Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Thrall

 
Γεννήθηκε με βλέμμα καθρέφτη σεντονιού. Καμία δεν το άγγιξε ποτε.
Γυναίκες προορισμένες να κυλήσουν στο βυθό.
Η υποταγή είναι ποιήμα στο μελάνι του ροδιού.
Τραχύ δερμα κρυμμένο από σκυφτές ανάσες

___________________________________________________
He was born with a gaze reflecting a sheet never touched. 
Motherish women wearing masks supposed to lay underwater.
Submission is a poem suppressing pomegranate ink.
Thralling masks caress sharp skin






Thrall
Artist: Mockbirth
Album: Eskimo
Words and music by Mockbirth
©2013 Ralenteer Records
mockbirth.com
Directed by: Paris Patsouridis
Produced by: Mockbirth, Paris Patsouridis
Production Management: Charalampos Krekoukiotis
Director of Photography: Wiktor Roch Dobraczynski
Asst Camera Operator: Nick Kouros
Gaffer: Alexis Spiliopoulos
Editing: Vassilis Tsoukalas
Color Grading: Wiktor Roch Dobraczynski
Art Director: Tina Tzoka
Hair Stylist: Rafaelos Agianniotakis
Make up Artist: Sofia Stamelou
Choreographer: Angeliki Mitropoulou
Cast: Thanos Papakonstantinou, Maria Papafotiou

Short Film by Paris Patsouridis

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Οι Βοσκοί

Ο Νίκος Παπατάκης υπογράφει ένα φιλμ που μοιάζει σα να έχει γυριστεί... πέρσυ, παρά το ηθογραφικό του περίβλημα, με κέντρο ένα ατυχές προξενιό, και ταυτόχρονα, ανομολόγητο έρωτα αποδεικνύοντας πως “αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ”, πριν μας βάλει, ειρωνικά, για ύπνο.

Οι πλούσιοι φυλάγονται από τους φίλους τους που είναι φτωχοί.
Καλά κάνουν.
Οι φτωχοί δε φυλάγονται από τους φίλους τους που είναι φτωχοί.
Αυτοί δεν κάνουν καλά”.

Στο δυσεύρετο αυτό φιλμ παρακολουθούμε μία καλλιτεχνική επανάσταση, ένα φιλμ που δε φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Η πάλη των τάξεων, ο βαθύς πόνος για την ξενιτιά, ο άνθρωπος μπροστά από την εποχή του, που περνιέται για τρελός, είναι θεματικές που θίγονται με σαρδόνιο χιούμορ, μέσα από τις περσόνες που συμπυκνώνουν οι καθεμία μια διαφορετική πτυχή της ελληνικής κοινωνίας, ανατριχιαστικά επίκαιρες, παρά το χάσμα ετών από τη σημερινή κατάσταση. 



 Ο ήχος ενός βουβού ραδιοφώνου συνδέει και δένει τα πρόσωπα της ιστορίας, υπογραμμίζοντας, μέσα από την οξύμωρη φύση του, τον παραλογισμό της προσκόλλησης στο παρελθόν. Στήνονται χοροί για επίδοξους δημόσιους υπαλλήλους, οι κατσίκες, πιο σοφές απ' όλους, αυτοκτονούν και δίνονται κλεφτά στοιχεία για το πώς γέννησαν τη νεότητά τους οι μητέρες των ηρωίδων της Αθηνάς Τσαγγάρη.

Η καλλιτεχνική αξία του έργου είναι μεγάλη, με τα κάδρα, ειδικά αυτά του βραδιού της Ανάστασης να παραπέμπουν στη γεωμετρία του Όρσον Γουέλς, και με εξαιρετικές ερμηνείες από όλους ανεξαιρέτως τους ηθοποιούς, κυρίως ως προς την εξέλιξη της συναισθηματικής τους κατάστασης κατά το ξεδίπλωμα του φιλμ.

Φτωχοί και πλούσιοι χορεύουν ένα χορό με αβέβαιο σχηματισμό, στην αναζήτηση της προσωπικής ουτοπίας τους, της Αυστράλιας που ο καθένας έχει φανταστεί. Ενώ ο θεατής, πολύ μετά, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο αν θα μπει, ή όχι, σε αυτό το χορό, που κρατά ακόμα. 


 

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Η παιδική ηλικία του Ιβάν

 “Tarkovsky (The Second Stop Is Jupiter)”

The eternal son runs to the mother
She smoothes his brow and bids him
Drink from her well of hammered mist
Too long sweet lad, fog rises from the ground
The falling soot is just the dust of a shimmering gem
The black moon shines on a lake
White as a hand in the dark
She lifts the lamp to see his face
The silver ladle of his throat
The boy, the beast, and the butterfly.
The sea is a morgue, the sea is a morgue, the needle and the gun
These things float in blood that has no name
The telegraph poles are crosses on the line
Rusted pins, not enough saviours to hang
She blesses the road, the robe and the road and the noose of vine
And waits beneath the triangle
Formed by Mercury, an evening star
The fifth planet with its blistering sore
And the soaring eagle above and to the west
The boy, the beast and the butterfly.
She walks across a bridge of magpies
Her hollow tongue fills the brightness with water
And in the wink of an eye
One planet with a glittering womb
One white crow one diamond head
Big as a world, big as a world
The boy, the beast, the butterfly
Hovering
Above the sore, the blistering sore
of the fifth planet
Wait, stop, don’t forget, don’t forget,
How I played with you
How I kissed away your tears
Don’t forget
The white mouth of the son smiles
this beautiful tunnel, a seed, a flight.

Patti Smith-Banga (2012)




O ποιητής Αndrei Tarkovsky παίρνει αφορμή από το ομώνυμο διήγημα τουVladimir Bogomolov(το οποίο δεν εκτιμούσε ιδιαιτέρως σε λογοτεχνικό επίπεδο) για να παραμερίσει τις λέξεις και να βάλει στη θέση τους εικόνες. Η ταινία που, κατά τον ίδιο, τον έφερε στο κατώφλι του σινεμά, για να αφουγκραστεί πώς κάπως έτσι πρέπει να είναι για εκείνον ο κινηματογράφος. 

Εδώ τα σύμβολα λιώνουν. Άλλα ρέουν στο αγαπημένο μοτίβο του δημιουργού, το νερό και άλλα σκαλώνουν σε κλαδιά δέντρων και βότσαλα παραλίας. Εδώ σημασία έχει απλώς η αλληλουχία εικόνων που αγκαλιάζει έναν αυθόρμητο συνειρμό, η έκφραση και όχι η κατανόηση. Και η φιλοσοφία ζωής του συμπυκνώνεται στις σκηνές αβίαστα, όπως στο διάλογο: “Ένα βιβλίο τέχνης έχει εικόνες;” “Ένα βιβλίο τέχνης είναι όλο εικόνες”.

Ο Ιβαν κατατάσσεται στον πόλεμο. Είναι 12 χρονών. Η μητέρα του, η Γυναίκα, δεν είναι πουθενά. Μόνο τα ζώα καθρεφτίζουν το βλέμμα του. Από τα χέρια της έφυγε για να νιώσει το κρύο μέταλλο του πολέμου. Με το λόγο τους όλοι οι άντρες τη γεννούν για να του επιστραφεί αυτό το βλέμμα. Όμως η αγωνία του δε φεύγει: είναι ο καθρέφτης, αν υπάρχει, πώς μοιάζει, αν είναι από γυαλί ή από νερό. Kαι έρχονται τα πλάνα να απλώνουν την ψυχή του γύρω του, τραγουδούν τη γη, γίνονται εκείνα η μάνα του, τον προστατεύουν από τον πόλεμο. 

Ο Ιβάν είναι ένα ενήλικο παιδί. Που ξέρει ότι όπου κι αν πάει τα αστέρια έχουν ένα βλέμμα γι αυτόν και του δίνουν ένα λευκό χαρτί για να μεγαλώσει τον εαυτό του. Η “παιδική ηλικία” είναι ένα λευκό ειρωνικό μειδίαμα.



Να κοιτάς ένα μήλο που έχει κρεμασμένη την πτώση επάνω του είναι πιο εύκολο από το να κοιτάς κάποιον που αγαπάς. Δε θα το αποφύγει. Η σκιά του θα μικρύνει τόσο, μέχρι ένα κορίτσι να την κλείσει στο χέρι της. Αυτό είναι το δώρο που μπορεί να της χαρίσει. Η νεόητά του έχει προφυλαχτεί.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Η Valerie στην Εβδομάδα των Θαυμάτων

The Rabbit Catcher

It was a place of force—
The wind gagging my mouth with my own blown hair,
Tearing off my voice, and the sea
Blinding me with its lights, the lives of the dead
Unreeling in it, spreading like oil.
I tasted the malignity of the gorse,
Its black spikes,
The extreme unction of its yellow candle-flowers.
They had an efficiency, a great beauty,
And were extravagant, like torture.
There was only one place to get to.
Simmering, perfumed,
The paths narrowed into the hollow.
And the snares almost effaced themselves—
Zeros, shutting on nothing,
Set close, like birth pangs.
The absence of shrieks
Made a hole in the hot day, a vacancy.
The glassy light was a clear wall,
The thickets quiet.
I felt a still busyness, an intent.
I felt hands round a tea mug, dull, blunt,
Ringing the white china.
How they awaited him, those little deaths!
They waited like sweethearts. They excited him.
And we, too, had a relationship—
Tight wires between us,
Pegs too deep to uproot, and a mind like a ring
Sliding shut on some quick thing,
The constriction killing me also.
Sylvia Plath




Το αριστουργηματικό φιλμ του Jaromil Jireš, χαρακτηριστικού δημιουργού του Τσεχοσλοβάκικου Νέου Κύματος, ξαπλώνει σε ένα λιβάδι και περιμένει να περάσει η εφηβεία, αφού και μόνο που ακουμπά τη γη, την ανακαλύπτει. Μαζί με άλλους, όπως η Věra Chytilová, πενθεί σουρρεαλιστικά με τα πλάνα του που μυρίζουν χορτάρι την απώλεια της επαφής του λαού με τη φύση, την οποία διαδέχτηκε η μεταλλολάγνα βιομηχανοποίηση. 

Εδώ η φύση είναι συνώνυμο με την άνοιξη της γυναίκας και η τόσο εύστοχη έκφραση της θηλυκότητας σχετίζεται ενδεχομένως και με το γεγονός πως πίσω από το φιλμ βρίσκεται η “Νονά” του Νέου Κύματος, Ester Krumbachová. Με εμπλοκή τόσο στο σενάριο όσο και στην παραγωγή και στα κοστούμια, και με τη δήλωση του Jireš πως χωρίς εκείνη η ταινία δε θα υπήρχε, σαν ο σκηνοθέτης να εγκόλπωσε ό,τι θηλυκό εκείνη προσέφερε ώστε να γεννηθεί η Βάλερι.

H Bάλερι ξυπνά στο κατώφλι ενός λευκού λαγουμιού. Την καλεί ένα κουνέλι για να το πιάσει, που δεν είναι άλλο από τον ίδιο της τον αναδυόμενο εαυτό. Το κουνέλι καταπίνει τους γύρω της για να τους μεταμορφώσει σε σκιές που τρέφονται με μαργαρίτες. Εκείνη και ο εαυτός της είναι μόνοι, και όλο το ονειρικό ταξίδι της μέσα από τα στάχυα των λέξεων γίνεται για να κοιτάξει τη μοναξιά στα μάτια. 

Kάθε όνειρο έχει τρύπες. Λαγούμια που διασταυρώνονται σε λαβυρίνθους και την κάνουν να γλιστρά ανάμεσα σε τέρατα και θεότητες, ώστε να πάρει πίσω τα σκουλαρίκια που αποθηκεύει εκεί που κάποτε έμοιαζε με σφαίρα. Εκεί, ένα με τη μητέρα της, όπου ήταν αθώα, όπου το μόνο που τη χώριζε από τον  κόσμο ήταν οι ήχοι έξω από τις δυο τους, κι αυτοί ακουσμένοι σα μία μακρινή μελωδία που δεν την αφορούσε.

Το κορίτσι χορεύει με το Διόνυσο και παίρνει το δείπνο της στο ίδιο ερειπωμένο τραπέζι των δεσποινίδων των Daisies, με τις οποίες σίγουρα είχαν μία ενδιαφέρουσα χωρίς όρια συνάντηση off screen. Οι λέξεις γίνονται στάχυα. Ο ήλιος τις χτυπά και τις συσκοτίζει: γάμος, νεότητα, αετός. H Valerie τις διαλέγει φαινομενικά προσεκτικά, αλλά στην πραγματικότητα εντελώς διαισθητικά. Τις προσφέρει σαν καρπούς αλλά τελικά τις μασά η ίδια, ώστε οι γύρω της να τραφούν. Μια Κοκκινοσκουφίτσα διαμελισμένη σε πολλά εφιαλτικά πρόσωπα, που όλα θέλουν να πάρουν από κάτι από αυτή. Τελικά κάθε ένας, με τη σειρά του, γονιμοποιεί τον καινούριο εαυτό της Valerie, και εκείνη απλώς χαμογελά. 

Πώς μπορείς να αγαπήσεις κάποιον που φοβάσαι;” “Ακριβώς γι αυτό”, της απαντά μία μελλοντική σκοτεινή πλευρά του εαυτού της. Ποιός είναι ο πατέρας της Bάλερι; Ποιά είναι τα όρια του Νόμου; Αυτά θα καθορίσουν αν εκείνη μπορεί να ερωτευτεί ή όχι, ώσπου η ίδια να διατυπώσει το δικό της Νόμο. Προς το παρόν, αγαπά κάτι ενδιάμεσο, τον αδερφό της, που έχει όνομα Αετού, αλλά είναι μία αγάπη που απλώς έχει ξαναζήσει, μία μουσική που έχει ξανακούσει και αρθρώνει το πρώτο γράμμα της προσωπικής της ηθικής. 

Στο καλάθι της Βάλερι η αθωότητα θα κοιμάται ήσυχη, ίσως. Και εκείνη θα βάλει όλους όσους συνάντησε στους λαβυρίνθους για ύπνο, τη γιαγιά που τη ζηλεύει, τον αδερφό της γενναιόδωρα δίπλα σε μια κοπέλα και τις νεράιδες του δάσους στα κλαδιά ενός δέντρου, όπου ανήκουν. Θα ακολουθήσει τη μουσική, όπου εδράζει το σκοτάδι, ο βλαστός της ζωής και όλα αυτά που εκείνη δε θα ξέρει ποτέ.

*Πληροφορίες για την κατασκευή του φιλμ αντλήθηκαν από το κείμενο του Βασίλη Οικονόμου στο 24fpsverite.com

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Έκπτωτος Άγγελος


Gray Room

Although you sit in a room that is gray,
Except for the silver
Of the straw-paper,
And pick
At your pale white gown;
Or lift one of the green beads
Of your necklace,
To let it fall;
Or gaze at your green fan
Printed with the red branches of a red willow;
Or, with one finger,
Move the leaf in the bowl–
The leaf that has fallen from the branches of the forsythia
Beside you…
What is all this?
I know how furiously your heart is beating.
Wallace Stevens

Ίσως ποτέ άλλοτε η κακοποίηση να μην ήρθε τόσο κοντά με την ποίηση, όσο στον κόσμο αυτού του φιλμ. Πέρα από την τριλογία του που μυρίζει φως (Αυγό, Μέλι, Γάλα) ο Semih Kaplanoglu σε αυτή την ταινία του 2005 βουτά στο σκοτάδι μίας κόρης που μεγαλώνει στη σκιά της βίας από τον πατέρα της. Παραδίδει, έτσι, ένα από τα πιο ιδιαίτερα εικαστικά αλλά και στο σύνολό τους έργα, που μέσα στη σιωπή τους κραυγάζουν από την αρχή ως το τέλος.



Η Zeynep φροντίζει και καθαρίζει τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου. Το δικό της δωμάτιο δεν μπορεί όμως να καθαριστεί όσο κι αν εκείνη προσπαθήσει. Λέρωνε από μάτια. Μένει με τον πατέρα της που δε σταματά να της κάνει κακό. Τα χέρια του χαράζουν δρόμους πάνω της, μόνο και μόνο για να είναι σίγουρος ότι εκείνη δε θα τους περπατήσει ποτέ. Η μητέρα της υπάρχει μόνο ως φάντασμα που γέννησε έναν Άγγελο. Όμως, από την αρχή της γέννησής του αυτός ο Άγγελος κοιτούσε το δάπεδο, έκπτωτος εκ γενετής.

Η κοπέλα δε μιλά. Μόνος σκοπός της ζωής της είναι να καταφέρει να αλλάξει ρούχα. Έστω κι αν τα ρούχα που θα φορέσει είναι εκείνα μίας νεκρής, ποτισμένα με τις τύψεις ενός άλλου άντρα, σε ένα παράλληλο σύμπαν που δεν την αφορά. Τελικά το νιώθει πως δεν υπάρχει σκοπός, παρά μόνο γύμνια.

Σε αυτό το σπίτι εκείνη κινείται μόνο όταν εκείνος δεν είναι εκεί. Κλαίει χωρίς δάκρυα, αλλά με ήχο. Ένας Άντρας ακούει τον ήχο να πέφτει στο κενό και αποφασίζει να θυσιαστεί. Γίνεται το όχημα για να ανέβει πάνω του η κόρη και να κλείσει τα μάτια του πατέρα της με κόκκινα χέρια.

 Το φιλμ παίζει με την έννοια του εγκλωβιστικού χώρου. Η κοπέλα μεταφέρει τη βαλίτσα της από τον ένα χώρο στον άλλον μήπως και βρει πού χωρά και η κάμερα της ανοιγοκλείνει τα φώτα και της δίνει προστατευτικά όρια, σε κάδρα καθρέφτες της ψυχής της. Πιο μετά, γίνεται απρόσμενα μια βαλίτσα. Γίνεται χώρος μήπως και ξεχάσει το χρόνο. Το μέσα και το έξω δε χωρίζονται παρά από ένα κλείσιμο ματιού. Ο χώρος που την εγκλώβιζε δεν ήταν έξω αλλά μέσα της. Ο Άντρας άνοιξε τα φύλλα των παραθύρων κι εκείνη ένιωσε λίγο πιο ελεύθερη πριν πέσει, μήπως νιώσει την ανάσα του πατώματος για άλλη μια φορά.

Η βαλίτσα της είναι ένα ματωμένο παιδί χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Και το μόνο για το οποίο έχει εκείνη δύναμη είναι να το ταϊσει με το αίμα τους.



Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

It felt like love

Η Lila είναι 14 και μένει στο Μπρούκλιν. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ξυπνά το σώμα της και μαζί και η πιεστική επιθυμία της να σχετιστεί με τους γύρω της.
Η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Eliza Hittman αφορά σε μία απόπειρα αφής της εφηβείας, ιδιαίτερη και υπνωτιστική. Ενώ θυμίζει πολύ το Thirteen ή το Μy Summer Of Love, ως προς την αισθητική, εδώ δεν υπάρχουν κορυφώσεις δράματος, αφού αυτή η μάσκα της εφηβείας, έχει φορεθεί από την αρχή του φιλμ στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας. Η μάσκα αυτή κινείται ανάλογα, κάθε φορά, με κάποιο επίπονο ερέθισμα που της θυμίζει τις ελλείψεις της: τα σώματα, ένα βλέμμα, ένα θρόισμα προσέγγισης, είναι ψηφίδες που ταυτόχρονα χτίζουν αυτή τη μάσκα και τη σπάνε. 

 

Η υγρασία και η σκοτεινιά της Νέας Υόρκης μεταφέρονται σα να τη βλέπεις κάτω από το βυθό της θάλασσας, η φωτογραφία είναι εξαιρετική, η κινηματογράφηση πειραματίζεται με λήψεις και η φυσικότητα των ηθοποιών φλερτάρει με τους ερασιτέχνες του Kids χωρίς όμως να προσεγγίζει αυτή την ιδιαίτερη σκοτεινιά και ωμότητα. Ίσως εδώ το όνειρο και η υποκειμενικότητα να είναι προτεραιότητες, να γινόμαστε το ηδονοβλεπτικό βλέμμα της πρωταγωνίστριας, σαν η κραυγή βοήθειας που απευθύνει να είναι προορισμένη να την ακούσει, μυστικά, μόνο ο θεατής και να τη μετατρέψει σε ψιθύρισμα. Δεν επιχειρείται μεγάλη εμβάθυνση στους ήρωες, εκτός ίσως από την πτυχή της σχέσης της Lila με τη φίλη της και το σοφό πατέρα της, ωστόσο, αφού δεν υπάρχει τίποτε το περίπλοκο. Τι πιο περίπλοκο, άλλωστε, από την αλλαγή του μεγαλώματος και τη συνειδητοποίηση των απωλειών.
Η ηρωίδα φτάνει στον πάτο των συναισθημάτων της, μετά από το σπρώξιμο της απελπισμένης έλξης που αισθάνεται για κάποιον μεγαλύτερό της και άπιαστο, για να δει ότι στο βυθό που κυνηγά δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά κενό. Το ίδιο και η ταινία, περπατά πίσω από την εφηβεία, αφήνοντας ένα αίσθημα κενού, όπως ακριβώς μία νεκρή εφηβική μέρα του καλοκαιριού. 


Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Kumiko, the treasure hunter

Η σουρεάλ (αλλά με καθ΄ όλα πραγματική προέλευση) ιστορία της Kumiko, που, φανατική των αδερφών Κοέν, ξεκινά ένα ταξίδι στο αυθεντικό χιονισμένο location του φιλμ, προκειμένου να βρει μία βαλίτσα με χρήματα, τον προσωπικό της θησαυρό, τον οποίο είναι πεπεισμένη ότι θα τη βρει να την περιμένει μέσα στους πάγους.
Μία Κοκκινοσκουφίτσα μεγαλωμένη σε ένα Ιαπωνικό δάσος, ζει μόνη της και φροντίζει το κουνέλι της, που δεν ξέρει ότι έχει ξεφύγει από τη Χώρα των Θαυμάτων. Πίνει τσάι, αντιδρά με βία στο να κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια, δεν την ενδιαφέρει ο έρωτας, έχει φετίχ τα VHS, μιλά με τη μαμά της στο τηλεφωνο χωρίς να ξέρει αν το θέλει ή όχι και λατρεύει το Fargo των αδερφών Κοέν. Τόσο που είναι αποφασισμένη να βρει αυτό το θησαυρό που έχει θαφτεί κάτω από τα χιόνια. Και από τη στιγμή που γεννήθηκε το όνειρο αυτό μέσα της, τίποτε δεν μπορεί να σταθεί στο δρόμο της.



Οι Αμερικάνοι δημιουργοί David και Nathan Zellner (με φιλμογραφία που περιλαμβάνει τα Κid-Thing, Goliath) είναι βαθιά σινεφίλ, πραγματικοί ανθρωπιστές, και παραδίδουν κάτι πρωτότυπο, αυθεντικό, σκοτεινό, με χιούμορ και άπειρη αγάπη, σερβίροντας τσάι στην Kumiko ώστε να συνεχίσει να κυνηγά το όνειρό της. Μία ηρωίδα ανάμεσα στο Hard Candy και την Saint Clara, με το Ι'll read you a story της Colleen να γίνεται το νέο Elephant Woman των Cocorosie. Διατηρείται η αρκετά συνηθισμένη σεναριακή δομή του ανθρώπου που βάζει στόχο και σε όλη τη διάρκεια της ταινίας τον κυνηγά, για να ανατρέπεται ώρα με την ώρα, και όχι με φαντασμαγορικά εφέ αλλά με πειραγμενη σκηνοθεσία με απροσδόκητα πλάνα. Το καταπληκτικό πρόσωπο της πρωταγωνίστριας Yuriko Kikuchi, που με τις εκφράσεις του ταξιδεύει ταυτόχρονα από τη μία άκρη της γης στην άλλη σε μια στιγμή.
Η ιστορία στην οποία βασίστηκε το φιλμ έχει όντως συμβεί, και αναφέρεται σε μία κοπέλα από την Ιαπωνία που πήγε στη Μινεσότα από το Τόκυο για να πραγματοποιήσει τον Urban Legend που είχε δημιουργήσει το φιλμ των Κοέν. Με την ευχή να βρει σύντομα διανομή στην Ελλάδα, ένα μικρό αριστούργημα που μας διαβάζει μια ιστορία κάτω από ένα πάπλωμα που, όσο ταλαιπωρημένο και νωπό και να είναι, μολις το αγγίξεις έχει την ικανοτητα να σε κάνει να πετάς.

Πρώτη Δημοσίευση στο Move It

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Io e Te

H Οlivia και ο Lorenzo είναι δύο ετεροθαλή αδέρφια στην εφηβεία που, για τους δικούς τους λόγους ο καθένας, καταφεύγουν στο υπόγειο του σπιτιού του δεύτερου.

“And I'm floating in a most peculiar way
And the stars look very different today”
David Bowie




Σε αυτό το υπόγειο κατοικούν τα ήδη κουρασμένα μυαλά των δύο εφήβων της ιστορίας, τα οποία εξερευνά ο Bertolucci με τη χρήση όλων των γνωστών και αγαπημένων του μοτίβων. Κι αν κάποιοι έσπευσαν να αμφισβητήσουν την ενεργό συμμετοχή του σκηνοθέτη στο πρότζεκτ, λόγω της προχωρημένης του ηλικίας, εμείς κατεβαίνουμε τα σκαλιά του υπογείου ενός σπιτιού που κάποτε είχε προσγειωθεί στο Παρίσι και αναγνωρίζουμε έναν αναδυόμενο άντρα, μία μόλις σχηματισμένη γυναίκα, το σεξ μεταξύ του να εκκρεμεί όπως και η συγγένειά τους και τον πολιτισμό να βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα και έξω από αυτούς.
Οι τέσσερεις τοίχοι του δωματίου κάτω από το συνειδητό, γίνονται η μήτρα που θα γεννήσει δύο παιδιά λίγο πιο σοφά. Το αγόρι ξεκινά αντί για τη σχολική του εκδρομή για σκι, μία εκδρομή στη ράχη μυρμηγκιών, τα οποία μαζί με τα βιβλία είναι οι μόνοι του φίλοι. Μέχρι που εκείνη τους αγκαλιάζει με το βλέμμα και τους επαναφέρει στην αρχική τους διάσπαση, αφού έχει περάσει το κατάλευκο από τη σκόνη λαγούμι της, αναζητώντας ένα χέρι να της φέρει ξανά τον αέρα στο πρόσωπο. Αυτοί οι Ονειροπόλοι δεν είναι σε θέση, προς το παρόν, να επαναστατήσουν, αφού πρώτα έχουν το φορτίο του να σπάσουν τη μοναξιά τους.
Ο David Bowie τους δείχνει τα αστέρια με το δάχτυλό του, και εκείνα αφού παίρνουν το βλέμμα από το χέρι το κατευθύνουν στον ουρανό. Δεμένα με μεταφυσικό ρεύμα και όχι το κόκκινο του αίματός τους, συναντιούνται στα σκοτεινά και άρτια πλάνα του Bertolucci, που αγαπά να παίζει απελπισμένη μουσική δωματίου, με τους χαρισματικούς προωταγωνιστές του να χορεύουν στο ρυθμό του. 


Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Viva la libertà

Ο Ενρίκο Ολιβέρει βρίσκεται στη θέση του Γραμματέα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης και, λυγίζοντας κάτω από το βάρος της, σε μία Ιταλία σε περίοδο κρίσης, βουτά στο παρελθόν του και αποδρά κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο όμορφα “τρελός” δίδυμος αδερφός του επιστρατεύεται, μυστικά, να τον αναπληρώσει και τα επακόλουθα είναι αναμενόμενα αστεία, σε ένα φιλμ που εύστοχα και με στυλ καυτηριάζει την παντελή έλλειψη φαντασίας και εσωτερικής ελευθερίας της πολιτικής ζωής.

Στις πολυτελείς αίθουσες συνεδριάσεων και στα κομματικά γραφεία, όπου έχει απωλεσθεί, εξ' αρχής, κάθε είδος αθωότητας, ασφυκτιά ο Ενρίκο, μοναχικός, αφού “οι πολιτικοί δεν έχουν φίλους” και κομματιασμένος από τον εαυτό του, αποφασίζει για μία βουτιά στο παρελθόν χωρίς συντεταγμένες.


 

Βουτά λοιπόν στην τέχνη, που είναι ζωγραφισμένη για εκείνον στο πρόσωπο της παλιάς του αγάπης, γίνεται πάλι παιδί, και ενσαρκώνει τη σκιά του. Όμως και η σκιά του αναδύεται μέσα από το σκοτάδι, με τη μορφή του δίδυμού του αδερφού, έναν άνθρωπο με θητεία στο ψυχιατρείο, καλλιτέχνη στην ψυχή, ο οποίος αναπληρώνει το κενό του και προσφέρει στην πολιτική σκηνή την ανθρωπιά και την ελευθερία που της λείπει. Και η Ιταλία της Κρίσης παραλληλίζεται εύκολα με την αντίστοιχη Ελλάδα, με την κατάσταση τόσο αδιέξοδη που μόνο ένας από μηχανής “παράφρων” μπορεί να “σώσει”.

Η ωραία, μίνιμαλ αισθητική του φιλμ σε συνδυασμό με τη σοφά επιλεγμένη και τοποθετημένη μουσική, περιπαίζουν, χωρίς γκρίνια, το ψυχρό κλίμα της πολιτικής και το πόσο μεγαλοπιάνονται, παράδοξα, οι φορείς της. Τελικά αρκεί απλώς ένα ελεύθερο μυαλό, ένας πολιτικός που μιλά με χαικού και όχι με ταριχευμένους λόγους και “ποιεί” επιτέλους κάτι διαφορετικό από το να επιτίθεται στον αντίπαλο μόνο και μόνο για τη χαρά της επίθεσης.

Η πολιτική είναι σαν το πλατό ενός γυρίσματος κινηματογραφικής ταινίας. Αν δεν υπάρχει ψυχή, όση επικοινωνιακή τεχνική και να παρεμβληθεί, το αποτέλεσμα είναι εκ γενετής νεκρό. Οι δυο πλευρές του ήρωά μας, που ενσαρκώνονται αριστοτεχνικά από τον πρωταγωνιστή Toni Servillo ( με υπέροχες σλάπστικ στιγμές, γνωστός και από το La Grande Belezza) είναι τα δύο άκρα ενός ψυχικού συνεχούς. Οι ποιότητες του παιδιού και του φορτωμένου βιώματα ενηλίκου, ενωμένες, δημιουργούν έναν ολόκληρο άνθρωπο, που επιμένει να περπατά χορευτικά στους σοβαρούς διαδρόμους και να ψιθυρίζει μία μελωδία την ουσία της οποίας μόνο εκείνος νιώθει.

Πρώτη Δημοσίευση στο Move It

Διαβάσατε περισσότερο