γνωριζόμασταν ως τότε - και απλά δέχτηκα.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Είχαμε ξαναδουλέψει με τον Θάνο στο F.L.S., οπότε, όταν μου είπε «ετοιμάζω καινούρια ταινία και έχω ρόλο για σένα» είπα ok, μέσα.


Χρήστος Καρτέρης

Για το χαρακτήρα που υποδύονται
Bασίλης Καλαμάκης Ο χαρακτήρας που υποδύομαι στην ταινία είναι αυτός του ‘Μουγγού’. Πρόκειται για έναν κυνηγό επικυρηγμένων σε μια φανταστική μελλοντική κοινωνία στην Ελλάδα όπου περιθωριακοί τύποι σαν αυτόν μπορούν να ευδοκιμούν. Πρόκειται για έναν ανταγωνιστή του ήρωα της ταινίας. Πρόκειται για τον ‘κακό’ που στέκεται ως εμπόδιο στη ζωή του ‘σαγόνια’. Στα πλαίσια του βίαιου κομματιού της ιστορίας, ο Μουγγός ουσιαστικά απολαμβάνει την δουλειά που κάνει και αυτό λειτουργεί θετικά στο να γίνει πιο αντιπαθής στο κοινό.
Χρήστος Καρτέρης Υποδύομαι το μεγαλύτερο από τα δυο αδέρφια τα οποία προσπαθούν να ξαναστήσουν την επιχείρηση που τους άφησε ο πατέρας τους. Εκείνος υιοθετεί μια συμπεριφορά τραμπούκου γιατί πιστεύει ότι έτσι θα πάρει τα λεφτά του πίσω. Αντίθετα ο μικρότερος αδερφός δεν πιστεύει σε τέτοιες τακτικές, είναι πολύ πιο ήπιος χαρακτήρας. Προσπαθεί με άγριο τρόπο να επιβληθεί στους άλλους και με τραμπουκισμούς να πουλάει προστασία σε μαγαζιά παρασέρνοντας μαζί του τον αδελφό του. Θέλει να κάνει μια παράνομη ζωή γεμάτη λεφτά όπως ο πατέρας του.
Δημήτρης Μακαλιάς Τα δύο αδέρφια βρίσκονται αντιμέτωπα με το θάνατο του πατέρα τους και τις συνέπειες που έχει αυτό το γεγονός. Ο Δημήτρης, τελείως έξω από τις νυχτερινές εμπλοκές του πατέρα του, ονειρεύεται να ασχοληθεί με τη φωτογραφία κινηματογράφου και να κάνει ένα μεταπτυχιακό στο εξωτερικό. Λειτουργεί σαν να μην είναι μέλος αυτής της «χωμένης» στα δύσκολα οικογένειας. Ωστόσο, στα δύσκολα είναι δίπλα στον αδερφό του και προσπαθεί να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να βοηθηθούν με τον τρόπο που επιλέγει εκείνος.
Φένη Μπένου Πρόκειται για έναν χαρακτήρα που συναντάμε καθημερινά. Είναι ο άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για τις συνέπειες των πράξεών του στους γύρω του. Είναι αρνητικό παράδειγμα ανθρώπου όμως όσο και να μη μας αρέσει έχουμε όλοι γίνει “Αριάδνη” κάποιες φορές στη ζωή μας ακόμα κι αν αυτό δεν ήταν συνειδητή επιλογή.
Μιχάλης Οικονόμου  Είναι ένας πωλητής σε κατάστημα με ζώα του υδάτινου κόσμου που απλά έχει πάρει πολύ στα σοβαρά τη δουλειά του.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Είμαι η «καθοδηγήτρια», ένα πρόσωπο από το παρελθόν του ήρωα. Είναι αρκετά «εικαστικός» ο ρόλος.Είναι ένας ψυχρός χαρακτήρας, ο οποίος στο περισσότερο μέρος της ταινίας λειτουργεί ως οδηγός για τον ήρωα και τις αποφάσεις του.

Δημήτρης Μακαλιάς

Για τη μεγαλύτερη πρόκληση κατά το χτίσιμο της ερμηνείας
Bασίλης Καλαμάκης: Την συγκεκριμένη ‘σχέση΄ανάμεσα στον ήρωα και τον μουγγό την έχουμε χτίσει με τον Θάνο από την σχολή περίπου 4 χρόνια πριν. Είχαμε κάνει γύρισμα με τους δύο να σκοτώνονται στο ξύλο στον ίδιο χώρο και με το ίδιο ζήλο! Η μόνη πρόκληση που είχαμε και οι δύο να αντιμετωπίσουμε ήταν η αντοχή μας στον πόνο! Τα χτυπήματα που βλέπετε στη σκηνή μας είναι αληθινά στο μεγαλύτερό τους μέρος
Χρήστος Καρτέρης: Η πρόκληση ήταν να προσπαθήσω να κάνω τον αντιπαθητικό ήρωα που υποδύομαι σε συμπαθητικό. Να το φέρω από το Α στο Β.
Δημήτρης Μακαλιάς  Αν κάτι με δυσκόλεψε ήταν η εσωτερική σύγκρουση του χαρακτήρα να θέλει να ακολουθήσει τον αδερφό του σε αυτό που τον οδηγούσε ενώ ταυτόχρονα επιθυμούσε να κάνει κάτι τελείως διαφορετικό. Τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις, καταπιεσμένα θέλω, θυμός χρόνων και μια απώλεια που επιφανειακά ήταν αφανής αλλά εν τέλει πονούσε όσο τίποτα άλλο.
Μιχάλης Οικονόμου  Να πετύχω μέσα σε δύο σκηνές και δέκα ατάκες που είχα, να κάνω κάτι ολοκληρωμένο χτίζοντας έναν μοναδικό χαρακτήρα και παράλληλα να μετακινηθώ ως ηθοποιός σε κάτι που δεν είχα ξανακάνει ως τώρα. Ήθελα πχ να καταφέρω να κάνω εξωτερικά έναν geek πωλητή που μιλάει για ψάρια, αλλά με έναν πολύ επικίνδυνο τρόπο.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Η συμμετρικότητα των πλάνων. Για παράδειγμα, έγιναν αρκετά takes για ένα πλάνο μέχρι να πετύχουμε την ακριβή, απόλυτα ισορροπημένη θέση που έπρεπε να έχει το χέρι μου. Στο κινησιολογικό κομμάτι απαιτούνταν απόλυτη ακρίβεια για να πετύχει τη συμμετρικότητα και μάλιστα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, αφού στο κάθε πλάνο, ο ήλιος έπρεπε να βρίσκεται σε συγκεριμένη θέση. Γενικά ο ρόλος απαιτούσε μηδενική έκφραση συναισθημάτων στο μεγαλύτερο μέρος του, αλλά έντονα συναισθήματα σε μεμονωμένες στιγμές της ταινίας, οπότε εκεί επικεντρώθηκαν και οι πρόβες μας για να μπορέσουμε να έχουμε γρήγορα το επιθυμητό αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Φένη Μπένου

Για τον αγαπημένο τους χαρακτήρα στο Goldfish
Bασίλης Καλαμάκης: Θα έλεγα αυτός του Χρήστου Καρτέρη με διαφορά. Ο Χρήστος ξέρει πόσο εκτιμώ το υποκριτικό του ταλέντο. Έχει την δυνατότητα σαν ηθοποιός να ανεβάσει πολλά επίπεδα κάτι που θα του ζητήσει ένας σκηνοθέτης και αυτό είναι μάννα εξ ουρανού για τον δημιουργό. Θεωρώ πως ήταν από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της ταινίας και αυτό πιστεύω πως είναι μια επιτυχία που προέκυψε από την καλή συνεργασία και επικοινωνία του Θάνου με τον Χρήστο.
Χρήστος Καρτέρης: Όλοι είναι αγαπημένοι μου χαρακτήρες στην ταινία γιατί συνθέτουν ένα όμορφο παζλ όπου ο καθένας είναι ξεχωριστός. 
Δημήτρης Μακαλιάς  Αν δεν πώ ο Δημήτρης, ο ίδιος ο χαρακτήρας θα αποκτήσει σάρκα και οστά και θα με δείρει!
Φένη Μπένου Ο πωλητής ψαριών τον οποίο υποδύεται ο Μιχάλης Οικονόμου γιατί θεωρώ ότι η σκηνή αυτή εμπεριέχει όλο το νόημα του τίτλου της ταινίας.
Μιχάλης Οικονόμου  Ο χαρακτήρας που μου δόθηκε με έκανε πολύ χαρούμενο. Μ άρεσε όμως και θάυμασα πολύ και τον σιωπηλό και ταυτόχρονα εκρηκτικό χαρακτήρα που έφτιαξε για τον εαυτό του ο Θάνος Τσαβλής.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Έχω αδυναμία στις σπονδυλωτές ταινίες με πολυάριθμους χαρακτήρες. Θεωρώ ότι οι χαρακτήρες στο «Goldfish» είναι ενδιαφέροντες, ο καθένας με τον τρόπο του και όλοι βγάζουν ένα ιδιαίτερο χιούμορ. Προσωπικά, γελάω πολύ στις σκηνές στο pet shop και τις ξεκαρδιστικές ερμηνείες του Μιχάλη Οικονόμου και του Χρήστου Καρτέρη. Επίσης, το ντουέτο Καρτέρης-Μακαλιάς ως αδερφοί Καλέργη το βρίσκω άκρως διασκεδαστικό.
Μιχάλης Οικονόμου

Για την επίδραση του φιλμ στην καλλιτεχνική τους πορεία
Bασίλης Καλαμάκης Βασικά είμαι σκηνοθέτης και δεν αποσκοπώ σε καριέρα βασισμένη στην υποκριτική. Είναι κάτι που με ευχαριστεί όμως να κάνω και ιδιαίτερα όταν το κάνω για φίλους και με φίλους.
Χρήστος Καρτέρης Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους που παίζω και ο ρόλος είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Μου αρέσει να παίζω ρόλους ανόμοιους μεταξύ τους υποκριτικά και όποιος βλέπει την ταινία να βλέπει κάτι διαφορετικό από αυτό που έχει δει. Νομίζω ότι με βοηθάει.
Δημήτρης Μακαλιάς  Είναι η πρώτη μου κινηματογραφική συμμετοχή σε τέτοιο μέγεθος και είμαι πάρα πολύ χαρούμενος. Όσο για την καλλιτεχνική πορεία δεν ξέρω ακόμα. Μόλις ξεκίνησε πολύ δυναμικά την παρουσία της στις αίθουσες και περιμένουμε τις αντιδράσεις του κοινού.
Φένη Μπένου  Είναι σχετικά νωρίς να μιλήσω γι΄αυτό, μιας και τώρα προβάλλεται στην Αθήνα, ωστόσο έχουν ήδη προκύψει κάποια θετικά δείγματα
Μιχάλης Οικονόμου Ακόμα δεν ξέρω, τι να πω. Ο χρόνος δεν τα δείχνει αυτά; Τα πάντα εξάλλου συμβάλλουν στην καλλιτεχνική πορεία ενός έξυπνου ηθοποιού για μένα: Από το να παίξει στην Επίδαυρο, μέχρι να κάνει μπέιμπι σίτινγκ ένα απόγευμα στα παιδιά του γείτονα. Μήπως ξέρει ο καθένας τι ακριβώς τον έχει φτάσει εκεί που βρίσκεται; Σίγουρα όμως η όμορφη εμπειρία μου από τη δουλειά και τις πρόβες που κάναμε με τον Θάνο σ αυτή την ταινία, με προχώρησε στο πως μπορείς να διαχειριστείς το “εν δυνάμει” και τον “εν ενεργεία” σε λόγο και υποκριτική, και τον ευχαριστώ γι αυτό.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Πέρα από το κομμάτι του ρόλου, δουλέψαμε και πειραματιστήκαμε με τον Θάνο πάνω στο concept των poster. Θέλαμε  η ταινία να έχει τρια είδη poster, διαφορετικά μεταξύ τους όσον αφορά την αισθητική τους, αλλά ταυτόχρονα να εκφράζουν την ταινία. Έτσι, είχα τη χαρά να φτιάξω μια σειρά διαφορετικών αφισών. Είχα την ευκαιρία να δουλέψω πάνω σε κάτι καινούριο από αισθητικής/εικαστικής άποψης και ευελπιστώ ότι γενικώς το αποτέλεσμα θα αρέσει.
Λουκία Τζωρτζοπούλου

Για την υποδοχή του φιλμ στην Αθήνα μέχρι τώρα και πώς αυτή μοιάζει ή διαφέρει με εκείνη στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Bασίλης Καλαμάκης Εντάξει  θα ήταν ίσως άδικο να τα συγκρίνουμε τα δύο. Στη Θεσσαλονίκη ήταν μια γιορτή του κινηματογράφου. Το φεστιβάλ από μόνο του ήταν τεράστιος πόλος έλξης όλων των κατοίκων της πόλης και όχι μόνο. Η βασική διαφορά έγκειται στον αριθμό προσέλευσης του κοινού. Στη Θεσσαλονίκη όλες οι αίθουσες σχεδόν ήταν sold out και το ίδιο συνέβη και στις 2 προβολές της ταινίας στα πλαίσια του φεστιβάλ. Τώρα οι αντιδράσεις του κόσμου και η αποδοχή θεωρώ πως είναι η ίδια πάνω κάτω. Είναι μια ταινία είδους και καλώς ή κακώς απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό. Αν είστε έτοιμοι να δείτε ένα κοινωνικό δράμα ή μια αισθηματική ταινία τότε μάλλον χάσατε. Οι fan των ταινιών πολεμικών τεχνών θα βγουν εγγυημένα ‘χορτασμένοι’ από ξύλο.
Χρήστος Καρτέρης Η ανταπόκριση είναι διαφορετική. Διότι στην Θεσσαλονίκη ήταν μέσα στα πλαίσια του Φεστιβάλ και εδώ στην Αθήνα η ταινία είναι μόνη της. Έρχεται κόσμος και την βλέπει και την στηρίζει την ταινία. Γουστάρει που βλέπει ένα διαφορετικό είδος σινεμά.
Φένη Μπένου Η γενική αίσθησή μου είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις είχε θετική ανταπόκριση από τον κόσμο. Δύσκολα όμως μπορώ να συγκρίνω τις προβολές στην Αθήνα με τις προβολές στη Θεσσαλονίκη. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για ένα φεστιβάλ που όλοι γνωρίζουμε πόσο διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα από οπουδήποτε αλλου.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Στα κινηματογραφικά φεστιβάλ η ατμόσφαιρα είναι εκ των πραγμάτων γιορτινή. Η ίδια ενθουσιώδης ατμόσφαιρα υπάρχει και στις αθηναϊκές προβολές του «Goldfish».Στο τέλος κάθε προβολής το κοινό χειροκρότησε, κάτι που δεν συνηθίζεται σε εξωφεστιβαλικές προβολές.


Για το αν υπάρχει underground κινηματογράφος αυτή τη στιγμή στον ελληνικό χώρο;
Bασίλης Καλαμάκης Εσύ πιστεύεις πως υπάρχει mainstream κινηματογράφος στον ελληνικό χώρο δηλαδή? Αν εξαιρέσουμε μια παραγωγή κάθε δύο χρόνια ή και περισσότερο που θεωρείται ως ‘σούπερ’ επιτυχία και blockbuster  της Ελλάδας (με 400.000 εισητήρια κάθε 2 χρόνια…) νομίζω πως όλη η υπόλοιπη εγχώρια παραγωγή θα μπορούσε με υπερηφάνεια να χαρακτηριστεί ως underground.
Χρήστος Καρτέρης Εννοείται ότι υπάρχει και θα υπάρχει….
Φένη Μπένου  Παίρνοντας σαν δεδομένο ότι ο όρος αυτός υφίσταται, η απάντηση ειναι ναι. Αυτό φαίνεται αν παρατηρήσει κανείς τον αριθμό ανάλογων ταινιών που προβάλλονται σε εγχώρια φεστιβάλ, είτε πρόκειται για μικρού μήκους είτε για μεγάλου μήκους ταινίες. Ωστόσο θεωρώ ότι χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη από όλους για να συνεχίσει να υπάρχει.
Μιχάλης Οικονόμου Δεν ξέρω τι είναι underground κινηματογράφος σε μια χώρα που όλα έχουν βουλιάξει. Σε ποιό υπόγειο δηλαδή βρίσκεται; Το θέμα είναι να έχεις, όπως ο Θάνος στο Goldfish, συγκεκριμένο σύμπαν στο κεφάλι σου, να το υποστηρίξεις με συνέπεια και μεράκι, και -με μια δόση DIY και τη βοήθεια μερικών φίλων- τότε θα έχεις είδος. Και τότε θα έχεις και φαν του είδους σου.
Λουκία Τζωρτζοπούλου Πιστεύω πως υπάρχει-με την έννοια του (εντελώς) ανεξάρτητου σινεμά- και ότι είναι υγιές που υπάρχει. Θα ήθελα να τον δω να αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο στο μέλλον.


Για το αν βοηθά ή εμποδίζει το να ζεις σαν χρυσόψαρο στις τωρινές συνθήκες 
Βασίλης Καλαμάκης Νομίζω πως το γεγονός ότι ζούσαμε μέχρι τώρα σαν χρυσόψαρα μας οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Είχαμε και έχουμε ακόμη βραχυχρόνια μνήμη και δεν βλέπαμε τίποτε παραπάνω από την δική μας ‘γυάλα’. Πλέον δεν υπάρχει αυτή η πολυτέλεια και έχει αρχίσει να καλλιεργείται μια φιλοσοφία του ‘μαζί’ η οποία θεωρώ ότι θα καρποφορίσει και ότι θα δούμε άμεσα αποτελέσματα από αυτό. Ο κόσμος αναγκάστηκε να βγει από το καβούκι του και να μιλήσει με τον γείτονα. Υπάρχει ένας κοινός ‘εχθρός’ για όλους μας και αυτό είναι που μας ενώνει και μας κάνει να δρούμε πιο συλλογικά. Εύχομαι και ελπίζω για τα καλύτερα που ακολουθούν σε όλα τα επίπεδα

Χρήστος Καρτέρης Πιστεύω και βοηθά και εμποδίζει. Σε βοηθά να ξεχνάς πράγματα και να θυμάσαι πράγματα που σε κάνουν καλύτερο. Σε εμποδίζει να στο να μην έχεις συναίσθηση το τι σου γίνεται..
Δημήτρης Μακαλιάς  Θεωρώ ότι πρέπει κανείς να λειτουργεί επιλεκτικά. Το χρυσόψαρο έχει ελάχιστη μνήμη και στην ουσία κάνει restart χωρίς καθόλου δεδομένα. Αυτό είναι βοηθητικό για να μηδενίζουμε το κοντέρ και να ξεκινάμε από την αρχή σε πολλά θέματα αλλά θεωρώ ότι είναι καλό να μην ξεχνάμε . Η γνώση του παρελθόντος και των λαθών μας θα μας πάει αρκετά βήματα παραπέρα πολύ πιο γρήγορα.
Φένη Μπένου Μοιάζει να βοηθά αλλά στην πραγματικότητα είναι εντελώς αναποτελεσματικό. Η όποια βοήθεια μπορεί να προσφέρει είναι εντελώς “προσωρινή”. Σίγουρα δεν σε βοηθά να αντιμετωπίσεις κάτι εξ΄ολοκλήρου και από τον πυρήνα του, ωστόσο ίσως για κάποιους είναι βοηθητικό να περάσουν μία τέτοια περίοδο ως μεταβατική.
Μιχάλης Οικονόμου Ο ήρωας είναι χρυσόψαρο. Προσπαθεί να ξεχάσει αυτά που συμβαίνουν στην αρχή. Όλοι οι ήρωες είναι αποτυχημένοι, πριν ακόμα ξεκινήσει η ταινία. Και στη διάρκεια της ταινίας τους δίνεται μία δεύτερη ευκαιρία να τα καταφέρουν. Τι κάνουν γι αυτό; Εμείς πόσο επιτυχημένοι ή όχι , ο καθένας στον μικρόκοσμο του, είμαστε; Τι ευκαιρίες έχουμε; Είναι πχ οι προκείμενες εκλογές μια τέτοια ευκαιρία, ή ούτε κατά διάνοια; Συμμετέχω, ή έχω κουραστεί, φοβάμαι, αδιαφορώ και κρύβομαι στη γυάλα μου; Δεν ξέρω. Πραγματικά. Η ταινία συνεχίζεται, νομίζω αν την παρακολουθήσει ο καθένας θα καταλάβει κάποια πράγματα μέσα του. Μια μπουνιά στο στομάχι πάντως θα τη φάει!
Λουκία Τζωρτζοπούλου Θεωρώ πως δεν βοηθά.Τα χρυσόψαρα λένε ότι ξεχνάνε γρήγορα και το να ξεχνάς είναι έως καταστροφικό στους καιρούς που ζούμε, γιατί στο τέλος πάντα θα έρθεις αντιμέτωπος με το παρελθόν που εσκεμμένα αγνόησες.

Actor Info
Bασίλης Καλαμάκης
Γεννήθηκε στον Πειραια το 1976. Σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ πριν τις σπουδές του στον κινηματογράφο. Απόφοιτος ΒΑ στο τμήμα Film & TV Directing με διάκριση από το Queen Margaret University of Edinburg (2011), Οι ταινίες μικρού μήκους του έχουν συμμετάσχει στο διαγωνιστικό τμήμα διαφόρων φεστιβάλ στον κόσμο.
Χρήστος Καρτέρης
Γεννήθηκε το 1989, είναι ηθοποιός και αυτοδίδακτος κινηματογραφιστής. Απόφοιτος της Ανωτέρας Δραματικής σχολής «Μαίρης Βογιατζή – Τράγκα». Έχει παίξει στο θέατρο “Δρόμος Μακρύς” (2010), σε μεγάλου μήκους ταινίες, “Ψυχή Βαθιά” (2009) - Βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου άνδρα ηθοποιού από το 16ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, “Goldfish” (2013) και μικρού μήκους ταινίες. Έχει σκηνοθετήσει δύο μικρού μήκους ταινίες “Το Ρόδι” (2011) και “De Nuevo” (2013),
Δημήτρης Μακαλίας
Γεννήθηκε το 1981. Αριστούχος απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (2006) και του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2004). Πτυχιούχος πιάνου και αρμονίας.  Έχει παίξει σε πολυάριθμες θεατρικές όπως:  Κατσαρίδα των Βασίλη Μαυρογεωργίου – Κώστα Γάκη (Θέατρο Αθηνών – σκην.. Κώστας Γάκης),  Ηρακλής Μαινόμενος του Ευρυπίδη (Εθνικό Θέατρο – σκην. Μιχαήλ Μαρμαρινός),  Ο Έμπορος της Βενετίας του Σαίξπηρ (ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης - σκην. Βασίλης Μαυρογεωργίου/Κώστας Γάκης), ΒάτραΧοι του Αριστοφάνη (Εθνικό Θέατρο - σκην. Δημήτρης Λιγνάδης),Σχεδίασμα Β’ (Χοροθέατρο ΟΚΤΑΝΑ - σκην. Κωνσταντίνος Ρήγος), καθώς και σε μουσικοθεατρικές παραστάσεις με τους Άγαμους Θύτες (σκην. Ιεροκλής Μιχαηλίδης). Συμμετείχε σe τηλεοπτικές σειρές όπως οι Just the 2 of us (MEGA), Κάψε το σενάριο (MEGA), Η γενιά των 592 ευρώ (MEGA), Ο θησαυρός της Αγγελίνας (ΝΕΤ), κ.α. Τέλος στις ταινίες μεγάλου μήκους Goldfish (σκην. Θάνος Τσαβλής), J.A.C.E. (σκην. Μενέλαος Καραμαγγιώλης), Οι Αδιάφοροι (σκην. Γιώργος Ανδρέου), Το πέταγμα του Κύκνου (σκην. Νίκος Τζίμας) και σε άλλες ταινίες μικρού μήκους.
Φένη Μπένου
Η Φένη Μπένου ζει και εργάζεται στο κέντρο της Αθήνας. Είναι απόφοιτος της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής 'δήλος΄ της Δήμητρας Χατούπη, του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς επίσης και του Εργαστηρίου Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας. Δεν χορταίνει να γνωρίζει νέους ανθρώπους, τόπους, τρόπους και εμπειρίες!
Μιχάλης Οικονόμου
Γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα, και αφού σπούδασε Πληροφορική, Διοίκηση Επιχειρήσεων και 3D Animation, φοίτησε στη δραματική σχολή του Εθνικού θεάτρου που τελείωσε το 2007. Στο θέατρο έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως Βασίλης Μαυρογεωργίου, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Γιάννης Μπέζος, Σύλλας Τζουμέρκας, Δημήτρης Καραντζάς, Νίκος Μαστοράκης, Παντελής Δεντάκης, κλπ., σε παραστάσεις όπως Αγία Ιωάννα των Σφαγείων, Ορφανά, Κατσαρίδα, Σφαγείο (βραβείο Δημήτρης Χορν 2010), Τρωάδες, Κατά Φαντασίαν Ασθενής, Ντιμπέιτ, Ο Μικρός Έγιολφ, Νεφέλες, Βυσσινόκηπος, κλπ. Στον κινηματογράφο πρωταγωνίστησε στη μεγάλου μήκους ταινία Ο Ξεναγός του Ζαχαρία Μαυροειδή, καθώς και σε διάφορες άλλες ταινίες μικρού μήκους. Στην τηλεόραση εμφανίστηκε στα Άγρια Παιδιά του Χρήστου Νικολέρη, στον 3ο Νόμο του Πάνου Κοκκινόπουλου, κλπ. Φέτος πρωταγωνίστησε στο Εθνικό στο Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε) του Πιραντέλλο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, καθως κ στο Cleansed της Σαρα Κέην σε σκηνοθεσία Εφης Γουση στο θέατρο Σημείο. Κάνει ηδη προβες για δυο παραστάσεις για το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών.
Λουκία Τζωρτζοπούλου
Η Λουκία Τζωρτζοπούλου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Ειδική Αγωγή στο Εθνικό και Καποδιστριακό Παν/μιο Αθηνών. Είναι μέλος του Κινηματογραφικού Τομέα του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δημιουργεί κόμικς (ως αυτοεκδόσεις), animated ταινίες μικρού μήκους και ενίοτε συμμετέχει σε ταινίες φίλων.Έχει συμμετάσχει στο "F.L.S." του Θάνου Τσαβλή και έχει σκηνοθετήσει ταινίες μικρού μήκους, "Dens Sapientiae" (2013), "Die Projektion" (2011).
Δείτε το "Goldfish" αποκλειστικά στον κινηματογράφο ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ, στις 20:30 - 22:15, με χαμηλό εισιτήριο σε όλες τις προβολές - € 5,00 ή € 8,00 τα 2 άτομα.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

La Viaccia


«Όλα εγίναν κοντινά κι όλα τα κοντινά έχουν πέτρες γίνει» *

«Raccontami una storia.
Allegra o mesta?
Allegra più che puoi.
C’era una volta un cimitero…»
 
William Shakespeare
 



Με αυτό το sonetto που περιδιαβαίνει στα νεκροταφεία, σηματοδοτείται η αρχή της ιστορίας που μας διηγείται το La Viaccia του Mauro Bolognini, σκηνοθέτη με φήμη περιφερειακού εκπροσώπου του ιταλικού σινεμά σε σχέση με άλλους πιο διάσημους όπως ο Rosselini ή ο Visconti.

Ένα νεκροταφείο της “αθώας” αντρικής φύσης, που μαθαίνει, με σκονισμένα πόδια από τους “κακούς δρόμους”, να ενηλικιώνεται, διεκδικώντας τη Γυναίκα. Η πέτρα του σκανδάλου είναι για τον Amerigo ή Ghigo (ένας αξιαγάπητα αμήχανος Jean-Paul Belmondo) η όχι και τόσο λευκή Bianca, που ενσαρκώνεται από την υπέροχη Claudia Cardinale. Η Γυναίκα όμως είναι μόνο μία πέτρα μπροστά στο άπειρο της Γης και το τι μπορεί εκείνη να συμβολίζει για τον καθένα.

Σε αυτό το φιλμ, η Γη, ως μία ακόμα πλευρά της θηλυκότητας, είναι η γυναίκα που δεν προδίδει ποτέ κανένα από τους άντρες και η μόνη που όλοι τους διεκδικούν, ζωντανοί ή νεκροί. Η Viaccia είναι η φάρμα που απομυζά ο Amerigo για να σχετιστεί, με τον τρόπου που θεωρεί ιδανικό, με την πόρνη Βianca. Aλλά είναι, επιπλέον, και ένας “κακός δρόμος” χωρίς Όνομα, ένα παιδί χωρίς πατέρα. Και η άνδρες παίζουν στα χαρτιά την πατρότητά της.

Μία ιστορία ερωτική, αλλά παράλληλα και ταξική, πολιτική με το δίπολο κακού/καλού αφεντικού ένα ίχνος που πάλλει η έλλειψη του πατέρα για το νεαρό Amerigo. Ένας έρωτας εξ’ αρχής νεκρός, παράνομος και κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι του ασθενούς θείου, που συντηρεί την όποια σχέση των δύο εραστών, με τον επικείμενο θάνατό του.

Η κινηματογράφηση, με πολλά πλάνα σοφά μοιρασμένα σε τρία επίπεδα, περιγράφει σχολαστικά την πορεία του νεαρού άντρα από το παρελθόν του στο μέλλον του (σε πολλές σκηνές βλέπουμε κίνηση του ήρωα από τα αριστερά προς τα δεξιά και όσο προχωρά η υπόθεση οι κατευθύνσεις αναπροσαρμόζονται). Μία άλλη Δίκη στο δικαστήριο της Γης, εδώ η μεγάλη πόρτα που προσπαθεί να ανοίξει ο νεαρός άντρας είναι η πύλη προς τον ποταμό Arno. Και όσο τα παιδιά ντύνονται το περίβλημα του άντρα, η φωτογραφία ψιθυρίζει πως στη Φλωρεντία δε σταματά να βρέχει.

Η σχέση του ζευγαριού α-ληθινή-αξέχαστη, αυθεντική, τραχιά, ζωώδης, μεταμορφωτική. Ο ένας παίρνει τη θέση του άλλου για να πετάξουν τελικά τις μάσκες τους. Αυτό το ζευγάρι, μπαίνει μαζί στο δωμάτιο του Freud, αλλά δεν κάθεται στο ντιβάνι του. Η ανισορροπία μεταξύ τους συνίσταται στο ότι εκείνος την έχει ανάγκη, αλλά εκείνη τον επι-θυμεί. Επιβάλλεται στο θυμικό της, στο συναίσθημά της. Μία γυναίκα που διψά για όρια και τα διαλύει σε υγρά φιλιά. “Una putana que raggiona”, μία πόρνη που σκέφτεται.ίσως η ιδανική γυναίκα, και γι αυτό υπαρκτή μόνο σε ζωογόνες στιγμές. Με την επιθυμία της στο εδώ και τώρα. Μία γάτα που εξημερώνει, όποτε επιθυμεί, τον εαυτό της. Και περιεργάζεται εκείνον, που βρίσκεται απλώς στην αρχή του να κοιτά την ανάγκη του στα μάτια. Ένας έρωτας από εκείνους όπου ο ένας τρέφει το θηρίο της έλλειψης στον κόρφο του άλλου.

Όμως δεν είναι όλοι οι έρωτες ίδιοι. Υπάρχουν κι εκείνοι όπου ο ένας “προστατεύει τη μοναξιά του άλλου”. Γι αυτούς τους έρωτες ήταν η μοίρα του Amerigo να περπατήσει στον “κακό δρόμο¨. Για να αποκτήσει μία διαθέσιμη μοναξιά.

Τα διαμαντάκια συχνά βρίσκονται μόνα, σκονισμένα στους “κακούς δρόμους” και περιμένουν κάποιον να τα ανακαλύψει και να τα φέρει στον κόσμο. Και το φιλμ αυτό είναι δυνατό και φρέσκο, ακόμα και σήμερα, σαν έναν άντρα που μόλις κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια, για πρώτη φορά.

*R. M. Rilke
Το βιβλίο του προσκυνήματος
Μετάφραση
Άρης Δικταίος
 
 Πρώτη Δημοσίευση στο Λύκο

Σπάνια Προβολή στη 'Ιριδα

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Thrall

 
Γεννήθηκε με βλέμμα καθρέφτη σεντονιού. Καμία δεν το άγγιξε ποτε.
Γυναίκες προορισμένες να κυλήσουν στο βυθό.
Η υποταγή είναι ποιήμα στο μελάνι του ροδιού.
Τραχύ δερμα κρυμμένο από σκυφτές ανάσες

___________________________________________________
He was born with a gaze reflecting a sheet never touched. 
Motherish women wearing masks supposed to lay underwater.
Submission is a poem suppressing pomegranate ink.
Thralling masks caress sharp skin






Thrall
Artist: Mockbirth
Album: Eskimo
Words and music by Mockbirth
©2013 Ralenteer Records
mockbirth.com
Directed by: Paris Patsouridis
Produced by: Mockbirth, Paris Patsouridis
Production Management: Charalampos Krekoukiotis
Director of Photography: Wiktor Roch Dobraczynski
Asst Camera Operator: Nick Kouros
Gaffer: Alexis Spiliopoulos
Editing: Vassilis Tsoukalas
Color Grading: Wiktor Roch Dobraczynski
Art Director: Tina Tzoka
Hair Stylist: Rafaelos Agianniotakis
Make up Artist: Sofia Stamelou
Choreographer: Angeliki Mitropoulou
Cast: Thanos Papakonstantinou, Maria Papafotiou

Short Film by Paris Patsouridis

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Οι Βοσκοί

Ο Νίκος Παπατάκης υπογράφει ένα φιλμ που μοιάζει σα να έχει γυριστεί... πέρσυ, παρά το ηθογραφικό του περίβλημα, με κέντρο ένα ατυχές προξενιό, και ταυτόχρονα, ανομολόγητο έρωτα αποδεικνύοντας πως “αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ”, πριν μας βάλει, ειρωνικά, για ύπνο.

Οι πλούσιοι φυλάγονται από τους φίλους τους που είναι φτωχοί.
Καλά κάνουν.
Οι φτωχοί δε φυλάγονται από τους φίλους τους που είναι φτωχοί.
Αυτοί δεν κάνουν καλά”.

Στο δυσεύρετο αυτό φιλμ παρακολουθούμε μία καλλιτεχνική επανάσταση, ένα φιλμ που δε φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Η πάλη των τάξεων, ο βαθύς πόνος για την ξενιτιά, ο άνθρωπος μπροστά από την εποχή του, που περνιέται για τρελός, είναι θεματικές που θίγονται με σαρδόνιο χιούμορ, μέσα από τις περσόνες που συμπυκνώνουν οι καθεμία μια διαφορετική πτυχή της ελληνικής κοινωνίας, ανατριχιαστικά επίκαιρες, παρά το χάσμα ετών από τη σημερινή κατάσταση. 



 Ο ήχος ενός βουβού ραδιοφώνου συνδέει και δένει τα πρόσωπα της ιστορίας, υπογραμμίζοντας, μέσα από την οξύμωρη φύση του, τον παραλογισμό της προσκόλλησης στο παρελθόν. Στήνονται χοροί για επίδοξους δημόσιους υπαλλήλους, οι κατσίκες, πιο σοφές απ' όλους, αυτοκτονούν και δίνονται κλεφτά στοιχεία για το πώς γέννησαν τη νεότητά τους οι μητέρες των ηρωίδων της Αθηνάς Τσαγγάρη.

Η καλλιτεχνική αξία του έργου είναι μεγάλη, με τα κάδρα, ειδικά αυτά του βραδιού της Ανάστασης να παραπέμπουν στη γεωμετρία του Όρσον Γουέλς, και με εξαιρετικές ερμηνείες από όλους ανεξαιρέτως τους ηθοποιούς, κυρίως ως προς την εξέλιξη της συναισθηματικής τους κατάστασης κατά το ξεδίπλωμα του φιλμ.

Φτωχοί και πλούσιοι χορεύουν ένα χορό με αβέβαιο σχηματισμό, στην αναζήτηση της προσωπικής ουτοπίας τους, της Αυστράλιας που ο καθένας έχει φανταστεί. Ενώ ο θεατής, πολύ μετά, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο αν θα μπει, ή όχι, σε αυτό το χορό, που κρατά ακόμα. 


 

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Η παιδική ηλικία του Ιβάν

 “Tarkovsky (The Second Stop Is Jupiter)”

The eternal son runs to the mother
She smoothes his brow and bids him
Drink from her well of hammered mist
Too long sweet lad, fog rises from the ground
The falling soot is just the dust of a shimmering gem
The black moon shines on a lake
White as a hand in the dark
She lifts the lamp to see his face
The silver ladle of his throat
The boy, the beast, and the butterfly.
The sea is a morgue, the sea is a morgue, the needle and the gun
These things float in blood that has no name
The telegraph poles are crosses on the line
Rusted pins, not enough saviours to hang
She blesses the road, the robe and the road and the noose of vine
And waits beneath the triangle
Formed by Mercury, an evening star
The fifth planet with its blistering sore
And the soaring eagle above and to the west
The boy, the beast and the butterfly.
She walks across a bridge of magpies
Her hollow tongue fills the brightness with water
And in the wink of an eye
One planet with a glittering womb
One white crow one diamond head
Big as a world, big as a world
The boy, the beast, the butterfly
Hovering
Above the sore, the blistering sore
of the fifth planet
Wait, stop, don’t forget, don’t forget,
How I played with you
How I kissed away your tears
Don’t forget
The white mouth of the son smiles
this beautiful tunnel, a seed, a flight.

Patti Smith-Banga (2012)




O ποιητής Αndrei Tarkovsky παίρνει αφορμή από το ομώνυμο διήγημα τουVladimir Bogomolov(το οποίο δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως σε λογοτεχνικό επίπεδο) για να παραμερίσει τις λέξεις και να βάλει στη θέση τους εικόνες. Η ταινία που, κατά τον ίδιο, τον έφερε στο κατώφλι του σινεμά, για να αφουγκραστεί πώς κάπως έτσι πρέπει να είναι για εκείνον ο κινηματογράφος. 

Εδώ τα σύμβολα λιώνουν. Άλλα ρέουν στο αγαπημένο μοτίβο του δημιουργού, το νερό και άλλα σκαλώνουν σε κλαδιά δέντρων και βότσαλα παραλίας. Εδώ σημασία έχει απλώς η αλληλουχία εικόνων που αγκαλιάζει έναν αυθόρμητο συνειρμό, η έκφραση και όχι η κατανόηση. Και η φιλοσοφία ζωής του συμπυκνώνεται στις σκηνές αβίαστα, όπως στο διάλογο: “Ένα βιβλίο τέχνης έχει εικόνες;” “Ένα βιβλίο τέχνης είναι όλο εικόνες”.

Ο Ιβαν κατατάσσεται στον πόλεμο. Είναι 12 χρονών. Η μητέρα του, η Γυναίκα, δεν είναι πουθενά. Μόνο τα ζώα καθρεφτίζουν το βλέμμα του. Από τα χέρια της έφυγε για να νιώσει το κρύο μέταλλο του πολέμου. Με το λόγο τους όλοι οι άντρες τη γεννούν για να του επιστραφεί αυτό το βλέμμα. Όμως η αγωνία του δε φεύγει: είναι ο καθρέφτης, αν υπάρχει, πώς μοιάζει, αν είναι από γυαλί ή από νερό. Kαι έρχονται τα πλάνα να απλώνουν την ψυχή του γύρω του, τραγουδούν τη γη, γίνονται εκείνα η μάνα του, τον προστατεύουν από τον πόλεμο. 

Ο Ιβάν είναι ένα ενήλικο παιδί. Που ξέρει ότι όπου κι αν πάει τα αστέρια έχουν ένα βλέμμα γι αυτόν και του δίνουν ένα λευκό χαρτί για να μεγαλώσει τον εαυτό του. Η “παιδική ηλικία” είναι ένα λευκό ειρωνικό μειδίαμα.



Να κοιτάς ένα μήλο που έχει κρεμασμένη την πτώση επάνω του είναι πιο εύκολο από το να κοιτάς κάποιον που αγαπάς. Δε θα το αποφύγει. Η σκιά του θα μικρύνει τόσο, μέχρι ένα κορίτσι να την κλείσει στο χέρι της. Αυτό είναι το δώρο που μπορεί να της χαρίσει. Η νεόητά του έχει προφυλαχτεί.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Η Valerie στην Εβδομάδα των Θαυμάτων

The Rabbit Catcher

It was a place of force—
The wind gagging my mouth with my own blown hair,
Tearing off my voice, and the sea
Blinding me with its lights, the lives of the dead
Unreeling in it, spreading like oil.
I tasted the malignity of the gorse,
Its black spikes,
The extreme unction of its yellow candle-flowers.
They had an efficiency, a great beauty,
And were extravagant, like torture.
There was only one place to get to.
Simmering, perfumed,
The paths narrowed into the hollow.
And the snares almost effaced themselves—
Zeros, shutting on nothing,
Set close, like birth pangs.
The absence of shrieks
Made a hole in the hot day, a vacancy.
The glassy light was a clear wall,
The thickets quiet.
I felt a still busyness, an intent.
I felt hands round a tea mug, dull, blunt,
Ringing the white china.
How they awaited him, those little deaths!
They waited like sweethearts. They excited him.
And we, too, had a relationship—
Tight wires between us,
Pegs too deep to uproot, and a mind like a ring
Sliding shut on some quick thing,
The constriction killing me also.
Sylvia Plath




Το αριστουργηματικό φιλμ του Jaromil Jireš, χαρακτηριστικού δημιουργού του Τσεχοσλοβάκικου Νέου Κύματος, ξαπλώνει σε ένα λιβάδι και περιμένει να περάσει η εφηβεία, αφού και μόνο που ακουμπά τη γη, την ανακαλύπτει. Μαζί με άλλους, όπως η Věra Chytilová, πενθεί σουρρεαλιστικά με τα πλάνα του που μυρίζουν χορτάρι την απώλεια της επαφής του λαού με τη φύση, την οποία διαδέχτηκε η μεταλλολάγνα βιομηχανοποίηση. 

Εδώ η φύση είναι συνώνυμο με την άνοιξη της γυναίκας και η τόσο εύστοχη έκφραση της θηλυκότητας σχετίζεται ενδεχομένως και με το γεγονός πως πίσω από το φιλμ βρίσκεται η “Νονά” του Νέου Κύματος, Ester Krumbachová. Με εμπλοκή τόσο στο σενάριο όσο και στην παραγωγή και στα κοστούμια, και με τη δήλωση του Jireš πως χωρίς εκείνη η ταινία δε θα υπήρχε, σαν ο σκηνοθέτης να εγκόλπωσε ό,τι θηλυκό εκείνη προσέφερε ώστε να γεννηθεί η Βάλερι.

H Bάλερι ξυπνά στο κατώφλι ενός λευκού λαγουμιού. Την καλεί ένα κουνέλι για να το πιάσει, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο της τον αναδυόμενο εαυτό. Το κουνέλι καταπίνει τους γύρω της για να τους μεταμορφώσει σε σκιές που τρέφονται με μαργαρίτες. Εκείνη και ο εαυτός της είναι μόνοι, και όλο το ονειρικό ταξίδι της μέσα από τα στάχυα των λέξεων γίνεται για να κοιτάξει τη μοναξιά στα μάτια. 

Kάθε όνειρο έχει τρύπες. Λαγούμια που διασταυρώνονται σε λαβυρίνθους και την κάνουν να γλιστρά ανάμεσα σε τέρατα και θεότητες, ώστε να πάρει πίσω τα σκουλαρίκια που αποθηκεύει εκεί που κάποτε έμοιαζε με σφαίρα. Εκεί, ένα με τη μητέρα της, όπου ήταν αθώα, όπου το μόνο που τη χώριζε από τον  κόσμο ήταν οι ήχοι έξω από τις δυο τους, κι αυτοί ακουσμένοι σα μία μακρινή μελωδία που δεν την αφορούσε.

Το κορίτσι χορεύει με το Διόνυσο και παίρνει το δείπνο της στο ίδιο ερειπωμένο τραπέζι των δεσποινίδων των Daisies, με τις οποίες σίγουρα είχαν μία ενδιαφέρουσα χωρίς όρια συνάντηση off screen. Οι λέξεις γίνονται στάχυα. Ο ήλιος τις χτυπά και τις συσκοτίζει: γάμος, νεότητα, αετός. H Valerie τις διαλέγει φαινομενικά προσεκτικά, αλλά στην πραγματικότητα εντελώς διαισθητικά. Τις προσφέρει σαν καρπούς αλλά τελικά τις μασά η ίδια, ώστε οι γύρω της να τραφούν. Μια Κοκκινοσκουφίτσα διαμελισμένη σε πολλά εφιαλτικά πρόσωπα, που όλα θέλουν να πάρουν από κάτι από αυτή. Τελικά κάθε ένας, με τη σειρά του, γονιμοποιεί τον καινούριο εαυτό της Valerie, και εκείνη απλώς χαμογελά. 

Πώς μπορείς να αγαπήσεις κάποιον που φοβάσαι;” “Ακριβώς γι αυτό”, της απαντά μία μελλοντική σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Ποιός είναι ο πατέρας της Bάλερι; Ποιά είναι τα όρια του Νόμου; Αυτά θα καθορίσουν αν εκείνη μπορεί να ερωτευτεί ή όχι, ώσπου η ίδια να διατυπώσει το δικό της Νόμο. Προς το παρόν, αγαπά κάτι ενδιάμεσο, τον αδερφό της, που έχει όνομα Αετού, αλλά είναι μία αγάπη που απλώς έχει ξαναζήσει, μία μουσική που έχει ξανακούσει και αρθρώνει το πρώτο γράμμα της προσωπικής της ηθικής. 

Στο καλάθι της Βάλερι η αθωότητα θα κοιμάται ήσυχη, ίσως. Και εκείνη θα βάλει όλους όσους συνάντησε στους λαβυρίνθους για ύπνο, τη γιαγιά που τη ζηλεύει, τον αδερφό της γενναιόδωρα δίπλα σε μια κοπέλα και τις νεράιδες του δάσους στα κλαδιά ενός δέντρου, όπου ανήκουν. Θα ακολουθήσει τη μουσική, όπου εδράζει το σκοτάδι, ο βλαστός της ζωής και όλα αυτά που εκείνη δε θα ξέρει ποτέ.

*Πληροφορίες για την κατασκευή του φιλμ αντλήθηκαν από το κείμενο του Βασίλη Οικονόμου στο 24fpsverite.com

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Έκπτωτος Άγγελος


Gray Room

Although you sit in a room that is gray,
Except for the silver
Of the straw-paper,
And pick
At your pale white gown;
Or lift one of the green beads
Of your necklace,
To let it fall;
Or gaze at your green fan
Printed with the red branches of a red willow;
Or, with one finger,
Move the leaf in the bowl–
The leaf that has fallen from the branches of the forsythia
Beside you…
What is all this?
I know how furiously your heart is beating.
Wallace Stevens

Ίσως ποτέ άλλοτε η κακοποίηση να μην ήρθε τόσο κοντά με την ποίηση, όσο στον κόσμο αυτού του φιλμ. Πέρα από την τριλογία του που μυρίζει φως (Αυγό, Μέλι, Γάλα) ο Semih Kaplanoglu σε αυτή την ταινία του 2005 βουτά στο σκοτάδι μίας κόρης που μεγαλώνει στη σκιά της βίας από τον πατέρα της. Παραδίδει, έτσι, ένα από τα πιο ιδιαίτερα εικαστικά αλλά και στο σύνολό τους έργα, που μέσα στη σιωπή τους κραυγάζουν από την αρχή ως το τέλος.



Η Zeynep φροντίζει και καθαρίζει τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Το δικό της δωμάτιο δεν μπορεί όμως να καθαριστεί όσο κι αν εκείνη προσπαθήσει. Λέρωνε από μάτια. Μένει με τον πατέρα της που δε σταματά να της κάνει κακό. Τα χέρια του χαράζουν δρόμους πάνω της, μόνο και μόνο για να είναι σίγουρος ότι εκείνη δε θα τους περπατήσει ποτέ. Η μητέρα της υπάρχει μόνο ως φάντασμα που γέννησε έναν Άγγελο. Όμως, από την αρχή της γέννησής του αυτός ο Άγγελος κοιτούσε το δάπεδο, έκπτωτος εκ γενετής.

Η κοπέλα δε μιλά. Μόνος σκοπός της ζωής της είναι να καταφέρει να αλλάξει ρούχα. Έστω κι αν τα ρούχα που θα φορέσει είναι εκείνα μίας νεκρής, ποτισμένα με τις τύψεις ενός άλλου άντρα, σε ένα παράλληλο σύμπαν που δεν την αφορά. Τελικά το νιώθει πως δεν υπάρχει σκοπός, παρά μόνο γύμνια.

Σε αυτό το σπίτι εκείνη κινείται μόνο όταν εκείνος δεν είναι εκεί. Κλαίει χωρίς δάκρυα, αλλά με ήχο. Ένας Άντρας ακούει τον ήχο να πέφτει στο κενό και αποφασίζει να θυσιαστεί. Γίνεται το όχημα για να ανέβει πάνω του η κόρη και να κλείσει τα μάτια του πατέρα της με κόκκινα χέρια.

 Το φιλμ παίζει με την έννοια του εγκλωβιστικού χώρου. Η κοπέλα μεταφέρει τη βαλίτσα της από τον ένα χώρο στον άλλον μήπως και βρει πού χωρά και η κάμερα της ανοιγοκλείνει τα φώτα και της δίνει προστατευτικά όρια, σε κάδρα καθρέφτες της ψυχής της. Πιο μετά, γίνεται απρόσμενα μια βαλίτσα. Γίνεται χώρος μήπως και ξεχάσει το χρόνο. Το μέσα και το έξω δε χωρίζονται παρά από ένα κλείσιμο ματιού. Ο χώρος που την εγκλώβιζε δεν ήταν έξω αλλά μέσα της. Ο Άντρας άνοιξε τα φύλλα των παραθύρων κι εκείνη ένιωσε λίγο πιο ελεύθερη πριν πέσει, μήπως νιώσει την ανάσα του πατώματος για άλλη μια φορά.

Η βαλίτσα της είναι ένα ματωμένο παιδί χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Και το μόνο για το οποίο έχει εκείνη δύναμη είναι να το ταϊσει με το αίμα τους.



Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

It felt like love

Η Lila είναι 14 και μένει στο Μπρούκλιν. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ξυπνά το σώμα της και μαζί και η πιεστική επιθυμία της να σχετιστεί με τους γύρω της.
Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Eliza Hittman αφορά σε μία απόπειρα αφής της εφηβείας, ιδιαίτερη και υπνωτιστική. Ενώ θυμίζει πολύ το Thirteen ή το Μy Summer Of Love, ως προς την αισθητική, εδώ δεν υπάρχουν κορυφώσεις δράματος, αφού αυτή η μάσκα της εφηβείας, έχει φορεθεί από την αρχή του φιλμ στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας. Η μάσκα αυτή κινείται ανάλογα, κάθε φορά, με κάποιο επίπονο ερέθισμα που της θυμίζει τις ελλείψεις της: τα σώματα, ένα βλέμμα, ένα θρόισμα προσέγγισης, είναι ψηφίδες που ταυτόχρονα χτίζουν αυτή τη μάσκα και τη σπάνε. 

 

Η υγρασία και η σκοτεινιά της Νέας Υόρκης μεταφέρονται σα να τη βλέπεις κάτω από το βυθό της θάλασσας, η φωτογραφία είναι εξαιρετική, η κινηματογράφηση πειραματίζεται με λήψεις και η φυσικότητα των ηθοποιών φλερτάρει με τους ερασιτέχνες του Kids χωρίς όμως να προσεγγίζει αυτή την ιδιαίτερη σκοτεινιά και ωμότητα. Ίσως εδώ το όνειρο και η υποκειμενικότητα να είναι προτεραιότητες, να γινόμαστε το ηδονοβλεπτικό βλέμμα της πρωταγωνίστριας, σαν η κραυγή βοήθειας που απευθύνει να είναι προορισμένη να την ακούσει, μυστικά, μόνο ο θεατής και να τη μετατρέψει σε ψιθύρισμα. Δεν επιχειρείται μεγάλη εμβάθυνση στους ήρωες, εκτός ίσως από την πτυχή της σχέσης της Lila με τη φίλη της και το σοφό πατέρα της, ωστόσο, αφού δεν υπάρχει τίποτε το περίπλοκο. Τι πιο περίπλοκο, άλλωστε, από την αλλαγή του μεγαλώματος και τη συνειδητοποίηση των απωλειών.
Η ηρωίδα φτάνει στον πάτο των συναισθημάτων της, μετά από το σπρώξιμο της απελπισμένης έλξης που αισθάνεται για κάποιον μεγαλύτερό της και άπιαστο, για να δει ότι στο βυθό που κυνηγά δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά κενό. Το ίδιο και η ταινία, περπατά πίσω από την εφηβεία, αφήνοντας ένα αίσθημα κενού, όπως ακριβώς μία νεκρή εφηβική μέρα του καλοκαιριού. 


Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Kumiko, the treasure hunter

Η σουρεάλ (αλλά με καθ΄ όλα πραγματική προέλευση) ιστορία της Kumiko, που, φανατική των αδερφών Κοέν, ξεκινά ένα ταξίδι στο αυθεντικό χιονισμένο location του φιλμ, προκειμένου να βρει μία βαλίτσα με χρήματα, τον προσωπικό της θησαυρό, τον οποίο είναι πεπεισμένη ότι θα τη βρει να την περιμένει μέσα στους πάγους.
Μία Κοκκινοσκουφίτσα μεγαλωμένη σε ένα Ιαπωνικό δάσος, ζει μόνη της και φροντίζει το κουνέλι της, που δεν ξέρει ότι έχει ξεφύγει από τη Χώρα των Θαυμάτων. Πίνει τσάι, αντιδρά με βία στο να κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια, δεν την ενδιαφέρει ο έρωτας, έχει φετίχ τα VHS, μιλά με τη μαμά της στο τηλεφωνο χωρίς να ξέρει αν το θέλει ή όχι και λατρεύει το Fargo των αδερφών Κοέν. Τόσο που είναι αποφασισμένη να βρει αυτό το θησαυρό που έχει θαφτεί κάτω από τα χιόνια. Και από τη στιγμή που γεννήθηκε το όνειρο αυτό μέσα της, τίποτε δεν μπορεί να σταθεί στο δρόμο της.



Οι Αμερικάνοι δημιουργοί David και Nathan Zellner (με φιλμογραφία που περιλαμβάνει τα Κid-Thing, Goliath) είναι βαθιά σινεφίλ, πραγματικοί ανθρωπιστές, και παραδίδουν κάτι πρωτότυπο, αυθεντικό, σκοτεινό, με χιούμορ και άπειρη αγάπη, σερβίροντας τσάι στην Kumiko ώστε να συνεχίσει να κυνηγά το όνειρό της. Μία ηρωίδα ανάμεσα στο Hard Candy και την Saint Clara, με το Ι'll read you a story της Colleen να γίνεται το νέο Elephant Woman των Cocorosie. Διατηρείται η αρκετά συνηθισμένη σεναριακή δομή του ανθρώπου που βάζει στόχο και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας τον κυνηγά, για να ανατρέπεται ώρα με την ώρα, και όχι με φαντασμαγορικά εφέ αλλά με πειραγμενη σκηνοθεσία με απροσδόκητα πλάνα. Το καταπληκτικό πρόσωπο της πρωταγωνίστριας Yuriko Kikuchi, που με τις εκφράσεις του ταξιδεύει ταυτόχρονα από τη μία άκρη της γης στην άλλη σε μια στιγμή.
Η ιστορία στην οποία βασίστηκε το φιλμ έχει όντως συμβεί, και αναφέρεται σε μία κοπέλα από την Ιαπωνία που πήγε στη Μινεσότα από το Τόκυο για να πραγματοποιήσει τον Urban Legend που είχε δημιουργήσει το φιλμ των Κοέν. Με την ευχή να βρει σύντομα διανομή στην Ελλάδα, ένα μικρό αριστούργημα που μας διαβάζει μια ιστορία κάτω από ένα πάπλωμα που, όσο ταλαιπωρημένο και νωπό και να είναι, μολις το αγγίξεις έχει την ικανοτητα να σε κάνει να πετάς.

Πρώτη Δημοσίευση στο Move It

Διαβάσατε περισσότερο