Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Αφιέρωμα The Trial: Η λυτρωτική ροή της κρίσης






Σε μία κατάμεστη αίθουσα, οσμίζεται κανείς την κλασσική ποιότητα από την αύρα σεβασμού που  εκπέμπουν οι περισσότεροι θεατές. Ακόμα και κάποιοι δύσπιστοι διπλανοί ψίθυροι φωλιάζουν στις θέσεις τους μπροστά στα πολυεπίπεδα νοήματα, στο βλέμμα το Πέρκινς και στον καθηλωτικό ρυθμό.  Το Adagio in G., με την υπόγεια απόγνωσή του, πέφτει μαζί με τους τίτλους αρχής και η μικρή ονειρική παραβολή προμηνύει πως ο,τι ακολουθήσει θα αποτελέσει αναμέτρηση και μπλεξιμο ονείρου, εφιάλτη και πραγματικότητας.
Η πλοκή πασίγνωστη, ο δημόσιος υπάλληλος Joseph K. κατηγορείται ξαφνικά από το Νόμο για μία σοβαρότατο ακατονόμαστο έγκλημα που όλες οι φιγούρες αδυνατούν να ντύσουν με μία λέξη, στερώντας του τη λύτρωση από την ενοχή. Προσπαθεί να βρει άκρη με έναν δικηγόρο μακιαβελικό (O Orson Welles σε μεγάλα κέφια) και τρέχει να ξεφύγει αναζητώντας την αλήθεια του,.  Στροβιλίζεται, έτσι, ο ήρωας, επιτακτικά, ανάμεσα σε διφορούμενες Αντρικές και Γυναικείες φιγούρες, αμφιλεγόμενου, ώρες ώρες, συναισθηματικού χρώματος.  
To βιβλίο (1924), διάσημα αμφιλεγόμενο ως προς το πόσο μπορεί να γίνει ανεκτή η κλειστοφοβική ενέργειά του, ίσως προέκυψε από την ανάγκη του Franz Kafka (1883-1924) να συνενώσει τις δύο αντικρουόμενες έννοιες στις οποίες είχε τριφτεί στη ζωή του. Από τη μία οι στεγνές και αντικειμενικές αρχές της δικαιοσύνης σε σύγκρουση με ένα παράλογο γραφειοκρατικό δημόσιο τομέα που προκαλεί απορία για το ό,τι το έκανε αρχικά, επί της ουσίας, πόλο έλξης, πέρα από την προφάνεια της νομιμότητας.
Πεδίο δράσης του Kafka υπήρξε μία Αυστρία τραυματική και καταδιωκτική, όπου έχασε τη ζωή του το 1924 λίγο μετά από την απώλεια της φωνής του, ειρωνικά καθησυχαστικό γεγονός για μια φωνή που δε βρήκε τις ακριβείς λέξεις να εκφράσει τον πόνο της.  Άλλωστε, πρώτα το χαρτί και ύστερα ο Orson Welles, μετουσίωσαν τις καταπνιγμένες συγκρούσεις στην πιο αντιπροσωπευτική, για το συγγραφέα, κραυγή. Η ανταλλαγή ενέργειας μεταξύ Πέρκινς και Ουέλς ήταν τόσο έντονη που ο δεύτερο ντουμπλάρισε τη φωνή του πρώτο, χωρίς ο ηθοποιός να είναι σε θέση να διακρίνει αν ήταν ίδιος ή όχι.




 Ο Antony Perkins, μετά την ανατριχιαστική απεικόνιση της αναμέτρησής του με μητρικές φιγούρες (Psycho, 1960), προχωρά ίσως και ερμηνευτικά, συγκρουόμενος με την πατρική φιγούρα, της οποίας την τιμωρία τρέμει, με ένα ρόλο αντίστιξη στον προηγούμενο. Σοφές επιλογές στους γυναικείους ρόλους οι Jeanne Moreau και  Romy Schneider ως γυναίκες άγγελοι-διάβολοι, αγίες-πόρνες, ενώ η Madeileine Robinson φαίνεται επιβλητική.
Η δήλωσή του Kafka ότι όλο το έργο του είχε ακροατή-στόχο τον πατέρα του (αποκαλυπτική η φράση «παίρνω ο,τι  μου δίνεις γιατί φοβάμαι μη νομίσεις ότι μου έχει λείψει») δικαιολογεί την αναπόφευκτη αναγωγή στον ταραγμένο ψυχισμό του συγγραφέα, μέσα από σύμβολα και αισθήσεις. Δεν τολμάς να κρίνεις την κινηματογράφηση, μόνο αναγνωρίζεις τις γυρισμένες πλάτες των θυμάτων στο Elephant ή τον απεγνωσμένο χαρακτήρα του Ντι Κάπριο στο Inception ή στο Shutter Island, που χρειάζεται να τον υποβαστάξουν δύο πράκτορες για να απελευθερωθεί από τους δαίμονές του.
Νιώθεις τις απολαυστικά ποικίλες αντιδράσεις των θεατών, άλλος στην περιβόητη σκηνή της δίκης βλέπει ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης σε απολυταρχικό καθεστώς, όπου κάποιοι υποχρεώνονται να εξοφλούν το είναι τους, άλλος την κομμουνιστικό γρανάζι να πληρώνει για ένα θλιβερά άναρχο συντονισμό. Κάποιος μπορεί να δει μία  ζεστή λίμνη με ψάρια και την ανικανότητα του Joseph να κολυμπήσει σε αυτή δίχως να νιώσει ακατονόμαστη ενοχή. 





Σύμβολα πολλά, παρατάσσονται και διαπλέκονται, με πιο έκδηλα τα γλωσσικά σημεία παρόντα, για παράδειγμα, από την έναρξη του φιλμ,  στην ακρίβεια της ανάκρισης σε αντίθεση με την ανακρίβειά της κατηγορίας. Ακόμα και το όνομά του μένει στο πατρώνυμο, το επίθετο παραλείπεται, υπογραμμίζοντας την αντίστασή του στο να ταυτιστεί πλήρως με τον πατέρα του.
Σε όλα τα επίπεδα οι ταυτίσεις ρέουν, στο κλάμα με τη γυναίκα που πάντα κοιτά πλάγια κουβαλώντας με ένα γλυκό τρόπο βαρύ φορτίο και του προσφέρει τη θάλασσά της την οποία εκείνος δεν μπορεί παρά να την απαρνηθεί, αφού ούτε και το νερό έχει βαφτιστεί. Τα διχοτομημένα βλέμματα των γυναικείων φιγούρων των καθρεφτίζουν παρηγορητικά, αγνά προκλητικά,  αδύναμα, αναδύοντας μια αρχέγονη σύγκρουση. Ο Joseph K. είναι προσωρινά ψύχραιμος όποτε τις πλησιάζει και επίσης πρόσκαιρα, σε σχέση με την τελική σκηνή, προτιμά να απομακρυνθεί τρέχοντας. Δεν αργούν και οι προβολές του να τον καταδιώξουν, σε ειρωνικά τζαζ ρυθμούς. Κι εκείνος διεισδύει όλο και πιο βαθιά στη σκοτεινή του άβυσσο.
Η αρρενωπότητα που τον περιβάλλει (δικηγόρος, δικαστής, ανακριτής και δευτερεύοντες χαρακτήρες) δεν του χαρίζει έναν ταιριαστό του αντικατοπτρισμό, ούτε του απευθύνεται όπως θα ήθελε, πάρα τον κάνει να βγάζει γυναικείους λυγμούς όταν τον τιμωρεί με βία. Παίρνει ο Joseph στα χέρια του ένα πατρικό πορτραίτο που τα χέρια του είναι πολύ αδύναμα για να το βαστάξουν. 





Όλα αναμειγνύονται εφιαλτικά και γοητευτικά ταυτόχρονα και το υπόγειο χιούμορ υπενθυμίζει ότι κανένα όνειρο δεν είναι δυσκολότερο από μια βαριά πραγματικότητα. Η ασφυξία που εικονογραφείται δε σε ενοχλεί, αντίθετα, ίσως απελευθερώνει.
Προς το τέλος, δύο άντρες τον συλλαμβάνουν και οδηγούν σε μία ζεστή λίμνη και μετά σε ένα πέτρινο φιλόξενο λαγούμι και μακριά από το βλέμμα τους εκείνος αποφασίζει να απογυμνωθεί και να απελευθερωθεί. Έχει ήδη προλάβει να αρνηθεί τον πατέρα του και φτάνει να θέτει το δίλημμα του ποιος θα τον προστατεύσει σκοτώνοντάς τον. Ο πατέρας, σε μία ύστατη ευκαιρία να πάρει πάνω του την ευθύνη ως δείγμα ότι τελικά τον αγαπά, όπως o Joseph ελπίζει, ή ο ίδιος, παίρνοντας την ευθύνη για τον εαυτό του; H αλήθεια, όπως πάντα, είναι κάπου ανάμεσα, οι καπνοί επισφραγίζουν μία οργασμική κραυγή. Αρμονικά κυκλικά, η στοιχειωτική μουσική σε ξυπνά από τον εφιάλτη και σε οδηγεί προς την πύλη εξόδου. 






Ταυτίζεσαι με ένα δημόσιο υπάλληλο που δε γνωρίζει γιατί ο μεγάλος Άλλος τον κυνηγά ή απλά με έναν άνθρωπο που ετοιμάζεται  να σπάσει τα δεσμά που ένιωθε και να τελειωθεί.  Γνωρίζεις το δικό του μερίδιο ευθύνης αλλά απλά δεν έχεις τη δύναμη να το ονοματίσεις, παρά μόνο όταν μέσα από την ηδονική κατάρρευσή του λυτρωθείς. Τι πιο αληθινό στην παρούσα φάση;

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2011

Winter's Bone: Η άνοιξη μέσα της



  

Συχνά οι οσκαροειδείς ταινίες προκαλούν αντίδραση, μόνο και μόνο επειδή έχουν προταθεί για το βραβείο. Θες οι ¨φωτογραφικοί¨ μελοδραματικοί ρόλοι, με τον ηθοποιό αγνώριστο (Charlize Theron, Nicole Kidman), είτε η απογοήτευση από κάποιες λεγόμενες μεγάλες ταινίες. Ακόμα και το γεγονός οτι καμιά φορά το κόκκινο χαλί καταντά χώρος αλληλοκολακείας μεταξύ καλλιτεχνών. Θα έχουμε πάντα τον Τιτανικό, αλλά συχνά εμφανίζεται το κακό διαολάκι της προκατάληψης. Το Winter's bone, με αφορμή την ανάγκη για δροσιά μέσα στο καλοκαίρι, δικαίωσε την άρση του. Κυρίως γιατί αν ξεχιονίσεις λίγο το παράθυρο που σου ανοίγει η ταινία,  θα αντικρίσεις μια σπάνια ψυχή.
    Από την αρχή οι ευθύνες που έχει αναλάβει η έφηβη της ιστορίας είναι δυσανάλογα βαριές. Ο πατέρας της από χρόνια μπερδεμένος στο να πουλά αποδράσεις.  Καταζητούμενος, ζωντανός ή (όπως μαθαίνουμε) νεκρός, η εγγύηση για τη σύλληψή του, αν δε κατατεθεί, θα στείλει στο δρόμο όλη της την οικογένεια. Το κορίτσι αποφασίζει να τον βρει, καταρχάς για να τους σώσει, αλλά και γιατί σα μια μικρή Αντιγόνη επιθυμεί να θάψει τον αδελφό-πατέρα, κάτι που δείχνει και τη σύγχυση μεταξύ των γενεών μέσα της.
     Μοιάζει εκπληκτικό πως, ο σεβασμός στους γονείς, αντίθετα ίσως με άλλες περιπτώσεις, δεν κερδίζεται, αλλά φαίνεται πως τα γονίδια έχουν επιγραφή με αυτόν πάνω τους. Υπάρχει ο σεβασμός στο DNA μας? Συγκοινωνεί με το λυχνάρι της υγείας του πνεύματος? Είναι πιθανό, οι γονείς αφορούν κομμάτι του εαυτού μας, η παντελής απόρριψή τους δημιουργεί άγχος οτι θα αφανιστούμε οι ίδιοι.
    Κι όμως, τις άσχημες πλευρές του πατέρα της τις έχει απορρίψει από νωρίς, αλλά όχι αυτόν ως ύπαρξη, παρά ίσως περισσότερο ως λειτουργία. Το πιο αγγελικό πρόσωπο αντισταθμίζει τον άντρα του σπιτιού, με όποια χειρωνακτική υποχρέωση συνεπάγεται αυτό. Ταυτόχρονα,  γίνεται η ίδια μητέρα του εαυτού της αλλά και των μικρών προστατευόμενών της, το ένστικτο την οδηγεί στην ουσιαστική φροντίδα μακριά από τα κανακέματα. Έχει τη γενναιοδωρία να δέχεται το γεγονός της ανημποριάς της μαμάς της να έχουν οποιαδήποτε επαφή. Οι υπόλοιπες γυναίκες, "λίγες", απλά διαμεσολαβούν και κινούν τα νήματα προς τη λύση του δράματος.
    "Μη ζητάς κάτι που θα έπρεπε να σου είχε ήδη προσφερθεί". συμβουλεύει με θυμό τα παιδιά, αφού για την ίδια το αίτημα παραμένει μια μάστιγα, από την οποία δεν μπορεί να απαλλαχθεί. Γιατί εκείνος από τον οποίο ζητά δεν είναι πουθενά. Το ύφος της, που σε στοιχειώνει από την αρχή της ταινίας, μιλά, φωνάζει πως καμιά φορά η μόνη επιλογή που μπορεί να έχει κάποιος όταν αυτές είναι οι μυρωδιές γύρω του, είναι οι άκρες των χειλιών του να είναι καταδικασμένες να δείχνουν λίγο προς τα κάτω, σα να θέλουν να εξομολογηθούν το βάρος που έχει κρεμαστεί πάνω τους, αλλά συγκρατιούνται.



    Πώς να είναι όταν το όνομα του πατέρα σου δημιουργεί τέτοιες αντιφατικές αντιδράσεις δέους, αντιπάθειας, φόβου, προσμονής, ανικανοποίητου? Ίσως για να λυτρωθεί από το δράμα της, ο κατακερματισμός της ψυχής της από εκείνον να ήταν μοιραίο να γίνει πραγματικός. Να ήταν απαραίτητος, έτσι ακραίος, για να ενώσει τα κομμάτια της. Και αποσπώνται τα χέρια του, ως απόδειξη θανάτου του, αποδεικτικά της ικανότητας για δημιουργία. Η ηρωίδα τα κρατά για λίγο στα δικά της χέρα και σαν να μεταφέρεται εκείνη τη στιγμή κάτι από την αντρική ικανότητα, που από καιρό έχει υποψιαστεί οτι έχει ενδοβάλει. Ίσως τα πιο απεχθή γίνονται πάντα με ευγενικά κίνητρα. Ή, κυκλικά, για να πετύχεις έναν ανώτερο σκοπό χρειάζεται να εκπέσεις σε ένα πραγματικό τραύμα.
     Επιτέλους, το κορίτσι ελέγχει ο,τι νόμιζε για χρόνια πως δε μπορούσε να ελέγξει. Η αδυναμία του πατέρα του ήταν η οικογένειά του,της λέει ο θείος της, με τον οποίον η εκτίμηση αλληλοκερδήθηκε. Η δύναμη του πατέρα αρχέγονα ήταν τα χέρια του. Εκείνη συνενώνει τις δυο αντίρροπες δυνάμεις και εκπλήσσει τον εαυτό της που άντεξε αυτή τη βίαιη αποκοπή. Είναι γιατί η αποκοπή από το γονιό δεν μπορεί να είναι παρά ταυτόχρονα τραυματική και λυτρωτική.
    Το τραύμα του αποτρόπαιου θεάματος αυτού το έχει ξαναζήσει. Χρειάστηκε όλη αυτή η επώδυνη διαδρομή για να δει μια ολότητα και όχι αποσπασματικά μια σχέση που ίσως ποτέ δεν κατάλαβε τη μορφή και την κατάληξή της, αλλά θα τα είχε αισθανθεί από πολύ πρώιμη θέση.
    Την παρηγορούσε, ίσως, πάντα, οτι τα δικά της χέρια είναι ολόκληρα, άρτια, συνδεδεμένα και σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό της, να δημιουργεί, να παράγει, να φροντίζει. Η μονίμως με αυτοέλεγχο και αυτοσυγκράτηση έφηβη, με την προτροπή-υποστήριξη ενήλικων γονεϊκών φιγούρων αποκαλύπτει το ξερίζωμα της ψυχής της. Διώχνει τις ξεραμένες ρίζες στο ποτάμι και μετά τις παρακολουθεί να φεύγουν, σαν ινδοί νεκροί. Στεγνώνοντας τα μαλλιά από το μαύρο νερό, εξασφάλισε την άνοιξή της.


    trailer

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Still got the Blue Valentine…







Ίσως όταν γύρω σου τα πάντα μυρίζουν φωτιά και θυμό, να θες να αμυνθείς μέσα από την ομφαλοσκόπηση και την αναγωγή στο διασπασμένο πυρήνα ενός καθημερινού ζευγαριού, που κάνει βόλτες σε μια πλατεία όμοια με τη δικιά μας. Αυτό το ζευγάρι  μπορεί να σου θυμίζει κάτι, επειδή κάποτε ήσουν εσύ ένα από τα δύο ή και τα δύο μέλη. Μπορεί όμως, αν δεν παρακολούθησες αρκετά προσεκτικά αυτό το στρατευμένο φιλμ για το τι μπορεί να κάνει μια σχέση να θρηνεί καθόλη τη διάρκειά της μια ευκαιρία για ουσιαστική συνάντηση, να βρεθείς μπροστά σε μια δυσοίωνη προφητεία  μελλοντικής ανάμνησης.
Από  την κατάρρευση μιας σχέσης γεννιέται συχνά κάτι, όπως η επιθυμία να ανταλλάξει κανείς συνωμοτικά βλέμματα υποβρυχίου καθρεφτίσματος.  Οι δύο ήρωες μας, όμως, δεν είναι σε θέση να επωφεληθούν αυτής της κατάρρευσης, αλλά διασταυρώνονται συνεχώς, χωρίς να συναντιούνται επί της ουσίας ποτέ. Δύο άνθρωποι που δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια αλλά που ο καθένας αντίκριζε τη φαντασίωσή του για το τι σημαίνει «ερωτεύομαι».

Εκείνος ήδη εύθραυστος στη δοτικότητά του, εκ προοιμίου ικανοποιημένος με το ολιγαρκές είναι του, εκείνη παραβιασμένη ζητώντας ένα άνευ όρων καταφύγιο και μια  δικαιολογία να μην επιχειρήσει όσα φοβόταν. Και οι δυο, τελικά,  παραιτημένοι από τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, αν υπήρξαν ποτέ αυτές. Ένας άνθρωπος με τις άκρες των χειλιών προς τα πάνω με μια γυναίκα που δεν εσωτερίκευσε ποτέ αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια, με κάτι υπόγεια βαρύ να μαγνητίζει προς τα κάτω την ανεμελιά και το χαμόγελό της, always hurting the ones she loves. Οι γονείς και των δύο ανύπαρκτοι αλλά και τόσο παρόντες, μεταφορείς του φόβου και των δύο να σχετιστούν, αντί για παράλληλα, πρόσωπο με πρόσωπο. 
Ένα παιδί και ένα σκυλί ο απαραίτητος ενδιάμεσος μεταβατικός χώρος μεταξύ τους. Για πρώτη και τελευταία φορά στην αρχή του έργου τους βλέπουμε να ρίχνουν το βλέμμα τους σε έναν κοινό τόπο. Το πτώμα της σκυλίτσας τους μοιάζει με εκείνο της νεκρής τους σχέσης και η τελετουργία της ταφής είναι αναπόφευκτη. Το παιδί, από την άλλη, υποφέρει από το ανεκπλήρωτο αίτημά του να δει να επιβεβαιώνεται ο λόγος ύπαρξής του και η ενότητά του μέσα από την ένωση των γεννητόρων του. Μέχρι ένα σημείο για να μπορέσουν να αντέξουν ο ένας το κενό του βλέμματος του άλλου, χρειάζονταν κάτι που τριγωνικά να τους επιστρέφει  το πολυπόθητο βλέμμα πίσω: ένα παιδί. ¨Όταν όμως παρουσιάστηκε η ματιά αυτή,  έγινε πιο αβάσταχτη από την ίδια την κενότητά τους.
Άντρες, τρίτα πρόσωπα, θυμίζουν  στην ηρωίδα τη  γυναικεία υπόστασή της, ο ένας ενεργοποιεί την υποταγή της και ο άλλος τη σκληρότητά της. Τα θραύσματα των ανεκπλήρωτων ερώτων αυτής της γυναίκας έγιναν φυγόκεντρα οχήματα προς κλουβιά που την απομόνωσαν από κάθε άλλη προσωπική καταξίωση.
Το φουτουριστικό ντεκόρ του ξενοδοχείου, σε ψυχρές μπλε αποχρώσεις,  ειρωνικά πασχίζει να υποσχεθεί ένα μέλλον στους δύο ήρωες, δανείζοντας το πάτωμά του σαν μια στερεή βάση που όμως εκείνοι τελικά χάνουν κάτω από τα πόδια τους. Τελικά, το μπλε ρούχο αυτού του Βαλεντίνου σουρουπώνει πάνω από τα κεφάλια τους και τυλίγεται ασφυκτικά γύρω τους, μπαίνει με τα  γαμήλια τούλια του μπροστά στα μάτια τους. Τους κάνει μυστηριώδεις και απόμακρους και τους προστατεύει από το να επιστρέψει και να ανταποδώσει ο ένας το βλέμμα στον άλλον. Οι κλωστές από τις ματιές τους  τεντώνονταν προς κατευθύνσεις παράλληλες, ίσα που το ένα νήμα κατορθώνει να αφουγκραστεί την ανάσα του άλλου. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, τα σχοινάκια σπάνε αφού έχουν τεντωθεί ανεπανόρθωτα.
            Μία ευχή για το καλοκαίρι, να συναντηθούν βλέμματα και οι δυο κλωστές που τα ενώνουν  να γίνουν ένα χαρούμενο κουβάρι…


Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Never let me go?...Ή κράτα με για μια απαραίτητη στιγμή?


Το σούσουρο για την κλωνοποίηση ανθρώπων φαίνεται να έχει καταλαγιάσει. Από το 2009, όπου τα  πέντε πρώτα έμβρυα, πιστά αντίγραφα ανθρώπων, θανατώθηκαν, αποκοιμήθηκε η ναρκισσιστική ελπίδα της ανθρωπότητας να μην αφεθεί ποτέ στη μοιραία φθορά της.  Ωστόσο, μία ταινία για την κλωνοποίηση μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.
Ποιά είναι η πρώτη σκέψη στο άκουσμα της λέξης κλώνος; Ίσως μέτρημα προβάτων, πανομοιότυπων και πειθήνιων; Γνωστός μας ο χορός της ομοιομορφίας, που άθελά μας ή εσκεμμένα  λίγο πολύ χορεύουμε όλοι. Εκτός όμως από αυτό, η κλωνοποίηση ίσως λαμβάνει πλέον έναν ενεργητικό χαρακτήρα, για παράδειγμα, μέσω του παγκόσμιου ιστού. Μπορεί οι ηθικοί περιορισμοί να αποτρέπουν την φωτοτύπηση ανθρώπων, όμως το φαντασιακό αρπάζει τα ηνία και επιτρέπει στον καθένα μας να έχει έναν δεύτερο εγώ, βελτιωμένο ίσως του πρωτοτύπου. Παράλληλα, σε κάθε επίπεδο ανάλυσης η διαφορετικότητα είναι δικαίωμα και απαίτηση, λέξη κλειδί για τις μέρες μας.
Το “Never let me go” μοιάζει ένας ύμνος στη διαφορετικότητα, στην ελευθερία της επιλογής να δει κανείς τα πράγματα, όσο δυσοίωνα και αν φαίνονται, με έναν τρόπο που τον προχωρά. O Romanek (One Hour Photo), φαίνεται να αρέσκεται στο να μας μιλά για κάποιους φιλοξενούμενους στη ζωή.
Ο τίτλος μοιάζει ειρωνικός, αφού δεν υπήρξε ποτέ το  απαραίτητο κράτημα από το μητρικό χέρι για τους ήρωες, ώστε να έχουν ανάγκη να ζητούν από εκείνο να τους αφήσει να φύγουν. Δεν νιώθουν κανένα κυνόδοντα να κινείται. Ανατρέφονται με προορισμό να δίνουν, χωρίς όμως καμία εναλλακτική. Αρκετά νέοι, θα δώσουν μερικά από τα όργανά τους για δωρεά και  στο τέλος θα καταλήξουν. Είναι η πιο ανθρωπιστική ανατροφή που θα μπορούσαν να λάβουν, μόνο που αγνοείται η πιο πολύτιμη πανανθρώπινη αξία, που είναι η ελευθερία. Μία αλτρουιστική πράξη, το να δώσεις ένα κομμάτι σου προσφέροντας πνοή σε κάποιον, καταντά ένας ετεροκαθοριζόμενος κατακερματισμός του σώματος και του εγώ.
Από μικρά, τα παιδάκια αυτά ενστικτωδώς γνώριζαν το πεπρωμένο τους. Κάποιο συνέχιζε να ζωγραφίζει ενώ οι άλλοι το χλευάζουν, αναζητώντας την αλήθεια. Κάποια είχε καταλάβει το μοναχικό της τέλος και προσπάθησε να  το δανείσει στην πιο έμπιστή της φίλη. Κάποια περίμενε με υπομονή να συναντηθεί με εκείνον που αγαπούσε. Είναι η αγγελική πρωταγωνίστριά μας, που ακούει το ομώνυμο με τον τίτλο sixties κομμάτι, απευθυνόμενη ουσιαστικά στην παιδική της  ηλικία, ως ένα ρέκβιεμ του χαμού της ανεμελιάς που τη συνόδευε. Το κορίτσι ερωτεύτηκε, έχασε την αθωότητά του, αλλά ταυτόχρονα βρήκε έναν άνθρωπο για τον οποίο αξίζει να φοβάται να μην την αφήσει. Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα κουβάρι από συναισθήματα μέχρι η γάτα-μοίρα να το κλωτσήσει για να ξετυλιχτεί.


Ο έρωτας γίνεται ανταλλάξιμο είδος με τη ζωή, τι πιο ποιητικό και αληθινό. Ή θα αγαπήσουν αληθινά, ή θα δώσουν τη ζωή τους. Ίσως κάθε άνθρωπος που δεν ερωτεύεται και δεν προσφέρει ολόκληρο τον εαυτό του σε κάποιον, να πρέπει να δώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι του. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, ο Αδάμ συνέπτυξε τα δυο παραπάνω, πρώτα δίνοντας ένα κομμάτι του για να δημιουργηθεί η Εύα και μετά δίνοντάς της όλο του τον εαυτό.
Μπροστά στην ελπίδα της σωτηρίας τους μόνο αν καταφέρουν να αγαπήσουν αληθινά, οι δύο ήρωες, μετά την μετάνοια της «κακιάς» Knightly,  μπαίνουν στη διαδικασία να δουν τα συναισθήματα τους διάφανα σα γυαλί. Στις μετεφηβικές τους αναζητήσεις, αντικρίζουν ξανά το κενό που τους άφησε μια άδεια σκηνή οιδιπόδειου δράματος, αναζητούν γονεϊκές φιγούρες. Οι μόνες που φαντάζονται έχουν κάτι το μυστήριο και απροσπέλαστο. Εξ’ ου και τα αλλεπάλληλα τρίγωνα που σχηματίζουν, σχετιζόμενα, τα τρία παιδιά. Οδηγούνται, τελικά, σε ο,τι πιο κοντά σε γονείς γνώρισαν, στις δυο δασκάλες τους, για να λάβουν την απάντηση σε ο,τι ίσως κατά βάθος ήδη ήξεραν: Δεν είναι δυνατό ο έρωτας να γίνει ανταλλάξιμο είδος με τη ζωή. Αυτό θα χαλούσε την έννοια του αυτοσκοπού που περιέχει.
Σκοπός στη ζωή φαίνεται να είναι είτε να ερωτευτείς, αν μπορείς, προσφέροντας όλο σου τον εαυτό, είτε τουλάχιστον να προσφέρεις ένα κομμάτι σου. Από καταβολής κόσμου άλλωστε, ο Αδάμ έφτιαξε από τον πλευρό του την Εύα, πριν την ερωτευτεί και της προσφερθεί ολόκληρος. Η Νάιτλι, μητρική, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, προσφέρει από το πλευρό της τη δυνατότητα σε δυο ανθρώπους να προσφέρουν ο ένας στον άλλον τον ίδιο τους τον εαυτό.
Η νομοτέλεια κάθε ταξιδιού στη ζωή μάλλον είναι αναπόφευκτη, όμως η διαδρομή αποζημιώνει. Τρία παιδιά,  παίζοντας το παιχνίδι των επιλογών, πετούν το μπαλάκι των διλημμάτων το ένα στο άλλο και τελικά κερδίζουν το δώρο της συνειδητής απόλαυσης της στιγμής. Μέχρι κάποιο να το πετάξει πέρα από το φράχτη, από όπου δεν υπάρχει επιστροφή.
Ίσως η ελάχιστη στέρηση της ελευθερίας μας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο είναι δεδομένη. Είναι ουσιαστικά ο ευνουχισμός μας, ο εξανθρωπισμός μας, αφού μπαίνουμε σε ένα πλαίσιο, αυτό του περιορισμού της παντοδυναμίας μας. ¨Όταν η ελευθερία μας αφαιρείται βίαια, έχουμε ανάγκη να επαναστατήσουμε, κάτι που, αξιοσημείωτα, κανείς από τους τροφίμους δε σκέφτηκε να κάνει. Ή μήπως τελικά το έκανε μέσω της αγάπης, της τέχνης και της μετουσίωσης της σύγχυσης στο κεφάλι του σε δαιδάλους που προσφέρει στη μητρική φιγούρα, δίπλα από τη γυναικεία πατρική;
Η ελευθερία των παιδιών κερδήθηκε με αιματηρή επανάσταση, ήταν εσωτερική και εφήμερη, όπως κάθε τι πραγματικά πολύτιμό στη ζωή. Και η ζωή τους άφησε να φύγουν, κλώνους του πιο σοφού ανθρώπου.



Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Re-thinking on Social Network

       


       Να λοιπόν που μία ήσυχη ταινία μπορεί να σε κάνει να την ξανασκεφτείς και να εργάζεται μέσα σου χωρίς καν να το καταλαβαίνεις..Και μια μέρα κάποιες ακόμη σκέψεις να ξεδιπλώνονται, μετά την απαραίτητη αποστασιοποίηση...Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η διεργασία για ένα φιλμ; Ίσως οτι είναι πολύ βαθύτερο απ'ό,τι θέλει να αποκαλύψει...
       Τα σημαίνοντα στο facebook απροκάλυπτα νοηματοδοτούν τον τύπο της επικοινωνίας που διαλέγει ο ήρωας για να συμπορευτεί με τους υπόλοιπους ανθρώπους...Ασφάλεια και αποκλεισμός (όροι κλειδί και για τις ρυθμίσεις απορρήτου) αποτελούν τις δύο πλευρές του τοίχου που υψώνεται ανάμεσα στο χρήστη και τους υπόλοιπους. Ο τοίχος προκαλεί να εκφράσουμε ο,τι αισθανόμαστε, πιστεύουμε, ακούμε, βλέπουμε απευθυνόμενος σε αυτόν, οξύμωρο εξ'ορισμού...Αποφεύγουμε το βλέμμα του άλλου και προστατεύουμε τον εαυτό μας, προσφέροντας ένα μέρος του στον άλλο, με έναν καθ'όλα(;) ελεγχόμενο από εμάς τρόπο. 
      Ο τοίχος είναι ο ενδιάμεσος χώρος που πρώτος ο πρωταγωνιστής ύψωσε για να βρει τη δύναμη να εκφραστεί. Πρώτα εκείνος, η κοπέλα, το pc, έπειτα εκείνος, ο φίλος του, το pc. Τέλος, εκείνος, ο φίλος του και ο Timberlake, επίπεδος συναισθηματικά όσο και ο υπολογιστής. Για να λειτουργήσει ο ήρωας και να επικοινωνήσει τα συναισθήματά του χρειάζεται ένα μεσάζοντα, που δεν είναι άνθρωπος αλλά δημιούργημά του, με όλα τα χαρίσματα της νοημοσύνης του αλλά απογυμνωμένο από το μεγαλείο των λεπτών παλμών από την ίριδα της ανθρώπινης ψυχής. 
     Η άμεση επικοινωνία χάνεται σε ένα βάλτο από παράδοξα (είναι, εν τέλει, φυσικό να μιλάς σε έναν τοίχο). Στο "βιβλίο των προσώπων" δεν επιθυμούμε να αποκαλύψουμε το πραγματικό μας πρόσωπο. Επιλέγουμε να αγνοήσουμε κάτι που μας πονάει ή να μεγεθύνουμε κάτι που σε άλλη περίπτωση δε θα ήταν δυνατό να προσέξει κανείς. Αυτός ο πειραματισμός μπορεί να είναι ευεργετικός...Αρκεί να ζωγραφίσουμε πάνω στον τοίχο και να μην ακούμε απλά την ηχώ από τον αντίλαλο της φωνής μας... 

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

La belle indifference των σύκων της Αθήνας





Κάθε οιωνεί περιπατητής βρίσκει κάτι από τον εαυτό του στα μακριά παντελόνια του Κουρή, ποτισμένα από ζουμιά, μυρωδιές και τον αλητεύοντα αέρα της πόλης. Ανακαλύπτει το αυτονόητο, επιμηκύνει μία τυχαία συνάντηση και χαμογελά χωρίς αντάλλαγμα. Όλα όσα ένας συγγραφέας θέλει να πει τα βάζει στις μπουκιές του ήρωα, στα χέρια, στα πόδια του και πολύ λιγότερο στη φωνή του. Το πιο φαιδρό είναι ότι τίποτα απ’ο,τι συμβαίνει στην ταινία δε σου φαίνεται σουρρεαλιστικό, αφού το έχεις ήδη ζήσει.
Τι φοβάται; Τι μπορεί να κάνει τον συγγραφέα μας να καταφεύγει σε τραγελαφικά δρώμενα; Μήπως το ότι καταφέρνει να επιβιώσει μια χαρά στην ταλαιπωρημένη πόλη μας; To οτι απενοχοποιημένα χορεύει με τις πιο βρωμερές λέξεις και τις σκέψεις που τις υποδεικνύουν; την ίδια στιγμή που αυτολογοκρίνεται για το καλό του ύπνου των αναγνωστών του;



Επιτρέπει στον άλλο του εαυτό όλα για τα οποία η εκλεπτυσμένη φύση του τον κάνει να αποφεύγει. Μία γλυκιά ανάμειξη ζωής και θανάτου που συμβιώνουν μέσα του. Παράλληλα, τα γλωσσικά παιχνίδια του συγγραφέα μοιάζουν με κουτσό στις πλάκες του πεζοδρομίου για να αποφύγει τους αρμούς. Λεκτικές ακροβασίες που εκπλήσσουν τον αναγνώστη,  με αμφίβολα τελολογικό χαρακτήρα. Το άκουσμά τους περιβολή που κολακεύει το συγγραφέα και του θυμίζει να δείξει γενναιοδωρία  αφήνοντάς μας τις λέξεις του δώρο.
            Λίγο πιο πέρα η Αθήνα μπορεί να καίγεται, αλλά ο περιπατητής μας επικαλείται τα μάρμαρα στο Καλλιμάρμαρο για να διαφυλάξει τη πολυτέλεια της αδιαφορίας του. Τότε είναι στην ουσία που η απουσία λέξεων φωνάζει, στην πραγματικότητα, ότι δεν αντέχει άλλο την ασχήμια, φορώντας ένα δροσερό μανδύα από την επαφή με τα μάρμαρα που τυλίγεται ως περίβλημα, κάνοντας τον περιπατητή να αποπνέει λίγη ψύχρα παραπάνω από το αναμενόμενο.
Προσπαθεί να προφυλαχτεί από τα φρούτα που πέφτουν γύρω του διάσπαρτα και αντί να τα πετάξει προς πάσα κατεύθυνση επιτρέπει στον εαυτό του να τα γευτεί. Και τελικά εκτιμά την παροδική ευτυχία της μπουκιάς του σύκου, που κλείνει μέσα της όλες τις ακολουθίες λέξεων του κόσμου. 


Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Αναμνήσεις μιας αίσθησης




Η πρώτη εντύπωση για την «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Nagisa Oshima, κλεμμένη πολλά χρόνια πριν, συναντάται με μια πιο πρόσφατη παρακολούθηση.  Επομένως, οι παρακάτω σκέψεις είναι απόσταγμα θραυσμάτων από εικόνες αποτυπωμένες σε μία εποχή όπου η προκατάληψη για την πορνογραφική του έργου υπερίσχυε της καλλιτεχνικής της αξίας, τουλάχιστον αρχικά, ως αφορμή για να δει κανείς ένα περιβόητο φιλμ. Από την άλλη, επιβάλλεται μια εκ νέου θέαση, μετά τη συνειδητοποίηση ότι η πορνογραφική εικόνα υπάρχει όσο την περιμένει μια ηδονοβλεπτική ματιά. Οι όποιες γαστρονομικές παρεκκλίσεις είναι το λιγότερο που μπορεί να σοκάρει το θεατή. Αυτό που πραγματικά διστάζεις να συνειδητοποιήσεις είναι η ακρότητα. Παρακολουθείς δύο θηρία να παλεύουν, των οποίων η κοινωνία έχει φιμώσει τη φωνή.
Από την αρχή της ταινίας, ο σκηνοθέτης τοποθετείται ως προς την κοινωνική εικόνα της γυναίκας που θα αρχίσει να ασκεί ακαταμάχητη εξουσία στον άντρα: είναι μία πόρνη και μοιάζει, στο μυαλό του Ιάπωνα, μόνο μια τέτοια να μπορεί να διακατέχεται από μια άσβεστη ορμή για σαρκική ένωση. Ζητά την άδεια του άντρα, μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να νομιμοποιήσει το πάθος της. Είναι ένα τεκμήριο της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην ιαπωνική κοινωνία. Η σεξουαλική οντότητα της ενσαρκώνεται ουσιαστικά από το πλευρό του άντρα, χωρίς εκείνον είναι μισή και αφημένη στην ένοχη επιθυμία της.
Ένα σημαντικό διακύβευμα της ταινίας είναι το κατά πόσο εκείνη θα είναι το αντικείμενο, εξάρτημα του άντρα, προς χρήση για την αντρική απόλαυση, ή μια αυτόνομη σεξουαλική οντότητα. Όπως το μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψει ή να σκοτώσει, έτσι κι εκείνη επιλέγει να εκδικηθεί και να επιδείξει το τρόπαιό της με απελπισμένη περηφάνια. Η αγέρωχη συμπεριφορά του άντρα και η αυταπάτη του για τη βέβαιη επανειλημμένη υποταγή της γίνονται βορά στις σειρήνες που απαιτούν εκδίκηση και εναλλαγή της θέσης της στην τροφική αλυσίδα.
Επίσης, οι μητρικές φιγούρες είναι παρούσες καθόλη τη διάρκεια του φιλμ. Ταυτίζονται με πόρνες, κάτι που ίσως  να φανερώνει τη θέση της ανεξέλεγκτης ενοχοποίησης και υποτίμησης της γυναικείας φύσης στην μυστικοπαθή ασφυκτική ιαπωνική κοινωνία. Ένα ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί, ως προς το αιματηρό, για τον άντρα φινάλε, είναι ποιά πρωτόγονη αιμομικτική φαντασίωση τιμωρείται και πόσο έντονη είναι αυτή ώστε για να ξεπλυθεί να κρίνεται επιβεβλημένος ο πραγματικός ευνουχισμός και όχι ο συμβολικός. Δηλαδή, αντί στο τέλος ο πρωταγωνιστής να χάνει τα χρήματα ή τη δύναμή του να πρέπει να απεικονιστεί με λεπτομέρεια στο σώμα του η απώλεια ισχύος. Ο άντρας φαίνεται να έχει ταυτιστεί  με μία παντοδύναμη μητέρα, ίσως, λοιπόν,  να είναι ενεργή μια φαντασίωση ένωσης μαζί της, παράλληλα με μια παρουσίασή της στον καμβά του μυαλού του ως πανίσχυρη και ανυπέρβλητη.
Οι γαστρονομικές αναφορές υπογραμμίζουν την πρωτόγονη καθήλωση της σχέσης αυτής σε ένα στοματικό επίπεδο. Ο άμεσος συνειρμός που συνοδεύει αυτή τη σκέψη οδηγεί στο “Symbol”, όπου οι παραπάνω έννοιες ξαναζεσταίνονται με χλιαρό αποτέλεσμα σε λευκό φόντο, χωρίς ο συνειρμός αυτός να είναι προς στο στάδιο του να είναι έτοιμος να αποδοθεί περαιτέρω λεκτικά. 





Μήπως, τελικά, επειδή ο Ιάπωνας στην καθημερινή του ζωή είναι εκ προοιμίου ευνουχισμένος, η τέχνη παίρνει την κατάσταση στα χέρια της, δίνοντας του την ευκαιρία, έστω και για λίγο να ζήσει το πάθος και τη θέωση για να του υπενθυμίσει έπειτα την τραγική του μοίρα;
        Η τελευταία σκηνή θυμίζει την αυτοτιμωρία της αιμομιξίας σε μια πρωτόγονη φυλή, όπου ο άντρας που προέβη σε μια τέτοια πράξη αφού αυτό-ευνουχιστεί τρέχει προς τη Δύση. Μόνο που εδώ δε δίνεται η ευκαιρία καν στον ήρωα να ζήσει για να έχει την εμπειρία της πραγματικότητας του ευνουχισμού και να εξιλεωθεί, λόγω ίσως της συνέπειας του σκηνοθέτη ως προς την κοινωνία που τον γαλούχησε. 

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Στρέλλα: Αποδεχόμενοι τα αστέρια που τρεμουλιάζουν…



Το διπλό, θηλυκό και αρσενικό της ανθρώπινης φύσης ξετυλίγεται από τις πιο μικρές χειρονομίες ως τις πιο μεγάλες αποφάσεις. Όλοι φλερτάρουν, αργά ή γρήγορα με την ιδέα, πόσοι όμως εμπεριέχουν τη δύναμη ή την τρέλα να προσεγγίσουν αυτό το δίπτυχο λίγο παραπάνω, χωρίς να φοβούνται να μην τσουρουφλιστούν; Ο σκηνοθέτης της «Στρέλλας», Πάνος Κούτρας, τολμά και δικαιώνεται.
Είναι, καμιά φορά, δύσκολο, για τον "αθώο" θεατή να μυείται, ουσιαστικά, στο ίδιο του το βάθος, μέσα από ένα φιλμ. Εκεί, όλες οι απωθημένες φαντασιώσεις των χαρακτήρων επιστρέφουν βίαια για να κουβαριαστούν και να αναμετρηθούν με την πραγματικότητα. Μπροστά σε μία τέτοια ενόρμηση-ταμπού, όπως αυτή της αιμομιξίας, υπάρχουν δύο δρόμοι. Ή να την συνθλίψεις με ένα λοστό, ή να την προφέρεις. Τα σύμβολα μπορεί να φωτίζουν, να χαστουκίζουν ή να παραβιάζουν. Σίγουρα, πάντως, λυτρώνουν…
Με αφορμή μια ανατομία στις σχέσεις γονιού-παιδιού, τα όρια πια τεντώνονται ώστε να μπορέσει κανείς να καταλάβει το μη συνηθισμένο, την απόκλιση. Σίγουρα, μας βοηθά να ορίσουμε επακριβώς την ιδιότητα του απέναντι, του διπλανού, αλλά κι εκείνου που αγκαλιάζει με στοργή και δανείζει την ανάσα του. Στον κόσμο μας, όμως, που οι δομές δίνουν χώρο σε νέα μορφώματα, όπου τίποτα δεν είναι βέβαιο, τι μπορεί να ορίσει κανείς; Το όνομα γίνεται κινούμενη άμμος. Πόσο τελικά είναι προσαρμοστικό ένα σταθερό όνομα ή μία ταμπέλα, στην διαρκώς ρευστή αυτή εποχή;
«Ησύχασε, το χειρότερο έχει περάσει, αφού το έχεις ήδη ζήσει». Σαν αυτό να κρύβεται πίσω από το πνιχτό γέλιο της Στρέλλας την ώρα που ξανασυστήνεται  με τον Γιώργο. Είχε έρθει η ώρα να πληρώσουν ένα αμοιβαίο τίμημα για τις ενορμήσεις τους, όπως και τελικά έγινε, σύμφωνα με συνέντευξη του σκηνοθέτη. Αφού, όπως ακραία αντιτάχθηκε ο καθένας στην κρυμμένη πτυχή της φύσης του, έτσι ακραία ήταν γραφτό να συμφιλιωθούν μαζί της.
Το ότι το θέμα της ταινίας, παρά την μεγάλη ιδιαιτερότητα του, αγκαλιάζεται από το κοινό αντί να το τρομάξει, αποκαλύπτει ίσως τη σκληραγώγησή μας ως προς το να καταλαβαίνουμε τον άλλο στον κόσμο στον οποίο ζούμε. Ίσως τελικά ο στόχος αυτού του κόσμου δεν είναι η αλλαγή του άλλου αλλά η αποδοχή.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αποδοχή φαίνεται λέξη κλειδί, αφού όταν ενσαρκωθεί ένας αρχέγονος φόβος, φαίνεται πως ο,τι σου απομένει σε ένα γονιό είναι να εξημερώσει το παιδί του. Να επανορθώσει αγαπώντας το, αμφίσημα,  με όλους τους δυνατούς τρόπους, χωρίς χαρακτηρισμούς. Αυτός ο πατέρας αντί να χρησιμοποιήσει την ανακριτική λάμπα προτίμησε να στολίσει το παιδί του με πολύχρωμες ματιές. Η ερωτική σκηνή είχε την αύρα αποδοχής, κάτι που όντως έγινε στη συνέχεια. Τα σημαίνοντα Κούρος-Κόρη αληλοδιαπλέκονται, η γεωμετρία τους καθησυχάζει τον πατέρα, επιτρέποντάς του να σκεφτεί πως ναι, μπορεί ένα σώμα να εμπεριέξει δύο τάσεις και να είναι αυτός ο τρόπος του να ζει.
Από την, ακόμα ίσως, πεντάχρονη, Στρέλλα, πηγάζει μια ενέργεια, την οποία το παιδί ψάχνει να εναποθέσει, όμως για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, οι δύο γονείς λείπουν. Ο πατέρας της προτιμά να ξεχάσει πως ο θάνατος της γυναίκας του του ξύπνησε έναν ξεχασμένο εαυτό και του αναβίωσε πρωτόγονα άγχη, όπως εκείνο της ένωσης με το δικό του  γονιό. Διχάζεται μπροστά μπροστά στον καλό πατέρα-εραστή, και τον κακό πατέρα-νόμο. Επιθυμεί να ενδοβάλλει, κυριολεκτικά, τον καλό πατέρα, σε μια πράξη που μυρίζει πρωτόγονη έλξη. Η μητέρα της πεθαίνει ξανά και ξανά, αλλά εκείνη τη χρειάζεται, δεν πρόλαβε να μάθει να ζεί χωρίς να την αντικρύζει, έστω και στον καθρέφτη της.  Έτσι,  προσπαθεί να τη δημιουργήσει, παρουσία απαραίτητη στη ζωή της, που της κληρονομεί τον ανυπέρβλητο ναρκισσισμό.
Στο τέλος, ο σκηνοθέτης-παιδί μας δανείζει μέσα απο το view-master του την οπτική του, ώστε να γίνουμε μάρτυρες αυτού που μέσα από δαιδάλους κάθε άνθρωπος επιθυμεί, τη συμφιλίωση με τη φύση του, ασχέτως του τρόπου με τον οποίο κατέληξε σε αυτή, και της φύσης των άλλων. Ίσως όλα να είναι τόσο απλά, και εξέλιξη εσωτερική και κοινωνική να μη σημαίνει τίποτε άλλο από αποδοχή. 


Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Attenberg...Τα άσπρα σπιτάκια που μυρίζουν ελευθερία...




Κάτι γίνεται, κάτι κινείται, η γενιά μας προβληματίζεται, καταβαραθρώνεται και γεννά διαμάντια. Μετά τη σπουδή πάνω στον αιώνιο εγκλεισμό στη μήτρα της ελληνικής οικογένειας από τον Κυνόδοντα, υπάρχει φαίνεται ελπίδα για τον οικογενειακό πυρήνα, ακόμη και αν είναι κάπως διαφορετικός από αυτό που έχουμε συνηθίσει. Είναι σκληρό, αλλά η προσαρμογή στα νέα δεδομένα είναι αναπόφευκτη.
Ο τίτλος αναφέρεται στον επιστήμονα και τα ντοκιμαντέρ που έγιναν-εν μέρει- όχημα ενηλικίωσης για μια κοπέλα που μεγαλώνει με τον πατέρα της. Όλα τα συνοδά συμπτώματα της εποχής μας είναι παρόντα: παρατεταμένη εφηβεία (στα 23 το κορίτσι αρχίζει και αναζητά την ταυτότητά της έξω από το σπίτι), μονογονεϊκή οικογένεια. Τα ντοκιμαντέρ αυτά φαίνεται να έμαθαν στο κορίτσι  τη συμφιλίωση με την ιδέα ότι προερχόμαστε από τους χιμπαντζήδες, αποδοχή της –ταπεινής-καταγωγής μας. Η ελευθερία να κραυγάσεις και για μια στιγμή να επανέλθεις στην κατάσταση που κάποτε ένιωθες άνετα.
H ατμόσφαιρα είναι κοφτερή σαν Κυνόδοντας, αλλά στο Attenberg της Τσαγγάρη ξετυλίγεται μια αισιόδοξη οπτική. Ο πατέρας δεν είναι παντοδύναμος, αλλά τρωτός, ανθρώπινος. Αντί να οδηγήσει την κόρη του στη μήτρα του πορτμπαγκάζ,  προτιμά να την ωθήσει να οδηγήσει το αμάξι επιλέγοντας εκείνη προορισμό. Αντί να της φορέσει με το ζόρι φτερά αγγέλου, εκείνη βρίσκει την ατομική ελευθερία, ανακαλύπτοντας μόνη της τα φτερά στην πλάτη της.





Οι σκηνές με τις τελετουργικές μάχες και προοδευτική αποδόμηση σημαινόντων (η ραγδαία ανταλλαγή λέξεων) πάνω σε ένα κρεβάτι, φωνάζοντας, είναι ενδεικτικές. Πατέρας και κόρη φτάνουν κατ’ επανάληψη στη  ρίζα του συμπλέγματος και αυτό απωθείται. Δεν είναι μια μεμπτή κατάσταση αλλά ένα δώρο Θεού. Μήπως δε γίνεται κάτι ανάλογο και με τη σεξουαλική επαφή, μόνο που εκεί δεν υπάρχει η ανάγκη της διαμεσολάβησης των συμβόλων, αφού όλα δεν μπορεί να είναι παρά πραγματικά και απτά;
 Η σεξουαλικότητα , όμως για την ηρωίδα,  είναι απλά μια επιλογή. Στον αντίποδα το Κυνόδοντα που δεν υπήρχε καμία δυνατότητα επιλογής, εδώ όλες είναι ανοιχτές και όλες αποδεκτές. Παράλληλα, το κορίτσι έχει αποδεχτεί τη σεξουαλική της ανωριμότητα αλλά είναι πρόθυμη να εξερευνήσει τις εναλλακτικές που έχει στη διάθεσή της. Όπως τα άσπρα σπιτάκια, παρατεταγμένα στη σειρά, η Μαρίνα παρατάσσει σημαίνοντα-λέξεις για να τα βάλει σε τάξη. Αυτή η τάξη είναι ακόμη πιο απαραίτητη με την απουσία της μητέρα. Η απουσία της έκανε εφικτή την πιθανότητα πραγματοποίησης της ασυνείδητης επιθυμίας της να τη σκοτώσει και να πάρει τη θέση της. Η επένδυση της ηρωίδας μας στον πατέρα είναι μαζική αφού μητέρα δεν υπάρχει, για εκείνη αυτός είναι και μάνα και πατέρας. Η σχέση τους, με διαρκή συνομιλία μεταξύ τους απομυθοποιεί τη σεξουαλικότητα στην ενοχική της διάσταση. Τα αιμομικτικά άγχη καυτηριάζονται αφήνοντας τις λέξεις σαν ουλές.  
Υπάρχει η πλευρά της, λοιπόν, που δεν αντέχει τις γυναίκες και εκείνη που τις εξιδανικεύει. Τελικά, προχωρά στην τέχνη της ένωσης της με έναν άντρα, χωρίς λόγια, κάνοντας το σύμπλεγμα τον δυο τους ένα νέο σύμβολο για εκείνη. Για να επενδύσει σε έναν άλλο άντρα, ίσως ο πραγματικός θάνατος του πατέρα να ήταν απαραίτητος εκτός από το συμβολικό. Ο πατέρας, όσο κι αν φαινομενικά προωθεί την ασυδοσία, θέτει ένα σαφέστατο όριο στην παροχή στην κόρη του, τόσο πραγματικά όσο και συμβολικά. Για παράδειγμα, της παραδίδει τρία (μεταβατικά?) αντικείμενα, προσωπικά του, και τέρμα. Όταν, σε μία σκηνή ξανασυστήνονται, τα όρια μεταξύ τους είναι σαφή. Είναι ισότιμοι αλλά αυτός παραμένει ο «μπαμπάς» ή ο κύριος Σπύρος, ποτέ σκέτο Σπύρος.
Αυτός ο πατέρας έχει επιλέξει να μεγαλώσει το παιδί του μακριά από τον, άυλο τουλάχιστον πολιτισμό, αφού ο ίδιος τον έχει απορρίψει και αναδιαμορφώσει. Σε μία χώρα χωρίς βιομηχανική ανάπτυξη επιλέγει μία περιοχή που υπάρχει η διαμεσολάβηση της μηχανής για να μετουσιώσει την πρώτη ύλη σε πολιτισμό. Έτσι διαμεσολαβούν οι λέξεις, για να βάλουν σε τάξη τις ορμές. Με κάθε ευκαιρία, συμβολοποιεί τον ευνουχισμό του, απόλυτο για τον ίδιο, απαράβατο νόμο για την κοπέλα. Για εκείνη είναι ένα ά-σεξουαλικό όν.
            Δε συμβαίνει το ίδιο, ωστόσο, και για τη φιγούρα της φίλης, ως alter ego, της πρωταγωνίστριας, η οποία γεννά ερωτήματα. Καθόλου τυχαίο πως σε μία παρέα μετά το τέλος της ταινίας είναι ο λιγότερο κατανοητός χαρακτήρας. Πρόκειται για μια άχρωμη περσόνα, χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον. Χρησιμεύει, με έναν, πολλές φορές στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, τρόπο, να ωριμάσει η πρωταγωνίστρια. Γι αυτή την ωρίμανση, ο χρόνος που προφέρει η φίλη ως φιγούρα, είναι πολύτιμος για τις πειραματικές ταυτίσεις της. Με τη χρήση της πρόκλησης, η φιγούρα λέει αλήθειες, ψιθυρίζει τους φόβους και τις πιο έντονες ανασφάλειες και τελικά τη λυτρώνει κρατώντας της το χέρι, όταν εκείνη αγγίζει τα ακροδάχτυλα του πατέρα της πριν εκείνο βυθιστεί στο ταξίδι του.
Η -ίσως φανταστική- φίλη της παίρνει τη θέση της μαμάς της, της γυναίκας του μπαμπά της, που η ηρωίδα του την προσφέρει αντί για την ίδια. Στην παραλία, αναπαριστάνοντας την πρωταρχική σκηνή ένωσης των δύο γονιών, ο φροντιστικός πατέρας κλείνει τα μάτια του στο κορίτσι του αποτρέποντας τον τραυματισμό της από την παρακολούθηση.
            Η ιδιαίτερη και πολυσχιδής αυτή ισοτιμία μεταξύ πατέρα και κόρης είναι δυνατό να εκληφθεί ως παρέκκλιση ή παραμέληση. Μια δεύτερη ματιά, ίσως πιο εύστοχη, μπορεί να την εκλάβει ως μία νέα πρόταση οικογενειακού μοντέλου. Μπορεί να υπαγορεύτηκε ακόμα και από την μοναξιά του πατέρα, που ζητά ένα φίλο και τον δημιουργεί στο πρόσωπο της κόρης. Το παιδί βουτάει από μικρό στα βαθιά, για να μπορέσει να επιπλεύσει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της πολυπλοκότητας της σύγχρονης κοινωνίας. Τα καταφέρνει, σκορπίζοντας τα άγχη της μαζί με τις στάχτες του πατέρα και  «les yeux dans les yeux et la main dans la main» με τον άντρα που ήρθε η ώρα να συναντηθεί.  

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

Ένας τέλειος κύκνος





Από τη στιγμή της λήξης του φιλμ και μετά, συζητώντας με άλλους, διαβάζοντας γνώμες και νιώθοντας τη γεύση σιδήρου από το αίμα του κύκνου ακόμα ζωντανή, η ιδέα της τελειότητας κάνει πιρουέτες στο νου μου, για να προσγειωθεί με άψογο πλιέ στην εκπνοή της μουσικής. Η μπαλαρίνα ήθελε απλά να είναι τέλεια. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει άμεσα στο τέλος, με το οποίο φλερτάρει εξαρχής η ηρωίδα μας, αλλά και οι περισσότεροι που παρακολούθησαν το φιλμ…
            Από παλιά έχει αναχωρήσει για ένα ταξίδι αυτογνωσίας, που την υπερβαίνει, λαμβάνοντας ανεξέλεγκτη κατεύθυνση, σαν ένας κισσός που απελευθερώνεται από τα όρια μιας γλάστρας ή ενός μπαλκονιού, για να τυλιχτεί γύρω από τον εαυτό του και να χαθεί μέσα σε λυτρωμένους λυγμούς ασφυξίας.
Εξαρχής το δέρμα της αποτυγχάνει να είναι προστατευτικό της ύπαρξής της. Γίνεται αισθητό ως όριο, που την περιορίζει και την εγκλωβίζει. Μπροστά στην επαφή με τον έξω κόσμο ακόμα πειραματίζεται ως προς το ποια σχέση επιθυμεί να έχει με αυτόν. Μόνο που ο,τι την περιβάλλει δεν βιώνεται παρά ως ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Έτσι, η μόνη της επιλογή είναι να μετατρέψει το δέρμα της σε έναν καθρέπτη που αντανακλά τις προβολές-προσδοκίες των άλλων επάνω της. Είτε αυτές είναι τα ανεκπλήρωτα όνειρα της μητέρας, είτε οι ναρκισσιστικές ορέξεις του χορογράφου. Έναν καθρέπτη που έχει την παρόρμηση να σπάσει και να χαράξει με κάθε ευκαιρία και κάθε αφορμή, με το πρόσχημα ότι κάποτε θα της προσφέρει το πολυπόθητο όριο που θα την προστατέψει, όντας ο ίδιος ατελής. Η δική της επιθυμία είναι απούσα, μόνη της επιθυμία είναι να ικανοποιήσει τους άλλους. Όταν κάποιος (η ανταγωνίστρια χορεύτρια, ο χορογράφος) επιχειρεί να της διακινήσει επιθυμίες που ενυπάρχουν στη φύση της, συναντά βία.
            Πού άραγε έχει φωλιάσει ο πατέρας, μπροστά σε όλο αυτό τον παροξυσμό; Στα χείλη που δαγκώνει η μπαλαρίνα; Στις απαγορεύσεις στις οποίες εξαντλείται καθημερινά για να οριοθετήσει τον εαυτό της από την υπέρμετρη απόλαυση της συμβιωτικής σχέσης της με τη μητέρα; Η απαγόρευσή του σχετικά με αυτή τη σχέση φαίνεται σα να μην επιχειρήθηκε ποτέ. Η λεπτή γραμμή που χώριζε το κορίτσι από το να αγγίξει η πουέντ της την ψύχωση διαλύθηκε με την ευκολία που ένα φτερό ταξιδεύει ανάμεσα στον αέρα και στη λίμνη ακροβατώντας στην ενδιάμεσή τους επιφάνεια, μέχρι μια βίαιη πίεση να το κάνει να βυθιστεί σε υπόγειο δίκτυο από κομματιασμένες εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη.
            Μάνα και κόρη, μέσα στην επιθυμία τους να επιλεγούν (και οι δύο) στο ρόλο του κύκνου, εκφράζουν την ανάγκη τους να επανορθώσουν για την απόρριψη αυτού του πατέρα. Είναι το γεγονός εκείνο, για το οποίο ποτέ δεν μιλούν μεταξύ τους και αυτό διακλαδώνεται ανάμεσά τους πνίγοντάς τες.
            Το κύκνειο άσμα του κοριτσιού κορυφώνει και σηματοδοτεί την τελείωσή του (εδώ ο όρος λαμβάνει όλες τις δυνατές ερμηνείες, σε σωματικό και ψυχολογικό επίπεδο), όντας  εκτυφλωτικά όμορφο και τραγικά ελκυστικό και έχοντας επιτέλους βρει την ηδονή της απόλυτης έκστασης. Έγινε πραγματικότητα εκείνο που καθένας που επιζητά την τελειότητα φοβάται και προσπαθεί να ελέγξει, το τέλος.

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

The King’s speech: Ο βασιλιάς που μάθαινε να παίζει με τους βόλους





Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που μιλούσε πολύ αργά και όλοι τον καταλάβαιναν με δυσκολία, κοιτάζοντάς τον με απορία. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία, μία αγαπημένη γυναίκα που του θύμιζε κάποια γλυκιά μορφή από παλιά τον πήγε σε έναν κύριο, που είχε τη φήμη ότι θα μπορούσε  να τον κάνει καλά. Από τη στιγμή που ο βασιλιάς πέρασε το κατώφλι της πόρτας, το προσωπείο που τον έντυνε λησμονήθηκε και δεν έμεινε παρά μόνο ένα παιδί.
Ήταν το παιδί εκείνο που το ταλαιπώρησε ένας σκληρός μπαμπάς παραμπουκώνοντάς το με βόλους και διατάζοντάς το με αυταρχισμό να στρογγυλεύει ή να καταπίνει τα λόγια του. Το φοβισμένο πλασματάκι που λίγο πριν ήταν κρυμμένο από την αντηλιά του μεγαλύτερου αδερφού του και πεινούσε για μια καλή κουβέντα και φροντίδα. Το πιτσιρίκι με το κοφτερό μυαλό που αντί να αναλώνεται στη ναρκισσιστική ενασχόληση του να απολαμβάνει τον ήχο της φωνής του παρατηρούσε, κατέγραφε, μάθαινε και αισθανόταν τα πάντα γύρω του. Που αγαπούσε με ειλικρίνεια, χωρίς να τον ενδιαφέρει η επιστροφή. Η ανάληψη της εξουσίας ήταν μόνο η αφορμή. Για να την επωμιστεί είχε να μάθει πώς να μεταγγίζει τις σκέψεις του σε έναν λαό που τον είχε ανάγκη.
Αυτό που αντίκρισε ο μικρός μας, πια, βασιλιάς όταν διάβηκε την πόρτα του θεραπευτή του, ήταν ένας καλοσυνάτος κυριούλης, που σε τίποτα δεν του θύμιζε την πελώρια μορφή που κάποτε του προκαλούσε σάστισμα και του μούδιαζε τη γνάθο, εμποδίζοντας το παιδί να την καλέσει κοντά του. Κύριος χαμογελαστός και κάπως αστείος, που όμως του έθεσε από την αρχή πολύ αυστηρά όρια. Κάτι του έλεγε όμως πως πίσω από το σοβαρό του ύφος αχνόφεγγε ένα χαμόγελο.
Έτσι, κάθισαν και οι δυο τους στο χαλί και άρχισαν να παίζουν με τους βόλους. Κάθε βόλος περιτυλιγμένος με έναν ήχο, καλοειπωμένο, και ένα νόημα. Το παιδί μάθαινε πώς να χειρίζεται τους βόλους, ώστε να ρέουν στα δάχτυλά του, να τους στέλνει στον κυριούλη και άλλοι να μένουν στην αγκαλιά εκείνου, άλλοι να δραπετεύουν από τα χέρια του με κρότο και μερικοί να φεύγουν και να γυρνούν πίσω ξαλαφρωμένοι από ήχο και σημασία. Πετούσε λοιπόν τους βόλους, φορείς νοήματος, πότε με ρυθμό, πότε τραγουδώντας, πότε με ειλικρινή θυμό. Καμία φορά τους συντρόφευε και η αγαπημένη γυναίκα στο παιχνίδι τους. Και ευχαριστήθηκε το παιχνίδι, κι όταν κουράστηκε ξαφνικά βρέθηκε να κάθεται σε μια καρέκλα που είχε κουρασμένα πόδια από το βάρος των προκατόχων της.  



Στη δύσκολη στιγμή, που είχε κάποιους να φροντίσει, είπε να τους βάλει κι εκείνους στο παιχνίδι, που τους έβλεπε λυπημένους και αποκαρδιωμένους. Πέταξε τους βόλους ψηλά στον ουρανό, γλίστρησαν τα περιτυλίγματα, έβγαλαν φτερά και μετά το ταξίδι τους κατέληξαν στις παρειές κάποιων που αγωνιούσαν να δροσιστούν και να παρηγορηθούν. Και τα δικά του παιδάκια τον ένιωσαν πιο κοντά τους, ακόμα κι από τότε που μοιραζόντουσαν το πιο κρυστάλλινο γέλιο.
Επιλέγοντας την αποστασιοποίηση από τα σκοτεινά υπόγεια θρησκευτικών ναών και παλατιών, περιβάλλει κανείς με φροντίδα αυτό το μικρό παιδί που μπόρεσε να έχει τη δύναμη να παίζει, ακόμα κι αν είχε στην πραγματικότητα ίσως παραμεγαλώσει γι αυτό…

Παίζοντας με τους βόλους....

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Anti-Social Network




Ήταν, μάλλον, θέμα χρόνου μέχρι το πανί να πάρει κάτι από την αίγλη της οθόνης του υπολογιστή σε φόντο λευκό και μπλε. Ο David Fincher αρέσκεται στην απαγγελία ιστοριών για την πάλη του άντρα με έναν αντίπαλο, που τελικά δεν είναι άλλος από τον πιο βαθύ, πρωτόγονο φόβο του. Είτε αυτός είναι, ενδεικτικά,  η παραβίαση (Panic room, με γυναίκα εδώ πρωταγωνίστρια, με αρρενωπά χαρακτηριστικά-καθόλου τυχαία η επιλογή της Jodie Foster), είτε ο φθόνος που φτάνει σε ναρκισσιστική συγχώνευση (Seven), η φθορά (the Curious Case of Benjamin Button) ή ο βίαιος του εαυτός (Fight Club, Zodiac).
            Στην περίπτωση του δημιουργού του Facebook, η έλλειψη αποδοχής που βιώνει ο ήρωας από τα πρώτα λεπτά της ταινίας και η υψηλή του νοημοσύνη τον βοηθούν να δημιουργήσει μια ευκαιρία για επανόρθωση. Πιθανότατα διακατέχεται από μία αίσθηση στέρηση της επιλογής του να είναι αποδεκτός ή όχι από τους άλλους. Έτσι, δημιουργεί ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο στα μέτρα του. Άλλωστε, υποστηρίζεται πως ευφυής άνθρωπος είναι εκείνος που δημιουργεί το πιο κατάλληλο περιβάλλον για τον ίδιο. Δεν είναι τυχαίο που η λέξη κλειδί στο FB, αυτή που κάνει ισχυρό το χρήστη αφορά το δίπολο Αποδοχή-Απόρριψη. Ανάμεσα στα άκρα αυτού του τεντωμένου σκοινιού προσπάθησε να κινηθεί ο ήρωάς μας.
            Φαίνεται σαν όλα να ξεκίνησαν με την πάλη με την πατρική φιγούρα με τρόπαιο τη γυναίκα-μητέρα, πάντα ψυχρή, αδιάφορη, απορριπτική. Ο ήρωας διχοτομεί την ταυτότητα της αντρικής-πατρικής φιγούρας σε καλή και κακή. Προσπαθεί να την  αποκαταστήσει, αλλά με δόλια μέσα. Ουσιαστικά αντιμάχεται τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλη μια συνηθισμένη θεματική στον Fincher, είτε μιλάει για το νεαρό και τον πιο ηλικιωμένο εαυτό, είτε για το δυνατό και τον αδύναμο, είτε για τον τιμωρό και το διώκτη, που τελικά αποτελούν δύο αλληλοεξαρτούμενα μισά, με τον πλέον εγκλωβιστικό αυτιστικό τρόπο. Στις ακραίες τους εκφράσεις δεν ανατροφοδοτούν ο ένας τον άλλο, αλλά περισσότερο αντιμάχονται.
            Αυτό που πυροδοτεί, λοιπόν, τη δημιουργία του facebook, είναι  ο θυμός που έχει μετατρέψει τον ψυχισμό του ήρωα σε ηφαίστειο που βράζει. Στην απόρριψη από τη γυναίκα προστίθεται η απόρριψη από πολλαπλά αντίγραφα πατρικής φιγούρας (η αδελφότητα των φοιτητών), κάτι που τον ωθεί να «σκοτώσει» το καλό μέρος της και να ενσωματώνει το κακό, ταυτιζόμενος μαζί του. Χρειάζεται όμως και καλά κομμάτια από τους γύρω του ως σπόρους ευεξίας μέσα του, και τι πιο απλό από να τα δημιουργήσει ο ίδιος. Χαρακτηρίζεται από ένα καταναγκασμό να χαντακώσει καθένα γύρω του, βλέπει τον άλλο σαν ένα από τετραγωνάκι που έχει τη δύναμη με ένα κλικ να το σβήσει, να το εμφανίσει, να το τσιγκλήσει. Γίνεται ένας μικρός Θεός, ελέγχοντας έναν τεράστιο οργανισμό. Πασχίζει να τον κρατήσει ζωντανό, να υπεραναπληρώσει την έλλειψη επικοινωνίας. Μόνο που δεν έχει υπολογίσει ότι αυτός ο οργανισμός γίνεται ολοένα και πιο υπερτροφικός. Τα μέλη του είναι το καθένα στον μικρόκοσμό του, υπάρχει επικοινωνία αλλά όχι καλή αιμάτωση. Έτσι, αυτός ο γίγαντας γίνεται οκνηρός, βραδυκίνητος, αυτό-απορροφούμενος, αποκομμένος από τους υπόλοιπους οργανισμούς. Η υγεία του βρίσκεται σε κίνδυνο, ήδη τα μέλη του βλέπουν τα πρώτα σημάδια κόπωσης, όταν δεν ξοδεύονται στην απόλαυση που τους προσφέρει η απώλεια ελέγχου. Ο έλεγχος δεν είναι δικός τους αλλά αποτελεί τελικά μια αυταπάτη. 


        
 Όλα αυτά τα ψηφιακά πλακίδια αποτελούν μικρά κάτοπτρα, όπου ο πρωταγωνιστής αρχικά και τελικά ο καθένας μας, προβάλλει τις επιθυμίες, τις φαντασιώσεις, τις προσδοκίες γι αυτό που θεωρεί επιθυμητό, αλλά και όλα τα ανομολόγητα κομμάτια του. Θα ήθελε να τα αναπτύξει, αλλά είναι πολύ πιο εύκολο και «ασφαλές» αν διατείνεται ότι τα διαθέτει, αφού και ο άνθρωπος στην ψηφίδα είναι έτοιμος να τα πιστέψει και να επαναπαυτεί.
Παρατεταγμένα όλα τα πρόσωπα, το ένα δίπλα στο άλλο, επιτρέπουν στους υπόλοιπους να σχετιστούν με τους άλλους, μόνο με εκείνα τα κομμάτια τους που επιθυμούν. Το Facebook φαίνεται σαν μια διαμεσολαβητική μηχανή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Καταργεί την παραδοσιακά γνώριμη αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Συζητήσεις 10 λεπτών στο τηλέφωνο μετατρέπονται σε δίωρες φεισμπουκικές. Η ανταπόδοση των συναισθημάτων αποτυγχάνει και όλη η ανάγκη για έκφραση θα μπορούσε ακόμα και να παρερμηνευτεί ως μια λάθος πληκτρολόγηση (:-)). Ακόμα και να χαμογελάσουν οι χρήστες, αντί να προβούν σε κάτι στιγμιαίο και αυθόρμητο, πατούν πλήκτρα και  μέχρι να τελειώσει η αλληλουχία τους το χαμόγελο έχει χαθεί. Το λαμπερό καθρέφτισμα των ματιών μας στα μάτια του άλλου υποσκελίζεται από την υποψία μιας ανθρώπινης σκιάς που μόλις γυαλίζει, στο σκοτάδι, στην οθόνη του υπολογιστή.
Η τελική σκηνή συμπυκνώνει όλη την αγωνία του ήρωα. Δεν φαίνεται να λυπάται ιδιαίτερα που απέρριψε τον μόνο του φίλο, για χάρη κάποιου που τον πρόδωσε. Όσο ακόμα μπορεί να κάνει ένα κλικ και να δοκιμάσει την τύχη του στην αποδοχή, ελπίζει. Φυσικά θα προστατεύεται πάντα από το γυαλί της οθόνης, θα είναι αυτό η  παγωμένη κουβέρτα που θα παρηγορεί τους φόβους τους και θα τον κάνει να περιμένει ασφαλής. Μαζί με κάποια εκατομμύρια δολάρια παραπάνω, ώστε να προμηθεύεται την πιο παχιά πλέξη. 

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

200 Cigarettes







Υγεία σε σώμα και νου, αγάπη, αισιοδοξία και έμπνευση!

Αν και καθυστερημένα, λόγω αδυναμίας πρόσβασης στο internet, μία πρόταση για μια πολύ χαριτωμένη πρωτοχρονιάτικη ταινία, όσο ακόμα είμαστε σε ανάλογο κλίμα...




Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Οι ξεχασμένοι γονείς (Los Olvidados)



Ο,τιδήποτε εκφέρει κανείς πάνω σε ένα αριστούργημα όπως το «Los olvidados»θα τον προδώσει. Οι εικόνες έχουν ήδη ακουστεί.
Μοιάζει, στο φιλμ αυτό, η φτώχια να προσωποποιείται, σαν ο μεγάλος Άλλος, με το οποίο κάθε κομμάτι από το ψηφιδωτό των ηρώων καλείται να συνδιαλέγει και να καθρεπτιστεί. Το υποκείμενο είναι η οργανική (και όχι αθροιστική) ενότητα από τις ατομικότητες που μας παρουσιάζονται. Καθρεφτίζεται άσχημο (χωρίς εμπεριέχον σχήμα) να μη βλέπει (τυφλός ζητιάνος), να μην ακούει και να μη μιλάει (σαγηνευτική μητέρα). Με ελλείψεις, επιθυμίες, πάθη. Οι γεννήτορες, ιδιαίτερα ως ζεύγος, είναι απόντες. Απουσιάζει η δυνατότητα το υποκείμενο να τους κλείσει μέσα του. Η έννοια της πυρηνικής οικογένειας είναι ακόμη σε επίπεδο μονοκύτταρου οργανισμού.
Αυτή η απουσία των γονιών, φυσική ή ψυχολογική, φαίνεται να αποτελεί ένα κύριο χαρακτηριστικό των εφήβων που καταλήγουν στο έγκλημα. Εκπλήσσουν οι ομοιότητες (σίγουρα συμπλέοντας με τις καταφανείς διαφορές, κυρίως λόγω πλαισίου), με τους έφηβους, όπως σκιαγραφούνται από τους εκπρόσωπους του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου (Gus Van Sant, Ηarmony Korine, Larry Clark). Σε όλες αυτές τις ταινίες είναι έντονη η παρουσία της ανέχειας και των δύσκολων συνθηκών ζωής. Οι γονείς φιγούρες μακρινές, απορριπτικές και κατακερματισμένες, καθρεφτίζουν ένα κράτος που δεν μπορεί να φροντίσει για τα στοιχειώδη, ανεξαρτήτως του σε ποιά εποχή αναφέρεται.
Πού βρίσκεται ο τροφός για το παιδί σε μια κοινωνία  σε αποσύνθεση, που αντί να συσπειρώσει την οικογένεια, την έχει απογυμνώσει από κάθε ανθρώπινη ποιότητα; Το παιδί εκπίπτει (;) σε οργανισμό χαμηλότερου δυναμικού. Βυζαίνει από το γαϊδούρι και νιώθει κανείς τη γεύση από το ξινό γάλα. Ο συνειρμός με το άλογο υπογραμμίζει την απουσία λογικής όταν παιδί και γονιός απογαλακτίζονται βάναυσα από επιλογή του τελευταίου ή ίσως τελικά της ίδιας της ζωής.
Το παιδί που θέλησε να ξεφύγει από το προκαθορισμένο, συναντά την εκδίκηση από το άλλο, εξίσου πονεμένο παιδί, με τους δυο τους τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και η φιγούρα του διευθυντή του αναμορφωτηρίου εισάγεται απλά για να μας υπενθυμίσει ότι ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη.
Η σεξουαλικότητα, είναι με υπόγειο τρόπο διάχυτη σε όλα σχεδόν τα  σημεία της ταινίας. Η αίσθηση που προκαλεί το όνειρο του παιδιού με τη μητέρα του είναι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί στο χαρτί. Έχουν άλλωστε, γραφτεί τόσα πολλά για τη σουρεαλιστική αξία της.

Το τέλος δεν αφήνει στο θεατή κανένα περιθώριο αισιοδοξίας (σε αντίθεση με το εναλλακτικό  που ανακαλύφθηκε πρόσφατα). Δικαιοσύνη δεν υφίσταται, όλοι είναι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τα διαφορετικά πρόσωπα ενός υποκειμένου, θύματος της φτώχιας που είναι πάνω από εκείνο, συντριπτική και αδυσώπητη. 

trailer

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ανθρώπινες Μέρες






Με αφορμή μερικά εικοσιτετράωρα αφόρητης ζέστης, το Hundstage (Σκυλίσιες Μέρες) του Αυστριακού Urlich Seidl παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο ακραίες θερμοκρασίες  είναι δυνατό να αποτελέσουν αφορμή για ένα ξεγύμνωμα του πραγματικού είναι μερικών ανθρώπων. Το οξύμωρο σχήμα ενός καύσωνα στην Αυστρία είναι μόνο μια από τις αντιφάσεις που, προς μεγάλη της ευχαρίστηση, μας επιφυλάσσει η ταινία.
 Στα χνάρια του Haneke, γίνεται η διαπραγμάτευση των ορίων μεταξύ διαστροφής, απόλαυσης και βίας. Κάθε ήρωας επιθυμεί την επιστροφή στη ραστώνη και η ζέστη είναι  μόνο η αφορμή. Η διαδοχή δυνατών στιγμών αποτελεί μία χιονοστοιβάδα από αυτοσαρκαζόμενες περσόνες που περιφέρονται, αναζητώντας να ζήσουν την παροδική ηδονή και να αντιδράσουν στην ανία τους. Σαν η ζέστη με την αδράνεια που επιβάλλει να τους έριξε ένα κουβά κρύο νερό στο σώμα και να τους φωνάζει ότι είναι ευκαιρία να ζήσουν και να αισθανθούν.
Κανείς δεν κοιτά τον άλλο στα μάτια. Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα, αφού για εκείνους η επαφή με τον άλλο αποτελεί αναδίπλωση στον εαυτό. Πέρα από τις ενίοτε ακραίες πρακτικές που έχουν τελικά αποτέλεσμα τον εξανθρωπισμό και το καθρέφτισμα του ενός στον άλλο, ακόμα και η απλούστερη λειτουργία, το σεξ, φαίνεται μια απελπισμένη διέξοδος στην ένταση. Από την άλλη, πολύ πιο ηδονικό μοιάζει το λίκνισμα σε μια κούνια στην παιδική χαρά. Όλοι, είτε τραγουδώντας το “La cucaracha”, είτε με δυο λουλούδια στο χέρι, είτε προσπαθώντας να εξαφανίσουν τα σημάδια του χρόνου, ή απλά ξεγελώντας τον αισθητήρα του parking του διπλανού, ψάχνουν ένα χαμένο παιδί. Μέσα τους ή κοντά τους.
Η εξωτερική ομορφιά μοιάζει απούσα. Τα σώματα είναι παρωδίες των κατόχων τους, παρόλο που κινούνται αυτάρεσκα, χαρίζοντας σουρεαλιστικές στιγμές, όπως για παράδειγμα η αμφισβήτηση του στερεοτύπου που θέλει μόνο καλλίγραμμες παρουσίες να εγείρουν τις αισθήσεις με το χορό τους. Όλοι είναι τόσο πραγματικοί, ενοχλητικοί και απαθείς, όσο είναι και οι ατάκες της αυτιστικής κοπέλας που αφήνει στους οδηγούς να επιλέξουν τον προορισμό της άρα και να αποφασίσουν για την ελευθερία της, με τίμημα να ακούσουν την αλήθεια που δε θέλουν να μάθουν ή να θυμούνται.



Στο τέλος, κανείς δε βρίσκει τη λύτρωση, το άλυτο κάθε επιμέρους ιστορίας σιγοβράζει και ο νους μας τρέχει πάνω-κάτω στις διαστροφικές διαδρομές όσων παρακολουθήσαμε, προσπαθώντας να τις φωτίσει. Τα σκυλιά που λιάζονται στις λουσμένες στο φως πισίνες υφαίνουν το μύθο του «Κυνόδοντα» και μας προετοιμάζουν γι αυτόν. 

Διαβάσατε περισσότερο