Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Buffalo 66



Μόνος. Νόμος. Το μαζί “μόλις μετά βίας χωρά στη ζωή αυτή”, είπε κάποιος σοφός μοναχός. Το ανεξάντλητα σημαίνον ΜΟΝΟς είναι το μόνο που εμπεριέχει τον ήρωα. Ίσως γιατί έχει μέσα του ένα πονεμένο ΟΝΟΜα, κομματιασμένο.

Του δόθηκε ένα όνομα από τη μητέρα του: Billy. Για να πληρώνει τους καφέ βρώμικους λογαριασμούς από τον καθρέφτη που είχαν αγοράσει οι γονείς του. Με αντίτιμο το σαρκίο του. Οι γονείς του τελικά του είχαν δώσει ένα δώρο, του εσωτερικού κενού που θα τον κινητοποιούσε να δημιουργήσει κάτι. Κι αν αυτός αισθάνεται απομονωμένος από τη ροή του έξω κόσμου, τόσο αφόρητα γεμάτος από το μέσα του και ζητά εμμονικά να το αδειάσει σε απόπατους, δε ζητά παρά το κενό του Άλλου. Κανείς δεν άκουσε το κλάμα του. Εκείνη όμως το έκανε. Άκουσε το Τίποτά του και του δίνει το στρογγυλό κενό που δεν ξέρει οτι έχει.

Το ζωογόνο κενό τους είναι το γέλιο που λείπει από το μεταξύ τους, αλλά του οποίου ακουμπούν συνεχώς την αίσθηση. Το γέλιο είναι το φαντασιακό τους παιδί. Το απαραίτητο κενό ανάμεσά τους για να αντέξουν να συγχωνευτούν στιγμιαία και μετά να επιπλεύσουν σε μία στιγμή θανάτου. Το κενό γίνεται ο κοινός καθρέφτης τους.

Κι άλλο κενό. Όπου για να εξαργυρώσει την πληγή από το σπασμένο του καθρέφτη, τον παλιό των γονιών του, δημιούργησε ξανά ένα δικό του όνομα, αυτό που έδωσε σε Εκείνη.
Εκείνη θα χορέψει τις κλακέτες του. Είναι μουσική το όνομα. Θα το κάνει, ένιωσε να ξυπνά το κενό μέσα της. Μπορεί να της πήρε μία βίαιη φωτογραφία, αλλά ήταν δική της. Απλώς ήθελε το χρόνο να φτάσει το φως.

Η αρχικά ενδιάμεση για τον Billy γυναίκα, μεταμορφώνεται μέσα από το φως του συντονισμού, του χρόνου, της επανάληψης, στη γυναίκα που βλέπει. Εκείνη σπάει απαλά τη σαπουνόφουσκα της εμμονής, μπορεί και αντέχει να την ενσαρκώσει.

Ο ήλιος τους είναι σκοτεινός και τους χαϊδεύει χάρτινα. Με τραύματα και ίχνη. Το φαντασιακό τους παιδί φορά γούνα καφέ κουνελιού, έτσι τους βρήκε να το προστατεύσουν. Νεκρό ή ζωντανό, δεν έχει σημασία, η ανάμνησή του είναι. Ο καφέ Billy μετουσιώνεται σε κιτρινόασπρο κουνέλι μέσα της. Οι δυο τους συν-κινούνται στους δρόμους ποιητικής πεζότητας με την καταστροφή απλώς μία οικεία πιθανότητα. Το βλέμμα τότε είναι σχεδόν χυδαίος πλεονασμός.

Ο Billy είναι πάντα μόνος. Αλλά πια είναι συν-κινημένος. Ακόμα κι αν η μηχανή του χαράζει κύκλους μοναχικούς, αυτοί επαναλαμβάνουν τον κύκλο που εμπεριέχει, από Εκείνη.

Αρκούσε ένα άγγιγμα κάτω από την καρδιά. Κάπου εκεί, στην αβοήθητη αιώρησή του, καθισμένος σε έναν καναπέ. Με τα τηλέφωνα ομφάλιους λώρους, να επιθυμεί να τον συνδέσουν αλλά να τον κόβουν βίαια. Το άγγιγμα του έρωτα υπαγόρευσε το ρυθμό της αιώρησης στην κοιλιά, τον αντιχρονισμό της σύνδεσης. Και το τηλεφώνημα συνέβη.
Οι δυο τους, τις σιδερένιες μήτρες τις πετούν με άγρια χαρά, να σπάσουν τους παλιούς καθρέφτες.
Το Μόνος είναι ο καθρέφτης του Μαζί, όταν δυο μόνοι αγκαλιάζονται και ακουμπούν τα μάτια τους. Και το, πια γούνινο, κουνέλι, τους χαμογελά. 


Το βλέμμα του ακούει


Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Monsieur Lazhar

One Art - Elizabeth Bishop, Geography III (1977)

 The art of losing isn't hard to master;
 so many things seem filled with the intent
 to be lost that their loss is no disaster.

 Lose something every day.  Accept the fluster
 of lost door keys, the hour badly spent.
 The art of losing isn't hard to master.

 Then practice losing farther, losing faster:
 places, and names, and where it was you meant
 to travel.  None of these will bring disaster.

 I lost my mother's watch.  And look! my last, or
 next-to-last, of three loved houses went.
 The art of losing isn't hard to master.

 I lost two cities, lovely ones.  And, vaster,
 some realms I owned, two rivers, a continent.
 I miss them, but it wasn't a disaster.

 ---Even losing you (the joking voice, a gesture
 I love) I shan't have lied.  It's evident
 the art of losing's not too hard to master
 though it may look like (Write it!) like disaster.







Η παιδική ηλικία και το πένθος φαίνονται εκ πρώτης όψεως δύο έννοιες άβολα συνταιριασμένες. Είναι απορίας άξιο πόσο εύκολα η διαίσθηση των πιο μικρών και η ανοιχτότητά τους στο θάνατο περνά στη λήθη από τους μεγαλύτερους. Οι μεγάλοι απορούν άκομψα μπροστά στην παράξενη εξοικείωση των παιδιών με το θάνατο, μία απορία που αναδεικνύει η μάσκα που έχουν επιλέξει, αυτή της αναπαράστασης μία εξιδανικευμένης “αγαθής” παιδικής ηλικίας. Όμως το μαύρο είναι ένα ακόμα χρώμα στην παλέτα της ζωής και οι μικροί σε ηλικία άνθρωποι φαίνεται να αγκαλιάζουν τη σκιά του.

Κάθε μέρα, τα παιδιά στο σχολείο, μέσα στην ωμή χαρά τους, πενθούν κάτι. Τη χαμένη σχόλη, το χρόνο της ανάπαυσης που- τι έκπληξη, είναι δυνατό να χρησιμοποιείται με τρόπο πνευματικά ωφέλιμο, το αυθόρμητο παιχνίδι. Το σχολείο, όμως, κλείνει τα μάτια αμήχανα μπροστά στις πιο φυσικές καταστάσεις ροής της ζωής. Ο έρωτας, ο θάνατος, το παιχνίδι, η γνησιότητα, όλα αυτά, οξύμωρα, πεθαίνουν, για χάρη της συμμόρφωσης.

Ο “Εξαιρετικός κύριος Λαζάρ”, αποφεύγει να “ποιήσει” κάτι συνειδητά, με γραφίδα τις αφηγηματικές τεχνικές του κινηματογράφου. Προτιμά να αφήσει το θεατή, με το χρόνο του, να μπει ο ίδιος σε μία ποιητική διαδικασία. Το κάνει με την ίδια ταπεινότητα και την παλιομοδίτικη εκφραστικότητα του πρωταγωνιστή, κατ' ουσίαν εκπαιδευτικό, και μέσα από το ίδιο το θέμα του, που παντρεύει το πένθος με τη μετανάστευση. Η διχοτόμηση “ζωντανός-μη ζωντανός” πιάνει από το χέρι εκείνη του “μετανάστης-μη μετανάστης”. Όπως όλες οι απλουστευτικές διχοτομήσεις που απαλύνουν την υπαρξιακή αγωνία που μας προκαλεί ένα αδιέξοδο κατανόησης του κόσμου, συσκοτίζοντας την έννοια που τις διέπει: άνθρωπος.

Παρακολουθούμε την απώλεια να γίνεται μια χιονόμπαλα που ξεκίνησε από την Αλγερία, παρασύροντας στο πέρασμά της πόνο και χρυσαλλίδες, για να συναντήσει, στον Καναδά, τα χέρια δύο παιδιών, δίνοντάς τους την ευκαιρία να παίξουν μαζί της και να γευτούν λίγο από την παγωνιά της. Οι λέξεις-σημαίνοντα που μένουν ανείπωτα συσσωρεύονται και η χιονόμπαλα μετατρέπεται σε μία πιεστική χιονοστιβάδα.

Όλα τα μικρά καθημερινά πένθη που ζει κανείς σε ένα σχολείο συμπυκνώνονται στο μυστηριώδη χαμό μίας δασκάλας. Η απελπιστικά πιεστική ανάγκη να ονοματιστεί κάποιος ένοχος για τις απώλειες είναι ένα από τα πιο ισχυρά διακυβεύματα της ταινίας, αλλά είτε αυτό συμβεί, είτε όχι, οι σχέσεις που απομένουν είναι αυτό που τελικά διαφαίνεται όταν το χιόνι λιώνει. Το πένθος δεν είναι μόνο για τη δασκάλα, ή τη χαμένη οικογένεια του νέου δασκάλου. Είναι και της μικρής μαθήτριας για την παρουσία της μητέρας που κάθε φορά χάνεται και εμφανίζεται, και της λείπει τόσο πολύ. Είναι και για μια χαμένη πατρίδα. Είναι και για μία χαμένη ευκαιρία να γίνεις ζευγάρι. Είναι και για τη μπάλα που ο μικρός μαθητής έλαβε πίσω, μαζί με την αξιοπρέπειά του, από τα στοργικά χέρια του δασκάλου-ανθρώπου, τη μπάλα που είχε με θυμό πετάξει στο πρόσωπο στη χαμένη δασκάλα του, επειδή ποτέ του δεν της είχε ζητήσει να του την προσφέρει.

Τα παιδιά, οι μικροί άνθρωποι,οι άνθρωποι-βλαστοί, έχουν γεννηθεί για να παίζουν. Το σχολείο όμως κάθε άλλο παρά σχόλη θυμίζει. Κάθε μέρα, εκεί, συντελείται μία μικρή, πένθιμη, βραχύβια διεργασία για αυτή τη μέρα της σχόλης που έφυγε χωρίς επιστροφή και πήγε τα παιδιά ένα βήμα πιο κοντά στην ενήλικη ζωή. Με όρια χωρίς νόημα και νοήματα δοσμένα χωρίς όρια

Το παιχνίδι, όμως, τη φύση, δύσκολα μπορεί κανείς να την καταπνίξει. Η μπάλα που ρίχνει το ένα παιδί στο άλλο, η μήτρα της χαράς, θα ξεπεταχτεί και θα πάει ψηλά, ακόμα και αν οι “μεγάλοι”, με τα γυαλιά πρεσβυωπίας τους, τα μαλλιά κομμωτηρίου τους, τους ψυχολόγους τους, τις άδειες άσκησης επαγγέλματος και τα πρωτόκολλά τους, συγχέουν την ανηλικότητα με την παιδικότητα

Ένα σμήνος από χρυσαλλίδες δραπετεύει από την τάξη και στέκεται πάνω στη χιονόμπαλα που έχει έρθει από μακριά. Τα παιδιά τη μεταμορφώνουν σε μία ζωηρά κόκκινη μπάλα. Παίζουν με αυτή και περιπαίζουν το Θάνατο. Η μπάλα τελικά αφήνεται να κυλήσει μακριά (θα τα ξαναβρεί, αναπόφευκτα) και εκείνος κάθεται κάπου εκεί, στην αυλή, μαζί τους, συμφιλιωμένος με την περιορισμένη δύναμή του.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

The heart is deceitful above all things

To ζήτημα της παιδικής κακοποίησης έχει ψηλαφιστεί από διάφορες πλευρές στο πρόσφατο σινεμά αρκεί κανείς να αναλογιστεί ταινίες όπως το El Bola, το Capturing the Friedmans ή το Mysterious Skin. Η Asia Argento, εδώ, αναδεικνύεται ως δημιουργός σε ένα ωμό ποίημα, επιχειρώντας να...ονειροποιήσει το ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Laura Albert, ή καλύτερα του J.T. Elroy, του λογοτεχνικού alter ego της τελευταίας. Mία σκοτεινή ιστορία, ακόμα και ως προς τον τρόπο αποκάλυψης της πραγματικής ταυτότητας της συγγραφέως, που υιοθετώντας μία παράλληλη προσωπικότητα εξωτερίκευσε τη δική της τρομακτική πορεία ζωής, με αποτέλεσμα να αντικρίζει κανείς πια μία ύπαρξη υπεράνω φύλων και οπωσδήποτε ατρόμητη απέναντι στη δημόσια έκθεση.



Ο J.T. Εlroy υπογράφει, επίσης, το πρωτόλειο σενάριο του Elephant του Gus Van Sant, και αυτό είναι αρκετό για να προετοιμάσει το θεατή για την καθαρόαιμη βρώμικη indie αισθητική που θα ακολουθήσει. Ωστόσο, δύσκολο να προετοιμαστεί κανείς για τη σκληρότητα, στα όρια του ανεκτού, με την οποία παρουσιάζεται η ζωή του μικρού παιδιού με τη μητέρα του. Ο Marilyn Manson συμμετέχει, παίζοντας με το κοινό, μέσα από μία παράλληλη με τη συνηθισμένη περσόνα του εικόνα, ενώ ο τότε φίλος της Argento Michael Pitt, αλλά και τα σχεδόν cameo των Ornella Muti, Winona Ryder
προσδίδουν πινελιές cult στο φόντο που δημιουργείται από τον Peter Fonda. Η επιλογή των δίδυμων Sprouse, τέλος, για να σηκώσουν εναλλάξ το ερμηνευτικό βάρος του ρόλου του παιδιού είναι ενδεικτική της βιαιότητας που εμπεριέχεται σε αυτόν.
Στα όρια του τι σημαίνει παιδικότητα και με μία μεθυσμένη, διαταραγμένη φωτογραφία, το μοίρασμα των ουσιών γίνεται ένας λαστιχένιος ομφάλιος λώρος που τυλίγεται γύρω από τους λαιμούς μητέρας και παιδιού, παραπετώντας ένα βρώμικο νυχτικό που κανείς από τους δυο τους δε θέλει πια να φορέσει. Κανένα όριο μεταξύ τους, επιπλέουν σε μία κοινή μήτρα τρεφόμενοι με ουσίες, και γίνονται ζωντανός εφιάλτης, που ακόμα και μετά από χρόνια επαφής με την ταινία, συνεχίζει να είναι δηλητηριώδης. 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Betty Blue

Αυτό το καλτ φιλμ έγινε για ένα ζευγάρι, του οποίου την ιστορία έγραψε το χέρι του μωρού που δεν έκαναν. Ένα μωρό για το οποίο δε θα υπήρχε αρκετός αέρας για να τραφεί, κανένας ενδιάμεσος χώρος μεταξύ τους, οι δυο τους μία αδιαφοροποίητη, πάλλουσα σφαίρα.




Το μωρό αυτό είχε φωλιάσει στην Betty από τη γέννησή της. Της έμαθε πως να μη διαλέγει τα ρούχα που φορά αλλά να αφήνει εκείνα να την επιλέγουν. Πώς να βάζει φωτιά όταν το χρώμα με το οποίο είχε μπογιατιστεί ο κόσμος γύρω της είχε πνιγηρή μυρωδιά. Πώς να έχει καθαρό βλέμμα για να δει όλο αυτό που επρόκειτο να γίνει εκείνος.
Πώς να μην αγαπήσεις μια γυναίκα που κουβαλάει ένα αγέννητο παιδί, χωρίς να απαιτεί, ως μάνα, τίποτε από σένα; Το καλεί να έρθει να παίξει μαζί σας κάθε φορά που βρίσκεστε μόνοι σας. Και το σέβεται τόσο ώστε να το προφυλάξει από την ένωσή σας που “μόλις και μετά βίας χωρά στη ζωή αυτή”.
Πώς να μη μισήσεις αυτό το παιδί, που ζήλεψε τη γυναίκα σου επειδή το μεταξύ σας δεν του επέτρεψε να βρει χώρο για να βγει προς τα έξω; Και της πήρε το βλέμμα, μήπως και μπορέσει να την καταφέρει να κοιτάζει μόνο αυτό.
Ή εκείνη ή αυτό το παιδί. Το παιδί νίκησε και ο άντρας είπε να το ελευθερώσει, πια, για να έρθει να ζήσει μαζί του, αφού εκείνη δεν έμενε πια σπίτι τους. Το κάθισε μπροστά του και το κοίταξε με επιφύλαξη, γιατί του έμοιαζε με γάτα. Και τότε εκείνο του είπε: “Δεν είμαι γάτα, είμαι κοράκι, και όταν γράφεις εγώ θα μιλώ”. 

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

The Strange Case of Angelica

Το να πυροβολείς με τη φωτογραφική σου μηχανή κάτι ήδη νεκρό ίσως μπορεί να γεννά τη ζωή. Από δύο αρνητικά προκύπτει ένα θετικό, σε αυτό το πορτογαλικό μικρό διαμαντάκι του Manoel de Oliveira, τον βετεράνο με το ιδιαίτερο όσο και απλό και περιεκτικό ύφος.
Ταινία χειροτεχνία, όπου ο άνθρωπος που τη δημιούργησε είναι σα να έστησε τα σκηνικά με τα χέρια του και  όπου κάθε τι φαίνεται πως έχει δημιουργηθεί με φροντίδα. Με φωτογραφία παλιά καρτ ποστάλ, φθαρμένη και νοσταλγική.
Ο φωτογράφος κινείται σε διάφορα παράλληλα σύμπαντα, σημείο συνάντησης των οποίων είναι το μεταφυσικό του αντάμωμα με μία κοπέλα. Εκείνη μόλις έφυγε από τη ζωή και η οικογένειά της επιχειρεί να ανάγει το γεγονός σε τέχνη, ίσως για να το ξορκίσει. Οι γύρω συμμετέχουν με το βλέμμα στην καλλιτεχνική συνάντηση των δυο τους, αν και είναι ο φωτογράφος που κρατά τη μηχανή.
Τα τοπία που παρεμβάλλονται στην απλωμένη δράση μαρτυρούν πως όσο και να συμβαίνουν γεγονότα, όσο κι αν άνθρωποι εργάζονται ή δουλεύουν, οι πέτρες θα είναι εκεί, υπεράνω αυτής της αγωνίας που μαρτυρά η εμμονή του φωτογράφου να πυροβολεί τους εργάτες.
Η ανοιχτότητα στο θάνατο, που φέρνει την πιο ειλικρινή σχέση με τη ζωή, είναι η γεύση που αφήνει η ταινία, κατορθώνοντας να μη μιλά για τον έρωτα αλλά να εκπέμπει από την αρχή ως το τέλος την υπόνοιά του.

 Move it

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Detachment: Η αποπρoσωποποίηση της εκπαίδευσης

Mιλά συχνά κανείς για τις διακρίσεις και τη βία μεταξύ των παιδιών, αλλά σπάνια αναφέρεται στη βία που ασκεί το κοινωνικό σύστημα στο δάσκαλο, και πόσο τελικά το ένα μπορεί να συνδέεται άμεσα με το άλλο. Η αναπαράσταση του επαγγέλματος του δασκάλου φέρνει στο μυαλό κόπωση, απογοητευμένο ιδεαλισμό αλλά και τη μαχητικότητα που χρειάζεται ο δάσκαλος για να προχωρεί και να ζει μαζί με τους μαθητές του, παρά τις συνθήκες που σκοτώνουν τη μεταξύ τους ροή στην επικοινωνία. 
Ίσως ο μόνος τρόπος για να είναι ένας δάσκαλος “αποτελεσματικός” και να αξιολογήσει στεγνά τους μαθητές, όπως το ζητά ένα Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, είναι η πλήρης συναισθηματική αποστασιοποίηση, τόσο από το γνωστικό αντικείμενό του όσο και από τα ίδια τα παιδιά. Σε κάθε άλλη περίπτωση, που ο δάσκαλος επιθυμεί να συν-κινήσει το μαθητή, η σύγκρουση με το σύστημα είναι αναπόφευκτη, και οδηγεί σε αδιέξοδα, ή σε δημιουργία, ανάλογα κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα για επανάσταση. 




Η κινηματογράφηση ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, απλή και “βρώμικη”, σχεδόν τηλεοπτικά ντοκυμαντερίστικη, προσομοιάζει στο επάγγελμα του εκπαιδευτικού, ως προς την κοινωνική υποτίμησή του Οι παραλληρισμοί με τη βιωματική σφαίρα του αξιολογητή μας, αποκαλύπτουν πως το βίωμα είναι η μόνη οδός για να μάθει κανείς κάτι. Όταν λείπει αυτό, μεταφέρονται ξερές λέξεις και νοήματα, χωρίς καμία αξία. Το να κοιτάξεις στα μάτια τους μαθητές και να παραμερίσεις τους ενδιάμεσους της διδακτέας ύλης και του καθωσπρεπισμού μοιάζει πολυτέλεια.
 Η απαισιοδοξία, ωστόσο του σχολιασμού της ταινίας, όσο κι αν αφυπνίζει, είναι για ακόμη μια φορά, μετά τα "Μαθήματα Αμερικάνικης Ιστορίας" ασφυκτική. Δημιουργεί τόσες άμυνες όσες και η εικόνα της εκπαίδευσης σήμερα, αφού υπογραμμίζει οτι μερικοί κούκοι, μόνοι τους, δε φέρνουν την άνοιξη. .

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Άδικος Κόσμος: Η ηθική του να πέφτεις από το ίδιο σου το βάρος





Είναι άραγε άδικο, ή, όπως αναρωτιέται η ταινία, μη ηθικό, να πέφτει κανείς απλώς από το ίδιο του το βάρος, αγνοώντας ο,τι και όποιον τον σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση;
Ίσως η ποίηση να μπορεί να χωράει στους τέσσερις τοίχους ενός αστυνομικού τμήματος, αν είναι βαμμένοι πράσινοι. Ακινησία, νεκρική σιγή, στεγνή κλινική της ηθικής, οι λέξεις μόνο με ειρωνεία χρωματισμένες και σταματημένος χρόνος, αφήνουν χώρο στην εικόνα, δημιουργώντας σκηνές αφαιρετικής ποίησης.
Δύο άνθρωποι που κινούνται άτακτα στο ηθικό δίπολο καθαρός-βρώμικος, ανάμεσα στις ζωογόνες εξαρτήσεις και εμμονές τους, προσεκτικά τακτοποιημένες. Ένα τσιγάρο που ακροβατεί συνομιλεί με έναν πύργο από ποτήρια. Δύο άνθρωποι, νεκροί έτοιμοι να ξυπνήσουν, που η τύχη τους ενώνει και τους χωρίζει.
Η γόνιμη διασταύρωσή τους μοιάζει, προς το παρόν, αδύνατη, αφού εκείνος έχει ένα μοναδικό σύστημα ηθικής, με καθολική πίστη στον υγιή πυρήνα κάθε ανθρώπου, ενώ εκείνη είναι στην αρχή του να χτίσει κάτι αντίστοιχο, ξεκινώντας όμως από τον αντίθετο πόλο: την παντελή έλλειψη του άλλου ως κομμάτι της ηθικής της. Το όλο και το τίποτα ενώνονται, και προκύπτει κάτι με προοπτική, ένα τοπίο με τα χρώματα και των δύο, που ίσως κάποτε κοιτάξουν μαζί, ώστε τελικά να κοιταχτούν στα μάτια, ως άνθρωποι.
Οι συνδέσεις με το τι είναι ηθικό και τι όχι στην κοινωνία, συγκριτικά με την ψυχική ζωή ενός ανθρώπου που επιθυμεί να είναι ελεύθερος, προκύπτουν αβίαστα στο χώρο που προσφέρει η κινηματογραφική γλώσσα και οι απέριττες ερμηνείες, ενώ η νοσταλγία κάποιου πράγματος που κάποτε ίσως να ήταν γεμάτο και τώρα πια είναι άδειο είναι απλωμένη σε κάθε πλάνο. 

Τελικά, χτίζεται μία κοινή προσωπική ηθική και για τους δυο ανθρώπους, που ανοίγει την αισιόδοξη προοπτική της ελευθερίας του να είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και αυτό να σου προσφέρει την ασφάλεια της επιλογής του να είσαι δίκαιος απέναντι στον εαυτό σου. Να πέφτεις με το ίδιο σου το βάρος και να μη ντρέπεσαι να αφήσεις κάποιον άλλον να το δει.



 Moveit

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Holy Motors: Το μεγάλωμα ενός δημιουργού



Ίσως κάθε άνθρωπος που δημιουργεί, να επωμίζεται μία ευθύνη προς τον εαυτό του. Να οικοδομήσει το μεγάλωμά του και να δώσει χώρο σε όλα όσα στηρίζουν αυτή του την ανάπτυξη.
Ο Όσκαρ (με το ειρωνικό όνομα), γεννημένος δημιουργός και γι αυτό και θεατής, μεγαλώνει αντίστροφα. Σημείο εκκίνησής του η ουσία του στο περίβλημα μιας παράδοξης γιαγιάς που δίνει φιλιά, μέσα σε μία λιμουζίνα ,σε αντικατοπτρισμούς του ξανά-ανακατεμένου γενετικού υλικού της.
Από αυτό το σημείο κι έπειτα τεντώνεται η πλέξη μιας στιγμής απόλυτης ευτυχίας για να ξεχωρίσουν τα νήματα που ενώνουν τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν. Οι κλωστές πολλές, τα πρόσωπα πολλά, και ο πυρήνας τους ανοίγει για να συνομιλήσει με κάθε δυνατή, σκοτεινή ή φωτεινή γωνία που μπορεί να τον κατοικεί.
Αρχίζει μία πτώση σε ένα λαγούμι ανθρώπινων χειρολαβών που καταλήγουν σε ξεχωριστά δωμάτια ευτυχίας με πρόσωπα γιορτής, αστείου, απώλειας. Με κάθε στάση αφαιρείται κάθε φορά ένα από τα κοινωνικά ρούχα που του-μας έχουν φορεθεί. Μία πτώση με αναδυόμενη ασφάλεια, αφού οι χειρολαβές είναι εκεί αλλά ο ήρωάς μας επιλέγει να μην τις πιάσει, προτιμώντας την ελευθερία της πτώσης, που οδηγεί στον πάτο της Πλατωνικής σπηλιάς. Δε γνωρίζει οτι τη διασχίζει , αλλά οι αισθήσεις δίνουν σημάδια αλήθειας που τον καθησυχάζουν.
Στο χρονικό-και μόνο-τέλος της διαδρομής, φορά στο ανθρώπινο δέρμα του την επίγνωση της φύσης του και την εκπληρώνει, χωρίς να την τελειώνει. Το τέλος και την τελειότητα τα αφήνει για την αγιοσύνη μιας οδηγού χωρίς μάτια, και για τα άγια οχήματα, που όταν μένουν μόνα τους μυστικά ζηλεύουν το μεγάλωμα του ανθρώπου.
Οι άνθρωποι τέλειοι δεν μπορούν να είναι. Οι άνθρωποι βλέπουν, κοιτούν, κοιτάζονται, συμπλέκουν τις ατέλειές τους. Έτσι εκπληρώνονται, μεγαλώνοντας αντίστροφα μαζί. Δημιουργώντας κάτι όχι τέλειο, αλλά άρτιο, όπως το φιλμ αυτό. 


Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Το φαντασιακό παιδί της “Αγάπης”


To Amour φαίνεται μια ταινία που εισέβαλε στο συλλογικό ασυνείδητο μιας κοινωνίας σε (προ-)κρίση. Οι σκόρπιες κουβέντες με τους ανθρώπους αλλά και με τον εαυτό, αποκαλύπτουν τις άμυνες που ο καθένας εκμυστηρεύεται πως, περισσότερο ή λιγότερο επιστράτευσε, προκειμένου να αντεπεξέλθει στην εκπολιτισμένη βιαιότητα την οποία καλείται να υπομείνει κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Ο Michael Haneke φυτεύει ένα φιλμ στο μέσα σου και αφήνει στο χρόνο να ξεπαγώσουν οι εντυπώσεις.
Η έννοια που φαίνεται να ψηλαφίζεται είναι το πάντρεμα αγάπης και ηθικής, σεβασμού και αξιοπρέπειας, με το πρόσχημα της διαλεκτικής περί ευθανασίας. Ο πρώτος από τους συνειρμούς που κάνει κανείς με αφορμή το σημαίνον “amour” είναι ο αμοραλισμός. Ηθική, αυτόνομα αποφασισμένη, με προσωπική ευθύνη, που οι συμπτώσεις το φέραν να ταιριάζει με την ηθική ενός άλλου ανθρώπου. Μακριά από κάθε ίχνος “πολιτισμένης” ενοχής.
Η ιστορία του ζευγαριού σημαδεύεται από το θάνατο της γυναίκας, ο οποίος συμβαίνει νωρίς αλλά αφήνει σιγά σιγά τη μυρωδιά του κατά τη διάρκεια του, κατά τ' άλλα, ψυχρά άοσμου φιλμ. Ένα ιδεατά ίσως ισότιμο ζευγάρι, που κοιμάται σε χωριστά δωμάτια, αφού έχει κατακτήσει την ασφάλεια της ψυχικής επαφής.  Ο κάθε ένας είναι ελεύθερος και ασφαλής ώστε να αισθάνεται μόνος, ταυτόχρονα αισθανόμενος την παρουσία του Άλλου. Μία κοινωνικά ασυνήθιστη έννοια.
Η ασθένεια που παρουσιάζεται, παραπέμπει στο ασθενές περιρρέον κλίμα, πτώση από ασανσέρ προς μία παιδικότητα ασθενή, που θέτει σε πρώτο πλάνο τη διάσταση της ανάγκης, και λιγότερο της απενοχοποίησης. Άνθρωποι με ανάγκες, δέσμιοι από κοινωνικές επιταγές που θέτουν στους εαυτούς τους όρια δίχως νόημα, με όρους σε πραγματικό επίπεδο που μετρούνται με χρήματα και όχι με συμπεριφορές. Άνθρωποι πολύ μακριά από το να είναι ελεύθεροι, η ποιότητα των οποίων συμπυκνώνεται με το χαρακτήρα του ενήλικου παιδιού του ζευγαριού, που εκπροσωπεί το πραγματικό στη σαρκική και χρηματική του διάσταση.



Η προσωπική ευθύνη η οποία απλόχερα της παραδόθηκε από τους γονείς της διαβρώθηκε από τις κοινωνικές απαιτήσεις. Το πεπρωμένο κάθε παιδιού που βγαίνει στην κοινωνία για να ανακαλύψει οτι μόνο η δυστυχία του να μπει στα στερεότυπα της είναι λύση για να ενταχθεί, αν δεν έχει την τύχη να συναντήσει τον άνθρωπο που θα έχει χτίσει ένα αντίστοιχο προσωπικό ηθικό σύστημα με εκείνου. Είναι  η μόνη, άλλωστε,  που φέρει στο λόγο της τις σεξουαλικές συνευρέσεις των γονιών της, ή τα χρήματα, ή άβολες επώδυνες καταστάσεις, όπως η απιστία μεταξύ συντρόφων,  που δημιουργούν οι ίδιοι οι άνθρωποι  για να δικαιολογήσουν τις αδικαιολόγητες τύψεις που τους έχει φορτώσει η κοινωνία απέναντι στην ελευθερία τους.
Οι δυο γονείς, αντίθετα, μιλούν με αξιοπρέπεια για μουσική, τέχνη, θέατρο, έχουν δημιουργήσει πολλούς ενδιάμεσους φαντασιακούς χώρους, ώστε η πραγματικότητα με την πεζότητά της να καταλαμβάνει την απολύτως απαραίτητη θέση ανάμεσά τους. Ενδεικτική είναι η σκηνοθετική σύνδεση κατά την οποία ο πρώτος εγκεφαλικός θάνατος της γυναίκας συμβαίνει κατά την ώρα που ασχολείται με κάτι πραγματικό, και όχι την ώρα που π. χ. συναντά το πιάνο της και διαμέσου αυτού τον άντρα της.
Το ζευγάρι της ιστορίας, κάθε φορά που ξάπλωνε, μεγάλωνε το παιδί του κοινού εαυτού του. Τι κι αν το σώμα του ενός πρόδωσε το κοινό τους αρμονικό μόρφωμα. Μαζί με την κόρη τους, το σάρκινο παιδί, ίσως καταδικασμένο να διαβρωθεί από τις κοινωνικές επιρροές, που ωστόσο ζει, αυτόνομο και αυτάρκες και έχοντας βιώσει και εσωτερικεύσει την τριαδική σχέση, υπάρχει ταυτόχρονα ένα κοινό φαντασιακό παιδί. Από τη στιγμή που το βλέμμα του ενός συνάντησε το βλέμμα του άλλου, συνέβη η σύλληψή του.


Το παιδί αυτό, ως περιστέρι, δραπετεύει από την αποτυχημένη μορφή υλικού πολιτισμού και αποχαιρετά ένα κοινό εσωτερικευμένο συμβολικό δωμάτιο, από όπου απλώς ήρθε η ώρα, στη ροή της φύσης, τα μέλη του ζευγαριού να φύγουν. Το παιδί που οι δυο τους μεγάλωναν από κοινού κάτω από ένα μαξιλάρι.

Ψυχογραφήματα

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

La leggenda di Kaspar Hauser




Η παλία στοιχειωμένη ιστορία του ουδέτερου, διαφανούς εφήβου Κάσπαρ Χάουζερ φαίνεται πως γέννησε ένα δαιδαλώδη συνειρμό και στον Davide Manuli (όπως από το 1880 και μετά το κάνει, ακόμα και για τον Verlaine και μέχρι τον πρόσφατο Jeffrey Eugenides). Ο σκηνοθέτης αναλαμβάνει, σχεδόν συγκινητικά, με τη βοήθεια δυνατών φιγούρων όπως ο Vincent Gallo, να χτίσει ένα ναό της Χάουζ για τον Κάσπαρ, να τον κάνει επιτυχημένο ντιτζέι, στο έρημο και μέχρι τότε άγονο νησί.

Το φιλμ προσφέρει στην ψυχή του Κάσπαρ το χώρο ώστε να στεγάζεται αρτιμελής, στο βασίλειο που ο ίδιος επιθυμούσε, χωρίς να το έχει ο ίδιος σκοπό, αλλά σπρωγμένος μόνο από τη φύση. Ένα βασίλειο που να εμπεριέχεται, επιτέλους, σε ένα όνομα: Χάουζ. Να είναι κάτι λιγότερο από τον Χάουζερ και όχι να γίνεται ο ίδιος το βασίλειό του, καθηλωμένος μισός νάρκισσος.
Ο Jarmoush, οι αδερφοί Κοέν και ο Korine αδελφώνονται σε ένα άοσμο κλίμα πειραματισμού, με διχοτομήσεις συνεχείς, ποιητικές εικόνες να συγκρούονται με ψηφιοποιημένη σειρά ήχων, και το λόγο να διαμεσολαβεί τραυματικός και μαθηματικά διατυπωμένος. Οι λογικές συνεπαγωγές και οι διαισθητικές μεταφορές προεκτείνουν τη συνειδητότητα. Ο λέξεις σχίζουν την εικόνα, σαν τη μαχαιριά που ο Κάσπαρ λέγεται πως του πήρε τη ζωή, αυτόνομη από εκείνον. Η έλλειψη ενός νησιού περικυκλώνεται από το νερό της θάλασσας. Το νερό περνά μητρικά μέσα από το πλάσμα που ενσαρκώνει τον Κάσπαρ, το τρέφει, και σοφά, όταν φτάνει να είναι περιττό, αποβάλλεται. Έτσι γίνεται ικανός, ο,τι έχει σε αφθονία, να το μεταγγίζει σε ένα γατί. Αφού εκείνος τράφηκε, επιστρέφει ο,τι πήρε.
Ένα μεγάλωμα που υπαγορεύεται από καθρέφτες φταγμένους από φωνές. Αφού πριν το μάτι, καθρεφτίζεται το αυτί. Το μόνο γόνιμο απομένει ένα όνομα, που τον κάνει ολόκληρο υποκείμενο χαμένο σε ένα όνειρο, χαμένο στη μετάφραση, όλο εικόνες ανθολογίας, με τη Γυναίκα και τον Άντρα σε αρμονία.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Martha, Marcy May, Marlene. Όπως μητέρα


Το πρώτο μεγάλου μήκους έργο του Sean Durkin (συνδεδεμένος ως προς την παραγωγή με το εσωστρεφές Afterschool), ένας διαμαντένιος σιγανόφωνος βυθός που σε καλεί σε μία παράλληλη βουτιά με κάποια που μετά το τέλος της ταινίας θα ονόμαζε κανείς απλά M






H M. φιλοξενείται στο σπίτι της αδερφής της, ψυχικά ραγισμένη από την παραμονή της σε ένα κοινόβιο και τη σχέση της με τον αρχηγό του.Η κοπέλα ακροβατεί ανάμεσα σε πολλές ταυτότητες και ταυτίσεις και οι αδερφή της και ο σύζυγός της, μένουν εκκρεμείς ανάμεσα στη φροντίδα για εκείνη και τους εαυτούς τους. 
Αν η Lilly sometimes άγγιζε τα ζώα και χαμογελούσε, αναζητώντας να διατηρήσει στη ζωή ένα ενδιάμεσο σε εκείνη και στη μητέρα της βλέμμα, η Μ. παίρνει την αδερφή της από το χέρι και κάνει μια βουτιά στη λίμνη. Ένα αντρικό χέρι την έχει σπρώξει να πάει πίσω. Γιατί η κοιλιά της μητέρας τους είναι πια άδεια. Εκεί, μέσα στο ωκεάνιο συναίσθημα, μπλέκεται σε μία δίνη αναγραμματισμών. Όπου το να σε αποκαλεί κάποιος με όνομα γίνεται αποχωρισμός από κάτι που πασχίζεις να προσκολληθείς. Ένας αποχωρισμός, που έχει ήδη γίνει, όταν η μικρή Μ. γύρισε το κεφάλι, και αντί να αποκαλέσει εκείνη, κάποιος άλλος την αποκάλεσε με ένα όνομα που άρχισε με το Μ. Έτσι, δεν πρόλαβε να φωνάξει τη μητέρα της, εκείνη τη στιγμή ο Άλλος της έκλεψε το φθόγγο.
Με το χέρι της μέσα στο χέρι της αδερφής της, άλλοτε προστατευμένο και άλλοτε εγκλωβισμένο, η Μ. αλλάζει ρούχα για να δει αν ο Άλλος (στραγγισμένος από τον εαυτό του ο John Hawkes) θα της απευθύνει ένα όνομα. Εκείνος, άλλος ένας σκοτεινός πατέρας, την αποκαλεί και εκείνη δανείζει βλέμματα στις γυναίκες του κοινοβίου για να της τα επιστρέψουν. Μέχρι που έγινε η μύηση. Και από Άλλος, εκείνος έγινε ξένος.
Αν χαθείς σε ένα βυθό από καθρέφτες που δεν ονομάζουν αλλά απλώς επιστρέφουν την απορία σου, τότε η σκέψη σου έχει φύγει από σένα. Κολυμπά πια μόνη της. Και το πραγματικό βυθίζεται σαν ένα αυτοκίνητο με ανθρώπους που δεν ξέρεις. Και φοβάσαι. Η Μ. έχει αφήσει την αδερφή της από το χέρι της πια. Η μοναχική της διαδρομή έχει αρχίσει. Πιο πριν «ήταν μόνο εικόνα» στην οποία ο Άλλος και κάθε Άλλος πρόβαλλε διαφορετικές ταυτότητες, δίνοντάς τους ονόματα που έτυχε να είναι Μartha, Marcy, ή Μarlene. Ένα μεγάλωμα χωρίς όνομα ακόμα, απλώς στην αρχή του.


Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Για να σε βλέπω καλύτερα




Mία ταινία μέσα στη σκηνή του θεάτρου. Φαντασία μέσα στη φαντασία.  Ένα θεατρικό έργο που χρησιμοποιεί το μύθο ως ενδιάμεσο χώρο για να ξεκουράσει κανείς το βλέμμα του και να το επιστρέψει κοιτώντας την ουσία του άλλου. Κόντρα στις καθρευτικές σχέσεις που τυφλώνουν με τις αντανακλάσεις τους και εγκλωβίζουν τα άτομα στο ναρκισσισμό τους,
Κάποτε το ερμαφρόδιτο ήταν απλώς το παιδί της σελήνης, τώρα ζητά να απενοχοποιηθεί εκ νέου, να αναγνωριστεί ως ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Η έννοια του έρωτα επαναπροσδιορίζεται, τόσο ταλαιπωρημένη και τόσο πολύτιμη. Σε αναζήτηση του τρίτου παράγοντα, της ενδιάμεσης γης, που χρειάζεται για να ισορροπούν οι κατοπτρικές σχέσεις και οι διχοτομημένες συνειδήσεις.
Πολυσυλλεκτικό υλικό από παγκόσμιους μύθους δένεται με γήινες υφασμάτινες κλωστές. Ρέει η ενέργεια της αναζήτησης της αλήθειας για τη σχέση του άντρα και της γυναίκας. Άλλοτε καυστικά, άλλοτε τρομακτικά, άλλοτε παιδικά, μα πάντα ποιητικά. Καθρεπτίζεται το Σύνταγμα, μεταβατικό τετράγωνο από τον ασφυκτικό οικογενειακό χώρο στους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού. Υπό το βλέμμα ενός σκηνοθέτη του σινεμά που νιώθει μαζί με το υλικό του και το αφήνει να τον παρασύρει, με το εύρημα να αφήνει το κοινό να δει σχεδόν από την κλειδαρότρυπα το γύρισμα μιας ταινίας.
Τα παραμυθένια κείμενα επιλεγμένα από μετέφηβους ηθοποιούς, προς την κάθαρσή από την καθολική συγχώνευση που πλανάται στον αέρα. Απάντηση στην εγκλωβιστική πόλωση και λύση στο διχασμό. Τα υφάσματα παρασύρονται και  χορεύουν σαν καμβάδες για να ζωγραφιστούν οι έννοιες, με απρόσμενες ποιητικές  μουσικές.  Οι καθρέφτες ταυτίζονται με τις οθόνες.  και γίνονται παράθυρα προς το ενδιάμεσο, δίνουν αέρα ανάμεσα στα δυο ασφυκτικά μέλη που μας διχάζουν.
Η Κοκκινοσκουφίτσα παύει να προτιμά την ασφάλεια της κοιλιάς του λύκου. Ο καθρεύτης-οθόνη έγινε έξοδος κινδύνου.


Σήμερα η τελευταία παράσταση:

Για να σε βλέπω καλύτερα - Θεατρική Ομάδα Ιατρικής Αθήνας

Η θεατρική ομάδα φοιτητών Ιατρικής Αθήνας παρουσιάζει το έργο "Για να σε βλέπω καλύτερα" σε σκηνοθεσία Σ.Κεραμίδα. Δεκατρία παραμύθια, ποιήματα και παράξενες ιστορίες από όλο τον κόσμο. Ένας σκηνοθέτης επί σκηνής ξεκινάει από το «μία εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις» και βλέπει μπροστά στα μάτια του να ξεδιπλώνεται όλη η συνειρμική του σκέψη, μέσα από πασίγνωστα παραμύθια, που δίνουν τη θέση τους σε αρχαίους μύθους, που θα μας μεταφέρουν σε χορευτικά δοσμένες ιστορίες, αφού κάθε τραγούδι έχει να πει μια ιστορία…
περισσότερα επι σκηνής

ΘΕΑΤΡΟ OLVIO
Φαλαισίας 7 Γκάζι
23 ως 30 Μαΐου
Ώρα έναρξης : 20:30
τηλέφωνο κρατήσεων: 6949437448
τιμές εισιτηρίων: 5€ φοιτητικό, νεανικό & ανέργων/ 8€ κανονικό
ΜΕΤΡΟ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ
Διάρκεια:90'
Το θέατρο διαθέτει εξώστη με 4 θέσεις για Α.Μ.Ε.Α ανά παράσταση

Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Στέλλα Κεραμίδα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μάρβα Στάθη
Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης
Μάσκες: Μάρβα Στάθη
Αφίσα/Πρόγραμμα: Αχιλλέας Δημητρόπουλος
Ενδυματολόγος: Βίκυ Γεωργιοπούλου
Μουσική επιμέλεια: Εύη Τασάκου, Αχιλλέας Δημητρόπουλος
Βίντεο: Ηρώ Γλαρού
Επιμέλεια κειμένου: Άννα-Μαρία Πισκοπάνη και όλη η ομάδα

Παίζουν:
Άννα Δημητροπούλου, Ριχάρδος Αβραμίδης, Παναγιώτα Παλλά, Μαρία Τραγούλια, Αχιλλέας Δημητρόπουλος, Πέτρος Πιτσούνης, Χρυσή Συλαϊδή, Μαρία Τσικαλά – Βαφέα, Παναγιώτης Μακαρώνης, Ερωφίλη Καρίμαλη, Τάσος Κασιμάτης, Νίκος Σπυρίδωνος, Λίνα Καμπούρογλου, Χριστίνα Κρικιγιάννη – Μποστατζόγλου, Δήμητρα Νταντή, Παναγιώτα Καζάνη, Ιωάννα Σουλελέ, Μίνα Παναγιωτοπούλου, Σωτήρης Σεμερτζιάν

Η παράσταση συμμετέχει στην 8η Διεθνή Πανεπιστημιάδα Θεάτρου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών, το Σάββατο 2 Ιουνίου 2012 στο θέατρο ΑΣΤΕΡΙΑ.

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Ας κοιτάξουμε τον Κέβιν





Το κέντρο του «Ας μιλήσουμε για τον Κέβιν» είναι η μητέρα. Πλευρές της όλοι οι άλλοι. Ακόμα κι εσύ που παρακολουθείς την ταινία. Γι αυτό και όταν τη δεις δε θες να μιλήσεις για  αυτήν. Αμύνεσαι. Όπως εκείνη. Δεν ήθελε να μιλήσει γι αυτόν. Μία μη-μάνα. Ή η απόλυτη μάνα. Άπειρα αληθινή. Παλινδρομούσα.
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε να κοιτάξουμε τον Κέβιν. Αφού το είδωλό του έχει προβληθεί πάνω μας από τον παγωμένο καθρέφτη του βλέμματός της. Ένα παιδί που η μήτρα που το γέννησε είχε τσόφλι γύρω της. Έτσι στατικά τα κόκκινα αντικείμενα στην οθόνη, συμβολικοί εφιάλτες παντού. Το μόνο που κυλά είναι το κρασί. Σαν να μην έρρεε ποτέ τίποτα μεταξύ μάνας και γιού.
 Στο κέντρο του δωματίου με τους χάρτες. Ο Κέβιν της το είπε κόκκινα:  «όσο και να σταθείς στη μέση του δωματίου εγώ θέλω να είμαι το κέντρο σου. Θέλω να παίξω. Να κλέψω από την αδερφή μου τον τρόπο που βλέπει ένας αθώος. Είμαι σε ανάγκη».
¨Όμως μόνο εκείνη έχει ανάγκες.  Εξαίρεση, όταν ο Κέβιν είναι άρρωστος και σχετίστηκαν οι δυο τους, μόνο όταν η ίδια με το βλέμμα της τον έκανε να εκπέσει ή να ανυψωθεί, ή και τα δύο ταυτόχρονα, ως ένα ον με ανάγκη. 
Ο πατέρας δεν είναι πουθενά. Αλλά, πριν γεννηθεί ο Κέβιν, ο άντρας της ήταν παντού (το  μόνο ίσως σημείο-κλειδί που θολώνει τα νερά σε σχέση με το βιβλίο, όπου είναι σαφής η εξάρτηση της μητέρας από τον άντρα της, προ Κέβιν).
Πάντα, για εκείνη, έπρεπε ο Άλλος να είναι απέναντι. Πάντα, χωρίς κάτι τρίτο να τους ισορροπεί. Τίποτα τρίτο δε χωρούσε. Είτε με απόλυτο όριο μεταξύ τους, είτε με κανένα όριο, πλήρη συγχώνευση, ένα δίπολο.
Αν η παντελής απουσία του βλέμματος των γονιών σε άλλα φιλμ ανάλογης προβληματικής όπως π.χ. το αξεπέραστο Elephant είναι δεδομένη, εδώ υπάρχει η άλλη πλευρά του νομίσματος: η μητέρα παντού. Χωρίς βλέμμα και πάλι. Ώστε ο έφηβος που σκοτώνει, να κατακερματίσει την ανάγκη του για βλεμματικό καθρέφτισμα σε κάθε όμοιό του που σκοτώνει. Όταν αφαιρεί τη ζωή από κάποιον, τον καθιστά ως ον με ανάγκη, όμοιό του και τον αναγκάζει να δει τον ίδιο πραγματικά.
Μόνο στα σκοτεινά κατάφεραν μάνα και γιος να αλληλοκαθρεπτιστούν. Ο χώρος της φυλακής είναι ασφαλής, οριοθετημένος, τους προφυλάσσει από το να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Αφού ο γιος μοιράστηκε σε ψηφιδωτά βλέμματα του απαραίτητου κοινού του. Για να κερδίσει αυτό το σκοτεινό βλέμμα της. Και να αφήσει και πάλι να φανεί για λίγο η ανάγκη του.
Οι συγκρίσεις με το βιβλίο-βουτιά στα σωθικά της μητέρας και της συγγραφέως ταυτόχρονα (θα το νιώσει κανείς διαβάζοντας το σημείωμα στο τέλος του βιβλίου, αλλά και μαθαίνοντας την ιστορία και το έργο της) είναι άστοχες, και αυτό κάνει την ταινία γνήσια αυτόνομο έργο τέχνης.
Από την άλλη, οι συγκρίσεις, τον προβολών που κάνει η κοινωνία μας σε φονικές διαδρομές, φυσικές. Χωρίς κανένα όριο, από τον πατέρα-νόμο και τη μαμά-πατρίδα, αναζητούμε το πιο βίαιο όριο, σκοτώνοντας, με τις ακραίες τοποθετήσεις μας, τις προσωπικές προβολές-σκοτεινές πλευρές μας, με κάθε δυνατό τρόπο. Για να καθρεφτιστούμε ως όντα με πραγματικές και όχι πλαστικές ανάγκες. Ας κοιτάξουμε τον Κέβιν. Και ας μιλήσουμε για όλους μας. 


Πρωτοδημοσιεύθηκε στα  Ψυχογραφήματα 

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Ποταμός Έξαψης









Μια ταινία μέσα σε ταινία, ένα όνειρο μέσα σε όνειρό. Ένα ποιήμα μέσα σε ένα ποίημα. Ή πώς μία ώριμη ηθοποιός εμπλέκεται σε ένα θεραπευτικό φιλμ και λυτρώνεται, κάνοντας συνδέσεις και μεταθέτοντας την ενέργεια που εκλύθηκε μετά το χαμό του αγαπημένου της στην πραγματική της ζωή.
Από το αρχικό αριστουργηματικό πλάνο του κρεβατιού, φαίνεται σαν η πρωταγωνίστρια γύρω από αυτό το κρεβάτι να περιφέρεται και να μην έχει αποφασίσει αν θα κλίνει εκεί από πόνο, κούραση, ή για να αναγεννηθεί. Ο αγαπημένος της έχει φύγει και έχει πάρει μαζί του κάθε τι γόνιμο. Παράλληλα, η ανορθόδοξη ερωτική σχέση ανάμεσα στην ηρωίδα που υποδύεται η ηθοποιός και σε έναν νεαρό άντρα στο φιλμ που ετοιμάζεται, γίνεται ευκαιρία για ζωή. Δίπλα σε ένα ποτάμι, κάπου ανάμεσα σε ξερές πέτρες, χαράζεται το έδαφος και κυλά κάτι νέο. Σχέση μητέρας-γιού, γεφυρώνει το ανεπαίσθητο χάσμα που έφερε στο ζευγάρι η απώλεια των γιών τους στον πόλεμο. Το ποτάμι της ταινίας παίρνει τη χαμένη της αγάπη μακριά. Και δίνει φωνή στα λόγια που τη συνοδεύουν στο ταξίδι της.
Απαλά γλιστρούν οι φιγούρες των χαμένων και όσων έχουν μείνει, και η γλυκιά έξαψη, μετά την παρακολούθηση του φιλμ γίνεται με τη σειρά της μια αχνή αίσθηση, σαν ποίημα που θυμάσαι το φόντο και όχι τα σημεία.

Move it

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Όσλο: Μια πόλη που με τα όριά της ελευθερώνει





Βασισμένη σε μυθιστόρημα, η διαφανής σαν πάχνη ταινία του δανού μακρινού ανηψιού του Lars, Joachim Trier,  με τον τίτλο της ορίζει το πλαίσιο εξαρχής: Ο,τι πρόκειται να παρακολουθήσουμε έχει συγκεκριμένο χρόνο και τόπο αναφοράς. Σε αντίθεσή με τον ήρωά μας, του οποίου κάθε στιγμή η αυτοτέλεια βρίσκεται σε κίνδυνο.  
Είναι μια σημαντική μέρα για τη ζωή του Άντερς, που φορά να αθλητικά του και κάνει ένα βήμα να περπατήσει και πάλι στην πόλη του νηφάλιος, έχοντας μόλις συνέλθει από τη μακρά πορεία της αποτοξίνωσής του. Η νέα του διαδρομή επιφυλάσσει διάφορους σταθμούς σε πρόσωπα και πράγματα, ευκαιρίες που είναι εξαρχής στοιχειωμένες και πειρασμούς καλά εδραιωμένους.
Σε λίγες ταινίες η αγωνία προφυλάσσεται τόσο προσεκτικά στη σιωπή και η ποίηση στο νατουραλισμό. Η απλότητα είναι σχεδόν επώδυνη, αφού νιώθεις σα να περπατάς μαζί με τον ήρωα και θες να του κρατήσεις το χέρι. Βλέπεις τις άσπρες νιφάδες να σκορπίζουν γύρω του και δεν αποφασίζεις αν γιορτάζουν ή τον ειρωνεύονται. Διακριτικά και αιχμηρά σχολιάζονται διάφορα θέματα γύρω από τη χρήση και το πώς αναπαριστώνται από την οικογένεια, τους φίλους και το ίδιο το άτομο. Η έννοια της οικογένειας αποδομείται προοδευτικά και δοκιμάζονται τα όριά της. Το Όσλο γίνεται η μητέρα που δε εμφανίζεται πουθενά, με όρια και κανόνες, που προς στιγμήν δίνουν ελευθερία και συγχώρεση στον ήρωα. Συμπυκνώνεται παρελθόν, παρόν και μέλλον στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, που ακροβατεί ανάμεσα στη δύναμη και την κατάρρευση.
Το δίλημμα αναπόφευκτο. Από τη μία η σκοτεινή ασφάλεια του ο Άντερς να ξανανιώσει, όπως αγέννητος ακόμα, ενωμένος με μία ουσία. Από την άλλη, να επιλέξει να γίνει απλά ένα αυτόνομο μέρος της πόλης, που τόσο κοντά αισθάνεται και να την αφήσει να ορίζει την αυτοτέλειά του. Με ενορχηστρωμένη από την αρχή ως το τέλος μία ηχηρή κορύφωση, και σε κάθε περίπτωση τελευταίο προορισμό τη λύτρωση.

Πρώτη δημοσίευση: Move it



Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο Τελευταίος Πειρασμός πριν ένα τέλος που αγκάλιασε την ατέλεια


Ο «τελευταίος πειρασμός» του Χριστού, ενσαρκώνεται στο μεταφυσικό βλέμμα του Williem Dafoe, και οι πασχαλινές ημέρες χρωματίζονται διαφορετικά κάτω από την επίδρασή του. Ο Χριστός ως οντότητα ξεπερνά τις ανθρωπόμορφες διαστάσεις του και γίνεται φιλοσοφική έννοια, συμπυκνώνοντας ερωτήματα και απαντήσεις αιώνων.
Στον αντίποδα του Robert Powell του Τζεφιρέλι, αγγελικού αλλά μονοδιάστατου, υπάρχει η όμορφη οδύνη ενός παιδιού που αναζητά τον πατέρα του και αμφιβάλλει. Έναν πατέρα στον οποίο γνωρίζει ότι μοιάζει, αλλά ζητά απεγνωσμένα να είναι εκείνου το χέρι που τον κλείνει σε έναν προστατευτικό κύκλο-ορίο και όχι ο ίδιος να τον χαράζει στο χώμα. 





Ο θεϊκός πατέρας γίνεται κάτι άπιαστο, είναι απών, συμπυκνώνει αρσενικό και θηλυκό. Η γυναίκα, πρώτα μητέρα και ύστερα σύντροφος, καταδιώκει και ανακουφίζει ταυτόχρονα. Απούσα ή πανταχού παρούσα, χωρίς ενδιάμεσο. Ο Χριστός αρνείται τη μητέρα του, όπως ο Θωμάς τον ίδιο.
Τα όρια και η αγάπη γίνονται αύρες αμφιβολίας. Το τετέλεσται σημαίνει σύμπτωση των αντιθέτων, Θεός και άνθρωπος. Και η ανάσταση συμβολίζει πως το ενδιάμεσο υπάρχει πραγματικά, όχι μόνο ως απειλητική και ελκυστική ταυτόχρονα μορφή ερμαφρόδιτου αγγέλου, αλλά έχει χαριστεί με έναν τρόπο σε όλους μας.
Ιερόσυλος ή όχι , ο συνειρμός με την τελείωση του Χριστού, που κοιτά ένδοξα προς τα πάνω, αντί να πέφτει με το κεφάλι του κάτω, θυμίζει το θανατηφόρο άλμα προς τα κάτω της Νινα στο Black swan. Εκείνη βίωσε την τελειότητα, που τη σκότωσε γιατί διχοτόμησε «καλό» και «κακό εαυτό». Ο Χριστός, φιλοσοφική μονάδα, ατελής και ανθρώπινος, υβρίδιο, Θεάνθρωπος, θύμισε πως η ατέλεια φέρνει αρμονία κοιτώντας προς τα πάνω, γνωρίζοντας που ασφαλώς υπάρχει κάτι πάνω από εκείνον.
Η φιγούρα του Χριστού βιώνει την ελευθερία του ¨τι θα γινόταν αν…» Αν αντί για τις βολικές διχοτομήσεις που χωρίζουν έλληνες από ξένους, θύτες από θύματα, άντρες από γυναίκες, υπήρχε η πρόσκαιρη ανάσα ενός ενδιάμεσου, μεταβατικού χώρου. Χώρου δοκιμασίας, που προσφέρεται σε σώμα αγγέλου με σκοτεινή προέλευση ως αφορμή για συμφιλίωση με την ανθρώπινη και τη θεϊκή φύση ταυτόχρονα. 
Όπως το σώμα του Dafoe, έγινε, στις δυο ταινίες, τόπος συμφιλίωσης αντιθέτων. Η περσόνα του Dafoe μεταναστεύει στην απέναντι όχθη ως Αντίχριστος, συνεχίζοντας σκοτεινά και ανασκευάζοντας την άποψη πως «μία είναι η γυναίκα με πολλά πρόσωπα». Γίνεται πίνακας ζωγραφικής από τον Lars Von Trier στην τελευταία σκηνή, με τα ζώα να αποτελούν τριγωνοποιητικό μεταβατικό χώρο, απαλλάσσοντας τον ηθοποιό από τη συνεχή πάλη. Κάθε ταινία γίνεται λύση για θέμα, δημιουργούς και ηθοποιούς μαζί…





Ειρωνικά υπογραμμίζεται η ματαιότητα της χριστιανικής τελειότητας. Το έργο του Καζαντζάκη όπως το είδε ο Σκορσέζε δεν προτείνει πώς να πιστεύει κανείς. Απλά αντιδρά στην ουτοπία της τελειότητας. Κάθε θρησκεία δίνει τους κρίκους από τους οποίους μπορεί ο καθένας να κρεμαστεί για να ανυψώσει την ύπαρξή του κάπου διαφορετικά από εκεί που βρίσκεται τώρα. Δίνει την ανακούφιση του θεϊκού νόμου, ότι υπάρχει κάτι άλλο πάνω από εσένα, δε χρειάζεται να τα ελέγχεις όλα. Είσαι ελεύθερος από το καθήκον του να ελέγχεις τα πάντα για όσο ζεις. Είσαι ελεύθερος να είσαι ατελής.

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Bαλσαμωμένο εφηβικό φως



Απροσδόκητα, ο αγαπημένος ποιητής Gus Van Sant, με το Restless, θυμίζει τις παλιές καλές μέρες του. Όποια ευαίσθητή του χορδή του ψυχισμού του και αν πάλλει η εφηβεία, ακόμα ενορχηστρώνει καταραμένες μπαλάντες σαν και αυτή.
Ο πρωταγωνιστής Henry Hopper ζει με τα μάτια του Cobain τις τελευταίες μέρες μίας βαλσαμώτριας ψυχών και μαζί μοιράζονται το μεγάλωμά τους. Όλα υπό το άγρυπνο κυριολεκτικά βλέμμα ενός γιαπωνέζου πιλότου, του… Χιρόσι που συμπυκνώνει παρελθόν, παρόν και μέλλον, εν μέσω σουρεάλ ατακών και θανατερών φιλιών.















Το φιλμ αφιερώνεται στον Ντένις Χόπερ, κάτι από το καλτ του οποίου θυμίζει ο γιος του, ενώ η Μια Γουασικόφσκα ωριμάζει απορημένα, με το αέρινο indie coco chanel στυλ της. Δεν αποφεύγονται άσκοπες επεξηγήσεις προς το τέλος, μικρογραφία της φιλμογραφίας του δημιουργού,  πορεία από το ονειρικά πραγματικό στο προσγειωτικά συμβολικό. Και οι έφηβοι, οχυρωμένοι πίσω από σκοτεινούς ρόλους, αναζητούν το είναι τους, συχνά ανησυχητικά αληθινοί.
 Όμως, καθώς η φύση δεν αλλάζει, φαίνεται πως η κιμωλία πετυχαίνει να τρέξει το περίγραμμα ποιητικών βλεμμάτων και αισθήσεων.


Move it

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Έχε το νου σου στο παιδί + λόγος




Καποιες παραστάσεις έχουν πεπρωμένο να γεννούν εικόνες...Και να εύχεσαι να ήταν σινεμά για να μπορείς να τις ξαναβιώσεις...Ο Πάνος Λαμπρίδης και ο Δημήτρης Ερατεινός με το "Έχε το Νου σου στο παιδί" άνοιξαν την καρδιά των λέξεων και φυσήξαν τις εικόνες να ανθήσουν... Οι μουσικές επαυξάνουν (Αγγέλικα Παπανικολάου, Γεωργία Μαρίνη, Νίκος Παγκας) και η Λίλιαν Δημητρακοπούλου είναι εκείνη που ανοίγει την πόρτα μιας αυλής με λεκτικά μυστικά για να αφήσει τα παιδία ελέυθερα να τη ζήσουν.
H σκηνή έχει γίνει κήπος από ευωδιαστές λέξεις. Δύο ασπροφορεμένα παιδιά έχουν αφεθεί να παίξουν. Αριστερά το απολλώνιο, δεξιά το διονυσιακό. Τα δυο μισά ενός υπερβατικού ανθρώπου.
Το ένα πετά στο άλλο ένα μπαλάκι κουβαρίσιο με το δίλημμα: Λόγος ή σιωπή που μιλά; Λίμνη βουβών φοβισμένων σκέψεων ή ποταμός αέρινος συμβόλων;
Οι ποιητές βλέπουν. Αποκρίνονται …Μίλα! Παίξε! Και το μπαλάκι ξετυλίγεται…Η γραμμή που αφήνει παρατάσσει σύμβολα που λυτρώνουν τα παιδιά.
Τα παιδιά αποφάσισαν να κάψουν τις λέξεις. Κοιτούν την περιφραστική πέτρα μέσα στο σεντούκι. Την σπαργανώνουν με χαρτί και την προφυλάσσουν. Το χαρτί έγινε κομμάτια με λέξεις. Θα τις κάψουν, να κλείσουν τον πυρετικό κύκλο. Γιατί λέξεις σκοτώνουν ότι έχει γεννηθεί στην ψυχή και ταυτόχρονα το κάνουν αθάνατο. Τις καίς για να τις ξαναγεννήσεις.
Κι αν η γυναίκα έλειψε, είναι παρούσα. Κρυμμένη μέσα στο σεντούκι. Εκεί περιφράσσεται μια μήτρα που γεννά ζωή. Ζωή ομιλούσα. Ομιλούντα παιδιά. Τα δυο μισά του υπερβατικού ανθρώπου.
Και τα δυο παιδιά ένας λόγος λευκός σαν από ελπίδα.
Μία παράσταση που ακόμη επιδρά.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Αφαιρώντας το μακιγιάζ ενός ροκ σταρ





Ένα αβίαστο road movie με τον Paolo Sorrentino να στρώνει την άσφαλτο για τον καταπληκτικό όπως πάντα Sean Pen με μια πάντα καλτ Φράνσις Μακ Ντόρμαν να περιμένει πίσω. Υπογείως ρέει η αύρα του Γουές Άντερσον, του Φιλιπ Ρίντλευ και των αδερφών Κοέν και μία βραθυφλεγής, ξεχωριστή indie δημιουργία είναι ο,τι καλύτερο έχει παρουσιαστεί στο είδος τελευταία.
Καλείται κανείς να συντροφεύσει τον Shayenne, έκπτωτο αμερικάνου ποπ σταρ, αποσυρμένο γεωγραφικά και ψυχικά στο Δουβλίνο και χαριτωμένα βαριεστημένο, στην προσωπική περιπέτεια του. Μετά την κατά τα εβραϊκά έθιμα κηδεία του πατέρα του, που έγινε  η αφορμή να τον ξανααντικρύσει ύστερα από 30 χρόνια, ψάχνει με αποστασιοποιημένη αγωνία να βρει το ναζί διώκτη του και να πάρει εκδίκηση. 
Εξαρχής είναι απορίας άξιο το είδος της ικανοποίησης που  μπορεί να νιώσει ένα πλάσμα, εγκλωβισμένο στο make up, σαν τον ήρωά μας, από μια τέτοια πράξη. Όμως, αν συχνά έρχεται στο νου η καρικατουρίστικη μορφή του Ψαλιδοχέρη, γρήγορα γίνεται σαφές ότι πάλλονται ερμηνευτικές χορδές με τον ίδιο τρόπο που είχε εμπνευστεί ο Penn στο Ι am Sam. Ένας άντρας-ερμαφρόδιτο παιδί, την ίδια στιγμή που είναι σε απόλυτη αρμονία με το είναι του, συνειδητοποιημένα κολλημένο στα ΄80’s, αυτοαποδομείται απολαυστικά.
Ο εν γνώσει του σκουριασμένος έφηβος επιθυμεί να σχετιστεί με τον πατέρα του μέσα από τις επι μέρους σχεσεις με άλλες αντρικές φιγούρες, που εκφράζουν τα πιο ευχάριστα και τα πιο δύσκολα κομμάτια του γνωστού-άγνωστου γονιού. Και τα τριγωνοποιημένα κάδρα (συνήθως στην οθόνη εμφανίζεται ο Sahyenne, ένα άλλο πρόσωπο και κάτι τρίτο, αλλά σημαντικό) δείχνουν αυτή ακριβώς την ανάγκη να υπάρχει πάντα κάτι ενδιάμεσο για να έρθει ο γιος σε επαφή με τον πατέρα. Τα αντικείμενα γύρω-γύρω, πολλά και αξιοπερίεργα, εκδραματίζουν την βαθιά κρυμμένη έντασή του.
Το χιούμορ σφάζει με το βαμβάκι και η ζωή παρουσιάζεται σα μια μαγική χώρα που όλα μπορεί να συμβούν, όχι απαραίτητα με τον καθώς πρέπει τρόπο (ακόμα και ο πιο φιγουράτος πατινέρ είναι δυνατό να πέσει με φόρα και μια χήνα μπορεί να γίνει ο πιο πιστός συνένοχος). Δοκιμάζονται έννοιες όπως η τέχνη, η ποπ κουλτούρα, ο έρωτας, το Ολοκάυτωμα, ενώ ακούγονται σοφές ατάκες όπως: « Όταν είσαι νέος λες «η ζωή μου θα είναι έτσι, και μετά περνάς χωρίς να το καταλάβεις στο « Έτσι είναι η ζωή».
           Στο φιλμ συμπεριλαμβάνεται μια ήδη, κλασσική σκηνή live του David Byrne, με τον Shayenne να παρακολουθεί ανάμεσα στο πλήθος σα να έχει προστεθεί σε αυτό μετά από Copy-Paste, ενώ το ομώνυμο με τον τίτλο κομμάτι σε όλες του τις εκδοχές είναι τουλάχιστον εθιστικό και το σάουντρακ εκ των ων ουκ ανευ. 






Υπονοείται τo ρητό: Home is where the heart is, κι εμείς βρίσκουμε μαζί με το Shayenne τη βάση του, παίρνοντας ένα χαρτομάντηλο και αφαιρώντας προοδευτικά το μακιγιάζ για να δούμε κάτω από την επιφάνειά. Τον βοηθάμε λίγο να σύρει τη βαλίτσα του και τον παρακολουθούμε να φυσά μακριά, μαζί με το μπροστινό τσουλούφι του κάθε φόρτιση, για να φτάσει στον προορισμό του ταξιδιού του. 

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

Εφηβεία: Στο Λυκόφως του Τιτανικού και στα Υπόγεια του Indie





Ένας έφηβος από το  ακαταπόντιστο ανεβαίνει πάνω σε έναν ελέφαντα, μετά απογειώνεται με ταχύτητα για να φτάσει να κάνει skate στην Times Square και να χορέψει σε ένα γάμο απρόσκλητος...Το ταξίδι της αναπαράστασης της εφηβείας από τα '90 έως σήμερα...



Ψυχογραφήματα






Διαβάσατε περισσότερο