Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Corn Island


Ένας παππούς και μια εγγονή για να ξεφύγουν από τον πόλεμο καταφεύγουν σε ένα νησί, στην περιφέρεια του οποίου διαγράφουν έναν από τους κύκλους που σχηματίζουν τη σπείρα της ζωής.

O George Ovashvili δημιουργεί ένα φιλμ σπάνιας ομορφιάς, που επισημαίνει τη φρίκη του πολέμου μέσα από εκπληκτικά πλάνα και αριστουργηματική φωτογραφία, με δύο πρωταγωνιστές που πλάθουν σχεδόν χωρίς καθόλου διαλόγους δύο ολοκληρωμένους, αξέχαστους χαρακτήρες.



Η βάρκα της ζωής του παππού αυτού του φιλμ συναντά το τελευταίο της νησί, που συνοψίζεται στο βλέμμα της αναδυόμενης έφηβης εγγονής του. Παρακολουθούμε το χτίσιμο της ζωής τους πάνω σε επισφαλή θεμέλια, μέσα από την μίνιμαλ αφήγηση και τα πλάνα που κόβουν την ανάσα. Η σεκάνς με πρωταγωνίστρια τη βάρκα τους θα μπορούσε να λάβει μία θέση στην πινακοθήκη ανάλογων σκηνών, όπως του Κιμ κι Ντιουκ ή του Αντρέι Ζβιαγκίντσεφ.

Η κάμερα κινηματογραφεί περισσότερο τις ψυχές των ανθρώπων παρά τα σώματά τους, για να φανεί η α-λήθεια τους, παρά τις πρόσκαιρες υλικές ανησυχίες. Τον ήλιο τους τον επισκιάζει ο πόλεμος και η στέγη τους είναι πολύ τραχιά για να προσφέρει μια αντανάκλαση.

Σε αυτό το φιλμ η απλότητα και το μεγαλείο συναντιούνται στη μέση μιας καταιγίδας. Ο παππούς τυλίγει την εφηβεία της μικρής κοπέλας σε φύλλα από καλαμπόκι, γνωρίζοντας ότι θα ανθίσει όταν εκείνος πια δε θα είναι εκεί.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Στο σπίτι







Η Νάντια, μετανάστρια στην Ελλάδα εδώ και 20 χρόνια, είναι οικιακή βοηθός μίας ευκατάστατης οικογένειας, που την εμπιστεύεται τυφλά. Μία σειρά δυσάρεστων γεγονότων θα ανατρέψει την ισορροπία των δυναμικών ανάμεσα στα άτομα και θα επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις τους, σε ένα φιλμ με κινηματογραφική γραφή που αποπνέει καλό ελληνικό σινεμά.

Στο σπίτι αυτού του φιλμ, ενώ τα παράθυρα φαίνονται διάπλατα ανοιχτά και δίνουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας κινήσεων, από όλους όσους κατοικούν σε αυτό, κανείς δεν μπορεί να δει τις πόρτες εξόδου προς την ελευθερία. Και αν τελικά το κάνει, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει ένα τίμημα.

Στο σπίτι αυτού του φιλμ, το χώμα μπορεί να μεταγγιστεί από μία γλάστρα στην άλλη. Έτσι μπορεί και ο άνθρωπος ξαναριζώσει σε μία πατρίδα στην άλλη, αλλά το κατά πόσο αυτές οι ρίζες ποτίζονται είναι αμφίβολο. Με επικεφαλής την εξαιρετική Μαρία Καλλιμάνη, καθ' όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του φιλμ υψώνεται μεθοδικά και ατμοσφαιρικά ο απροσπέλαστος τοίχος που χωρίζει Έλληνες και μετανάστες. Ταυτόχρονα η προσεκτική επιλογή και ευφυής αξιοποίηση των χώρων που εξυπηρετούν, μαζί με την αξιόλογη φωτογραφία, την πλοκή, κάνουν τους διαλόγους να μοιάζουν απλά απόηχος της έντασης που εκπέμπουν οι ήρωες.

Το φιλμ με τρυφερότητα σκύβει πάνω από μία αξιοπρεπή γυναίκα, ένα περήφανο άλογο που όμως κινδυνεύει να το σκοτώσουν επειδή γερνά. Απεικονίζονται οι χρονοβόρες και κουραστικές λεπτομέρειες της ζωής της πριν και μετά ασθενήσει, χωρίς σε καμία περίπτωση η αφήγηση να είναι μελοδραματική. Τα ρούχα πλένονται με επιμέλεια αλλά δεν αλλάζουν ουσιαστικά, όπως και οι άνθρωποι. Η όποια ασθένεια τελικά αφορά τελικά το εσωτερικό των υπολοίπων, απλώς εκείνη είναι αρκετά δυνατή για να τη φέρει στο σώμα της.

Η οικογένεια της ιστορίας είναι αβέβαιη ως προς τα όρια και βρίσκει απαραίτητο να μπουν ως ενδιάμεσος τα λεφτά για να συμβολοποιήσουν τις τύψεις τους που δεν είδαν ποτέ πίσω από την ταμπέλα “μετανάστρια” το πρόσωπο της Νάντιας. Έτσι σχολιάζεται πολύ εύστοχα και με οικονομικό τρόπο (π.χ. Μέσα από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες όπως της μικρής σε ηλικία οικιακής βοηθούς) η διεργασία κατά την οποία οι αυτόχθονες προβάλλουν τους δικούς τους φόβους την εξαρτητικότητά τους και τις αδυναμίες στους ξένους, όπως το κάνει με τη σειρά του κάθε μέλος της οικογένειας. Η ηρωίδα υπομένει με αγάπη και αξιοπρέπεια όλη αυτή τη δυναμική, για να πετάξει μακριά από ένα σπίτι που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού και που παραδόξως αποβάλλοντάς την ταυτόχρονα την κάνει να αναπτυχθεί.

Ένα φιλμ που εκτός από την εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση της ηρωίδας αγγίζει και άλλες θεματικές, όπως τη διαγενεακή συνέχεια των μεταναστών, και πιο συγκεκριμένα των γυναικών, και τον τρόπο με τον οποίο σιγά σιγά κερδίζουν τη θέση που δικαιούνται σε μία ξένη κοινωνία, αλλά και όλο το συναισθηματικός κόστος που μπορεί να έχει αυτή η διαδικασία. “Το σπίτι” αγκαλιάστηκε στη Berlinale και αναμένεται να συνεχίσει το ταξίδι του στην πατρίδα του με ανυπομονησία.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Xenia

Δύο παιδιά περιθωριοποιημένα και χαρισματικά, που αισθάνονται παντού ξένα, με τα φαντάσματα των γονιών τους να τα καταδιώκουν, ξεκινούν ένα ταξίδι για να βρουν τις ρίζες τους.
Αυτό το φιλμ προέρχεται από ένα σκηνοθέτη που από ταινία σε ταινία προσφέρει στο κοινό όλο και περισσότερο κάτι πιο ολοκληρωμένο. Η εξέλιξή του δε φαίνεται να σχετίζεται μόνο με τις όλο και πιο μεγάλες δυνατότητες της παραγωγής που έχει στη διάθεσή του, αλλά κυρίως με το προσωπικό ταξίδι του, που φαίνεται πως όσο προχωρά τον κάνει πιο πλούσιο. Αυτό φαίνεται να αποτυπώνεται και στις ταινίες του, όπως συμβαίνει στους ανθρώπους που μεγαλώνουν μαζί με τα δημιουργήματά τους.
Η όλη εντύπωση που αφήνει το φιλμ μετά το τέλος του είναι πως πρόκειται για ένα έπος ενηλικίωσης. Πολλά θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί για τις πιθανές ψυχαναλυτικές ερμηνείες των δυναμικών μεταξύ των αδερφών και των γονεϊκών τους φιγούρων, αλλά όπως συμβαίνει με το γνήσιο σινεμά, η ιστορία είναι αυτή που συγκινεί το θεατή. Η τελευταία ως μία αυτόνομη φιλμική πραγματικότητα συμπυκνώνει τις σοφά ισορροπημένες εναλλαγές συναισθημάτων μέσα από το άψογο μοντάζ καθ' ολη τη διάρκεια της ταινίας.


Τα δύο αδέρφια αποτελούν το κορμό ενός κουνελιού που ζει μία μεγάλη “Νύχτα του Κυνηγού” μέσα στο δάσος με τις παρουσίες τους να συνενώνουν τη θηλυκή και την αρσενική φύση τους.Οι δυο τους, ένας ωραία “τρελός” Donnie Darko που αγαπά αγόρια σαν ξένος ως προς αυτά και το αρρενωπό alter ego της Patty Pravo (με ένα δικό της αείμνηστο cameo), προσφέρουν καύσιμο στο κουνέλι αυτό για να σχετιστεί με τα υπόλοιπα ζώα του δάσους και να ανταλλάξει κάτι με το κάθε ένα. Τα υπόλοιπα ζώα ενσαρκώνονται από τους κινηματογραφικά άκρως ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες (από τη μικρή αγαπημένη τραγουδίστρια του ήρωα μέχρι την απόλυτη καλτ μορφή του τραγουδιστή της νύχτας-ερμαφρόδιτη πατρική φιγούρα) και όλοι μαζί ανεβαίνουν σε μία βάρκα, με στοίχημα αυτή να μείνει όρθια μέχρι το τέλος του ταξιδιού.
Το μαγικό σε αυτό το φιλμ είναι ότι βλέπει κανείς κάτι το υπερβατικά σουρεάλ (με ορισμένες σκηνές στα χνάρια του “Μίλα της” του Αλμοδοβάρ) και ταυτόχρονα τραυματικά αληθινό (όπως η σεκάνς της καταδίωξης του αλλοδαπού ήρωα από εθνικιστές που σε κάνει να δακρύζεις από θυμό). Οι κορυφώσεις στο τέλος δικαιώνουν όλα τα συναισθήματα που έχεις βιώσει κατά τη διάρκειά του, κάνοντάς το θεατή να φεύγει χορτασμένος αλλά και με επιπλέον τροφή για σκέψη.
Εδώ, όπως και στη Στρέλλα, το φύλο είναι μόνο μία κοινωνική σύμβαση, με γυναίκες στις οποίες η μητρότητα ξυπνά μόνο όταν έχουν ένα όπλο απέναντί τους και άντρες που ζουν για να συναρμολογούν τον πατέρα του εαυτού τους, επιθυμώντας μάταια ίσως να τον ξαναγνωρίσουν και να αναγνωριστούν από αυτόν.
Τελικά το δάσος που διασχίζει το κουνέλι του φιλμ υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας. Ζει εκεί όπως και πολλά άλλα διαφορετικά ζώα, που μόνο αν τα αφήσει κανείς ελεύθερα για αναπαραγωγή, μπορεί να γεννήσουν τον καινούριο μας εαυτό. Και το Xenia σε προσκαλεί να φιλοξενήσεις αυτό το δάσος. Να το αγαπήσεις σαν ξένο, μία πλευρά του εαυτού σου που δεν έχεις δει ακόμα.

Διαβάσατε περισσότερο