Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λύκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λύκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

La Viaccia


«Όλα εγίναν κοντινά κι όλα τα κοντινά έχουν πέτρες γίνει» *

«Raccontami una storia.
Allegra o mesta?
Allegra più che puoi.
C’era una volta un cimitero…»
 
William Shakespeare
 



Με αυτό το sonetto που περιδιαβαίνει στα νεκροταφεία, σηματοδοτείται η αρχή της ιστορίας που μας διηγείται το La Viaccia του Mauro Bolognini, σκηνοθέτη με φήμη περιφερειακού εκπροσώπου του ιταλικού σινεμά σε σχέση με άλλους πιο διάσημους όπως ο Rosselini ή ο Visconti.

Ένα νεκροταφείο της “αθώας” αντρικής φύσης, που μαθαίνει, με σκονισμένα πόδια από τους “κακούς δρόμους”, να ενηλικιώνεται, διεκδικώντας τη Γυναίκα. Η πέτρα του σκανδάλου είναι για τον Amerigo ή Ghigo (ένας αξιαγάπητα αμήχανος Jean-Paul Belmondo) η όχι και τόσο λευκή Bianca, που ενσαρκώνεται από την υπέροχη Claudia Cardinale. Η Γυναίκα όμως είναι μόνο μία πέτρα μπροστά στο άπειρο της Γης και το τι μπορεί εκείνη να συμβολίζει για τον καθένα.

Σε αυτό το φιλμ, η Γη, ως μία ακόμα πλευρά της θηλυκότητας, είναι η γυναίκα που δεν προδίδει ποτέ κανένα από τους άντρες και η μόνη που όλοι τους διεκδικούν, ζωντανοί ή νεκροί. Η Viaccia είναι η φάρμα που απομυζά ο Amerigo για να σχετιστεί, με τον τρόπου που θεωρεί ιδανικό, με την πόρνη Βianca. Aλλά είναι, επιπλέον, και ένας “κακός δρόμος” χωρίς Όνομα, ένα παιδί χωρίς πατέρα. Και η άνδρες παίζουν στα χαρτιά την πατρότητά της.

Μία ιστορία ερωτική, αλλά παράλληλα και ταξική, πολιτική με το δίπολο κακού/καλού αφεντικού ένα ίχνος που πάλλει η έλλειψη του πατέρα για το νεαρό Amerigo. Ένας έρωτας εξ’ αρχής νεκρός, παράνομος και κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι του ασθενούς θείου, που συντηρεί την όποια σχέση των δύο εραστών, με τον επικείμενο θάνατό του.

Η κινηματογράφηση, με πολλά πλάνα σοφά μοιρασμένα σε τρία επίπεδα, περιγράφει σχολαστικά την πορεία του νεαρού άντρα από το παρελθόν του στο μέλλον του (σε πολλές σκηνές βλέπουμε κίνηση του ήρωα από τα αριστερά προς τα δεξιά και όσο προχωρά η υπόθεση οι κατευθύνσεις αναπροσαρμόζονται). Μία άλλη Δίκη στο δικαστήριο της Γης, εδώ η μεγάλη πόρτα που προσπαθεί να ανοίξει ο νεαρός άντρας είναι η πύλη προς τον ποταμό Arno. Και όσο τα παιδιά ντύνονται το περίβλημα του άντρα, η φωτογραφία ψιθυρίζει πως στη Φλωρεντία δε σταματά να βρέχει.

Η σχέση του ζευγαριού α-ληθινή-αξέχαστη, αυθεντική, τραχιά, ζωώδης, μεταμορφωτική. Ο ένας παίρνει τη θέση του άλλου για να πετάξουν τελικά τις μάσκες τους. Αυτό το ζευγάρι, μπαίνει μαζί στο δωμάτιο του Freud, αλλά δεν κάθεται στο ντιβάνι του. Η ανισορροπία μεταξύ τους συνίσταται στο ότι εκείνος την έχει ανάγκη, αλλά εκείνη τον επι-θυμεί. Επιβάλλεται στο θυμικό της, στο συναίσθημά της. Μία γυναίκα που διψά για όρια και τα διαλύει σε υγρά φιλιά. “Una putana que raggiona”, μία πόρνη που σκέφτεται.ίσως η ιδανική γυναίκα, και γι αυτό υπαρκτή μόνο σε ζωογόνες στιγμές. Με την επιθυμία της στο εδώ και τώρα. Μία γάτα που εξημερώνει, όποτε επιθυμεί, τον εαυτό της. Και περιεργάζεται εκείνον, που βρίσκεται απλώς στην αρχή του να κοιτά την ανάγκη του στα μάτια. Ένας έρωτας από εκείνους όπου ο ένας τρέφει το θηρίο της έλλειψης στον κόρφο του άλλου.

Όμως δεν είναι όλοι οι έρωτες ίδιοι. Υπάρχουν κι εκείνοι όπου ο ένας “προστατεύει τη μοναξιά του άλλου”. Γι αυτούς τους έρωτες ήταν η μοίρα του Amerigo να περπατήσει στον “κακό δρόμο¨. Για να αποκτήσει μία διαθέσιμη μοναξιά.

Τα διαμαντάκια συχνά βρίσκονται μόνα, σκονισμένα στους “κακούς δρόμους” και περιμένουν κάποιον να τα ανακαλύψει και να τα φέρει στον κόσμο. Και το φιλμ αυτό είναι δυνατό και φρέσκο, ακόμα και σήμερα, σαν έναν άντρα που μόλις κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια, για πρώτη φορά.

*R. M. Rilke
Το βιβλίο του προσκυνήματος
Μετάφραση
Άρης Δικταίος
 
 Πρώτη Δημοσίευση στο Λύκο

Σπάνια Προβολή στη 'Ιριδα

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Η παιδική ηλικία του Ιβάν

 “Tarkovsky (The Second Stop Is Jupiter)”

The eternal son runs to the mother
She smoothes his brow and bids him
Drink from her well of hammered mist
Too long sweet lad, fog rises from the ground
The falling soot is just the dust of a shimmering gem
The black moon shines on a lake
White as a hand in the dark
She lifts the lamp to see his face
The silver ladle of his throat
The boy, the beast, and the butterfly.
The sea is a morgue, the sea is a morgue, the needle and the gun
These things float in blood that has no name
The telegraph poles are crosses on the line
Rusted pins, not enough saviours to hang
She blesses the road, the robe and the road and the noose of vine
And waits beneath the triangle
Formed by Mercury, an evening star
The fifth planet with its blistering sore
And the soaring eagle above and to the west
The boy, the beast and the butterfly.
She walks across a bridge of magpies
Her hollow tongue fills the brightness with water
And in the wink of an eye
One planet with a glittering womb
One white crow one diamond head
Big as a world, big as a world
The boy, the beast, the butterfly
Hovering
Above the sore, the blistering sore
of the fifth planet
Wait, stop, don’t forget, don’t forget,
How I played with you
How I kissed away your tears
Don’t forget
The white mouth of the son smiles
this beautiful tunnel, a seed, a flight.

Patti Smith-Banga (2012)




O ποιητής Αndrei Tarkovsky παίρνει αφορμή από το ομώνυμο διήγημα τουVladimir Bogomolov(το οποίο δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως σε λογοτεχνικό επίπεδο) για να παραμερίσει τις λέξεις και να βάλει στη θέση τους εικόνες. Η ταινία που, κατά τον ίδιο, τον έφερε στο κατώφλι του σινεμά, για να αφουγκραστεί πώς κάπως έτσι πρέπει να είναι για εκείνον ο κινηματογράφος. 

Εδώ τα σύμβολα λιώνουν. Άλλα ρέουν στο αγαπημένο μοτίβο του δημιουργού, το νερό και άλλα σκαλώνουν σε κλαδιά δέντρων και βότσαλα παραλίας. Εδώ σημασία έχει απλώς η αλληλουχία εικόνων που αγκαλιάζει έναν αυθόρμητο συνειρμό, η έκφραση και όχι η κατανόηση. Και η φιλοσοφία ζωής του συμπυκνώνεται στις σκηνές αβίαστα, όπως στο διάλογο: “Ένα βιβλίο τέχνης έχει εικόνες;” “Ένα βιβλίο τέχνης είναι όλο εικόνες”.

Ο Ιβαν κατατάσσεται στον πόλεμο. Είναι 12 χρονών. Η μητέρα του, η Γυναίκα, δεν είναι πουθενά. Μόνο τα ζώα καθρεφτίζουν το βλέμμα του. Από τα χέρια της έφυγε για να νιώσει το κρύο μέταλλο του πολέμου. Με το λόγο τους όλοι οι άντρες τη γεννούν για να του επιστραφεί αυτό το βλέμμα. Όμως η αγωνία του δε φεύγει: είναι ο καθρέφτης, αν υπάρχει, πώς μοιάζει, αν είναι από γυαλί ή από νερό. Kαι έρχονται τα πλάνα να απλώνουν την ψυχή του γύρω του, τραγουδούν τη γη, γίνονται εκείνα η μάνα του, τον προστατεύουν από τον πόλεμο. 

Ο Ιβάν είναι ένα ενήλικο παιδί. Που ξέρει ότι όπου κι αν πάει τα αστέρια έχουν ένα βλέμμα γι αυτόν και του δίνουν ένα λευκό χαρτί για να μεγαλώσει τον εαυτό του. Η “παιδική ηλικία” είναι ένα λευκό ειρωνικό μειδίαμα.



Να κοιτάς ένα μήλο που έχει κρεμασμένη την πτώση επάνω του είναι πιο εύκολο από το να κοιτάς κάποιον που αγαπάς. Δε θα το αποφύγει. Η σκιά του θα μικρύνει τόσο, μέχρι ένα κορίτσι να την κλείσει στο χέρι της. Αυτό είναι το δώρο που μπορεί να της χαρίσει. Η νεόητά του έχει προφυλαχτεί.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Η Valerie στην Εβδομάδα των Θαυμάτων

The Rabbit Catcher

It was a place of force—
The wind gagging my mouth with my own blown hair,
Tearing off my voice, and the sea
Blinding me with its lights, the lives of the dead
Unreeling in it, spreading like oil.
I tasted the malignity of the gorse,
Its black spikes,
The extreme unction of its yellow candle-flowers.
They had an efficiency, a great beauty,
And were extravagant, like torture.
There was only one place to get to.
Simmering, perfumed,
The paths narrowed into the hollow.
And the snares almost effaced themselves—
Zeros, shutting on nothing,
Set close, like birth pangs.
The absence of shrieks
Made a hole in the hot day, a vacancy.
The glassy light was a clear wall,
The thickets quiet.
I felt a still busyness, an intent.
I felt hands round a tea mug, dull, blunt,
Ringing the white china.
How they awaited him, those little deaths!
They waited like sweethearts. They excited him.
And we, too, had a relationship—
Tight wires between us,
Pegs too deep to uproot, and a mind like a ring
Sliding shut on some quick thing,
The constriction killing me also.
Sylvia Plath




Το αριστουργηματικό φιλμ του Jaromil Jireš, χαρακτηριστικού δημιουργού του Τσεχοσλοβάκικου Νέου Κύματος, ξαπλώνει σε ένα λιβάδι και περιμένει να περάσει η εφηβεία, αφού και μόνο που ακουμπά τη γη, την ανακαλύπτει. Μαζί με άλλους, όπως η Věra Chytilová, πενθεί σουρρεαλιστικά με τα πλάνα του που μυρίζουν χορτάρι την απώλεια της επαφής του λαού με τη φύση, την οποία διαδέχτηκε η μεταλλολάγνα βιομηχανοποίηση. 

Εδώ η φύση είναι συνώνυμο με την άνοιξη της γυναίκας και η τόσο εύστοχη έκφραση της θηλυκότητας σχετίζεται ενδεχομένως και με το γεγονός πως πίσω από το φιλμ βρίσκεται η “Νονά” του Νέου Κύματος, Ester Krumbachová. Με εμπλοκή τόσο στο σενάριο όσο και στην παραγωγή και στα κοστούμια, και με τη δήλωση του Jireš πως χωρίς εκείνη η ταινία δε θα υπήρχε, σαν ο σκηνοθέτης να εγκόλπωσε ό,τι θηλυκό εκείνη προσέφερε ώστε να γεννηθεί η Βάλερι.

H Bάλερι ξυπνά στο κατώφλι ενός λευκού λαγουμιού. Την καλεί ένα κουνέλι για να το πιάσει, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο της τον αναδυόμενο εαυτό. Το κουνέλι καταπίνει τους γύρω της για να τους μεταμορφώσει σε σκιές που τρέφονται με μαργαρίτες. Εκείνη και ο εαυτός της είναι μόνοι, και όλο το ονειρικό ταξίδι της μέσα από τα στάχυα των λέξεων γίνεται για να κοιτάξει τη μοναξιά στα μάτια. 

Kάθε όνειρο έχει τρύπες. Λαγούμια που διασταυρώνονται σε λαβυρίνθους και την κάνουν να γλιστρά ανάμεσα σε τέρατα και θεότητες, ώστε να πάρει πίσω τα σκουλαρίκια που αποθηκεύει εκεί που κάποτε έμοιαζε με σφαίρα. Εκεί, ένα με τη μητέρα της, όπου ήταν αθώα, όπου το μόνο που τη χώριζε από τον  κόσμο ήταν οι ήχοι έξω από τις δυο τους, κι αυτοί ακουσμένοι σα μία μακρινή μελωδία που δεν την αφορούσε.

Το κορίτσι χορεύει με το Διόνυσο και παίρνει το δείπνο της στο ίδιο ερειπωμένο τραπέζι των δεσποινίδων των Daisies, με τις οποίες σίγουρα είχαν μία ενδιαφέρουσα χωρίς όρια συνάντηση off screen. Οι λέξεις γίνονται στάχυα. Ο ήλιος τις χτυπά και τις συσκοτίζει: γάμος, νεότητα, αετός. H Valerie τις διαλέγει φαινομενικά προσεκτικά, αλλά στην πραγματικότητα εντελώς διαισθητικά. Τις προσφέρει σαν καρπούς αλλά τελικά τις μασά η ίδια, ώστε οι γύρω της να τραφούν. Μια Κοκκινοσκουφίτσα διαμελισμένη σε πολλά εφιαλτικά πρόσωπα, που όλα θέλουν να πάρουν από κάτι από αυτή. Τελικά κάθε ένας, με τη σειρά του, γονιμοποιεί τον καινούριο εαυτό της Valerie, και εκείνη απλώς χαμογελά. 

Πώς μπορείς να αγαπήσεις κάποιον που φοβάσαι;” “Ακριβώς γι αυτό”, της απαντά μία μελλοντική σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Ποιός είναι ο πατέρας της Bάλερι; Ποιά είναι τα όρια του Νόμου; Αυτά θα καθορίσουν αν εκείνη μπορεί να ερωτευτεί ή όχι, ώσπου η ίδια να διατυπώσει το δικό της Νόμο. Προς το παρόν, αγαπά κάτι ενδιάμεσο, τον αδερφό της, που έχει όνομα Αετού, αλλά είναι μία αγάπη που απλώς έχει ξαναζήσει, μία μουσική που έχει ξανακούσει και αρθρώνει το πρώτο γράμμα της προσωπικής της ηθικής. 

Στο καλάθι της Βάλερι η αθωότητα θα κοιμάται ήσυχη, ίσως. Και εκείνη θα βάλει όλους όσους συνάντησε στους λαβυρίνθους για ύπνο, τη γιαγιά που τη ζηλεύει, τον αδερφό της γενναιόδωρα δίπλα σε μια κοπέλα και τις νεράιδες του δάσους στα κλαδιά ενός δέντρου, όπου ανήκουν. Θα ακολουθήσει τη μουσική, όπου εδράζει το σκοτάδι, ο βλαστός της ζωής και όλα αυτά που εκείνη δε θα ξέρει ποτέ.

*Πληροφορίες για την κατασκευή του φιλμ αντλήθηκαν από το κείμενο του Βασίλη Οικονόμου στο 24fpsverite.com

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Έκπτωτος Άγγελος


Gray Room

Although you sit in a room that is gray,
Except for the silver
Of the straw-paper,
And pick
At your pale white gown;
Or lift one of the green beads
Of your necklace,
To let it fall;
Or gaze at your green fan
Printed with the red branches of a red willow;
Or, with one finger,
Move the leaf in the bowl–
The leaf that has fallen from the branches of the forsythia
Beside you…
What is all this?
I know how furiously your heart is beating.
Wallace Stevens

Ίσως ποτέ άλλοτε η κακοποίηση να μην ήρθε τόσο κοντά με την ποίηση, όσο στον κόσμο αυτού του φιλμ. Πέρα από την τριλογία του που μυρίζει φως (Αυγό, Μέλι, Γάλα) ο Semih Kaplanoglu σε αυτή την ταινία του 2005 βουτά στο σκοτάδι μίας κόρης που μεγαλώνει στη σκιά της βίας από τον πατέρα της. Παραδίδει, έτσι, ένα από τα πιο ιδιαίτερα εικαστικά αλλά και στο σύνολό τους έργα, που μέσα στη σιωπή τους κραυγάζουν από την αρχή ως το τέλος.



Η Zeynep φροντίζει και καθαρίζει τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Το δικό της δωμάτιο δεν μπορεί όμως να καθαριστεί όσο κι αν εκείνη προσπαθήσει. Λέρωνε από μάτια. Μένει με τον πατέρα της που δε σταματά να της κάνει κακό. Τα χέρια του χαράζουν δρόμους πάνω της, μόνο και μόνο για να είναι σίγουρος ότι εκείνη δε θα τους περπατήσει ποτέ. Η μητέρα της υπάρχει μόνο ως φάντασμα που γέννησε έναν Άγγελο. Όμως, από την αρχή της γέννησής του αυτός ο Άγγελος κοιτούσε το δάπεδο, έκπτωτος εκ γενετής.

Η κοπέλα δε μιλά. Μόνος σκοπός της ζωής της είναι να καταφέρει να αλλάξει ρούχα. Έστω κι αν τα ρούχα που θα φορέσει είναι εκείνα μίας νεκρής, ποτισμένα με τις τύψεις ενός άλλου άντρα, σε ένα παράλληλο σύμπαν που δεν την αφορά. Τελικά το νιώθει πως δεν υπάρχει σκοπός, παρά μόνο γύμνια.

Σε αυτό το σπίτι εκείνη κινείται μόνο όταν εκείνος δεν είναι εκεί. Κλαίει χωρίς δάκρυα, αλλά με ήχο. Ένας Άντρας ακούει τον ήχο να πέφτει στο κενό και αποφασίζει να θυσιαστεί. Γίνεται το όχημα για να ανέβει πάνω του η κόρη και να κλείσει τα μάτια του πατέρα της με κόκκινα χέρια.

 Το φιλμ παίζει με την έννοια του εγκλωβιστικού χώρου. Η κοπέλα μεταφέρει τη βαλίτσα της από τον ένα χώρο στον άλλον μήπως και βρει πού χωρά και η κάμερα της ανοιγοκλείνει τα φώτα και της δίνει προστατευτικά όρια, σε κάδρα καθρέφτες της ψυχής της. Πιο μετά, γίνεται απρόσμενα μια βαλίτσα. Γίνεται χώρος μήπως και ξεχάσει το χρόνο. Το μέσα και το έξω δε χωρίζονται παρά από ένα κλείσιμο ματιού. Ο χώρος που την εγκλώβιζε δεν ήταν έξω αλλά μέσα της. Ο Άντρας άνοιξε τα φύλλα των παραθύρων κι εκείνη ένιωσε λίγο πιο ελεύθερη πριν πέσει, μήπως νιώσει την ανάσα του πατώματος για άλλη μια φορά.

Η βαλίτσα της είναι ένα ματωμένο παιδί χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Και το μόνο για το οποίο έχει εκείνη δύναμη είναι να το ταϊσει με το αίμα τους.



Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Inside Llewin Davis

«Η αληθινή ζωή αρχίζει όταν είμαστε μόνοι, αντιμέτωποι με τον άγνωστό μας εαυτό. Αυτό που συμβαίνει όταν συνευρισκόμαστε καθορίζεται από τους εσωτερικούς μας μονολόγους. Τα ουσιώδη και στ'αλήθεια ζωτικά γεγονότα που μας σημαδεύουν στο δρόμο είναι οι καρποί της σιωπής και της μοναξιάς. Αποδίδουμε πολλά στις τυχαίες συναντήσεις, τις μνημονεύουμε ως κρίσιμες καμπές της ζωής μας, αλλά τα συναπαντήματα αυτά δε θα πραγματοποιούνταν αν δεν είχαμε ήδη προετοιμάσει τον εαυτό μας γι αυτό»

Henry Miller


Συνήθως τα πράγματα πρώτα σε βρίσκουν και μετά διαπιστώνεις αν τα επιθυμείς ή όχι. Κάθε πλάνο του νέου φιλμ των αδερφών Κοέν είναι κι ένα βήμα πιο κοντά στο ταξίδι του Llewin Davis προς το μέσα του. Κι αν αυτό το ταξίδι ήταν προσχεδιασμένο και επιθυμητό εδώ και καιρό, η μυρωδιά του αέρα του προορισμού, που καθορίζει τελικά και τη φύση της επιθυμίας, δεν μπορεί παρά να είναι προς ανακάλυψη.

Στο φιλμ αποτυπώνεται η φανταστική μίξη των ημερολογίων του αγαπημένου folk μουσικού Dave Van Ronk και της πένας των αδερφών Κοέν, ποτισμένη από τη μοναξιά. Ο Llewyn Davis φεύγει από την αφιλόξενη, σε κάθε επίπεδο, για εκείνον, Νέα Υόρκη, με τα δύο l του ονόματός του να τον βαραίνουν και κάτω από τη σκιά του θανάτου του άλλου μουσικού μισού του. Αναζητά μία δισκογραφική εταιρία, προκειμένου να προωθήσει το άλμπουμ του, που φέρει και τον τίτλο του φιλμ. Mε τα πόδια του είναι ντυμένα με τη μουσική του ξεκινά την πορεία για να συναντήσει το άγνωστο, πάνω στο οποίο έχει προβάλλει τις προσδοκίες του να αλλάξει ζωή. Πόσο είναι, όμως, έτοιμος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του για να τον βρει μία γάτα; Και πόσο εκείνη θα παραμείνει μαζί του σε αυτό το ταξίδι;

Κάτω από το βλέμμα αυτής της γάτας, οι αντιφάσεις κυριαρχούν, με τη μελαγχολία χέρι χέρι με το κλασικό χιούμορ των Κοέν, οι οποίοι φαίνεται με αφορμή τον ήρωά τους, να κάνουν στροφή προς πιο εσωτερική κινηματογράφηση. Η φωτογραφία γλιστρά στο βλέμμα, σκοτεινή σα βινύλιο και αγκαλιάζει, ειδικά στους εσωτερικούς χώρους τον ήρωα, ως αντιστάθμισμα στα πατώματα των διάφορων φίλων στους οποίους αναγκάζεται να διαμένει για να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Τα πρόσωπα που είναι αγαπημένα (γυναίκες, ο πατέρας) εντοιχίζονται στα πλάνα, εγκλωβισμένα σε σπίτια στα οποία δεν επιθυμούν να βρίσκονται και ουσιαστικά τον διώχνουν στο δρόμο, όπου όλα είναι ελεύθερα και πιθανά.. Με τα στερεότυπα περί καλλιτεχνών να καταρρέουν ένα ένα, όπως τα εμπόδια που υπερπηδά ο ήρωας προκειμένου να κάνει το θολό του όνειρο πραγματικότητα, μας δίνεται μία ρεαλιστική και ταυτόχρονα ποιητική εικόνα του κόσμου της μουσικής, Ενώ το φιλμ βυθίζεται στην ονειροπόληση, ταυτόχρονα σου πετά στο πρόσωπο την κυνική πραγματικότητα.

Καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του, στις συναντήσεις του με τους ανθρώπους, όταν υπάρχει κοινό δεν υπάρχει κιθάρα και όταν υπάρχει κιθάρα δεν υπάρχει κοινό. Προς το τέλος, κιθάρα και κοινό ενώνονται σε ένα, πια πονεμένο, βλέμμα που ο Lewin έχει ξαναπροσφέρει, κάποτε, σε κάποιον, που δε βρίσκεται πια εδώ.

Η γάτα είναι ακόμα εκεί, δίπλα του. Όταν το βλέμμα των ανθρώπων δε σου δίνεται μπορεί μια γάτα να καθρεφτίσει αυτή την απουσία. Και τον αφήνει σοφά, όταν έχει νιώσει πως εκείνος δεν τη χρειάζεται πια και ότι μπορεί να αντέξει μία γροθιά στο στομάχι χωρίς να αφανιστεί. Αν ο Lewin στέκεται παραμερισμένος από τον ιδανικό του εαυτό και δεν τολμά να καθρεφτιστεί στα μάτια του ειδώλου του, εν τέλει προσελκύεται από το σπινθήρα της αντανάκλασης, και αφήνει το ενδεχόμενο να δει τον εαυτό του στα μάτια ανοιχτό.

Διαβάσατε περισσότερο