Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

To Μικρό Ψάρι


Το Mικρό Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη δίχασε, με τον ίδιο τρόπο που ο κεντρικός του ήρωας, ο Στράτος, βρίσκεται με το ένα πόδι στον κόσμο της νύχτας και με το άλλο έτοιμο να πατήσει σε πιο στρωτά μονοπάτια, προκειμένου να ξεφύγει από το εσωτερικό του σκοτάδι. Μία ταινία από έναν auteur με ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη κινηματογραφική γλώσσα, που φαίνεται πως στην πορεία της φιλμογραφίας του λέει τις ιστορίες του με έναν όλο και πιο οικονομημένο τρόπο, και τραβά το θεατή βαθύτερα στο προσωπικό συναισθηματικό του σύμπαν.

Το μικρό ψάρι συμπυκνώνει τις εννοιες και επιχειρεί να αναδείξει τον πυρήνα των χαρακτήρων με τους οποίους καταπιάνεται, χωρίς περιττές φλυαρίες στηναφήγηση και με τις πιο εύστοχες ερμηνείες που θα μπορούσε να διαθέτει . Οι φημισμένες επαναλήψεις σε, κατά παράδοση, αξιομνημόνευτες ατάκες ειναι παρούσες, αλλά οι σιωπές που τις σκεπάζουν αμέσως αργότερα είναι πιο εύγλωττες και πιο σπαρακτικές από χίλιες βωμολοχίες μαζί.

Ο Στράτος μπορεί να πνίγεται από τη σκοτεινιά και οι λεκέδες από τα αίματα να μην έχουν φύγει από τα ρούχα του, αλλά τον φωτίζει ένα βαθύ και σχεδόν αλάνθαστο αίσθημα δικαίου, που δεν αφήνει τις ίδιες τις πράξεις του απ'έξω. Αφελής, ρομαντικός, πανούργος, λεβέντης, σαδιστής, τα έχει όλα μέσα του και ανάλογα τον απέναντί του ετεροφωτίζεται και μετά αποσύρεται ξανά στην πρωτόγονη σπηλιά του., ενώ το φιλμ χτίζει ένα τοίχος από πτώματα που προστατεύει τον ήρωα από τη φυσική του παρόρμηση να θυματοποιείται από αυτά.

Η άγνοια και η τραγικότητα είναι ταυτισμένες εδώ, φορτωμένες πάνω στην παρουσία ενός παιδιού, που σε όλη ταινία το φιλμ προσπαθεί να κρατήσει ακέραιο. Ίσως είναι αυτό το αφελές διαστραμμένο παιδί που κρύβεται μέσα στο Στράτο και γίνεται προσπαθεια να διασωθεί, ντυμένο με αίμα, ένα μικρό ψάρι που το έβγαλαν βίαια από τη λίμνη του και έκτοτε ονειρεύεται συνεχώς να γυρίσει σε αυτή. Και θυμώνει με την κάθε μητερα που έχει καθήσει μαζί του στη σκιά ενός μεγαλύτερου ψαριού, παραμελώντας τον ανοιχτά την ίδια στιγμή. Όταν τελικά παραμερίζει από αυτή τη θέση μία τέτοια μητέρα, η σκιά τον καταπίνει.

Το φιλμ δεν κρίνει το Στράτο, του παραχωρεί όλη την ευθύνη της απονομής δικαιοσύνης. Έίναι ένας άνθρωπος που αγαπά τους άλλους με τον πιο ακραίο τρόπο. Καμιά φορά αγαπάμε τους ανθρώπους αλλά σκοτώνουμε τα άτομα. Και μετά απλώς ξαπλώνουμε με το κεφάλι μας μέσα στο νερό. 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Μικρές Αφροδίτες







Παράλληλες και διαπλεκόμενες ιστορίες ερωτικού πάθους, υπέροχα κινηματογραφημένες στο πολυβραβευμένο φιλμ-ορόσημο του Νίκου Κούνδουρου, όπου οι εικόνες του τελευταίου ενώνονται με την πλοκή του Β.Βασιλικού και του Κ. Σφήκα. Ένα ποίημα για τον ερωτισμό και τα όριά του με τη βιαιότητα, μέσα από μία κραυγή που ταυτόχρονα προηγείται και έπεται αυτού.


Το “Ποτάμι”, ως προς την αισθητική, υπήρξε προάγγελος αυτής της σημαντικής ταινίας, που αποτυπώνει μέσα από τις εικόνες της τη συνομιλία του έρωτα με το θάνατο, με εκφραστικά μέσα που μπορεί να ξενίζουν όταν αντιπαραβάλλονται με τη σημερινή αισθητική, αλλά παραμένουν αριστοτεχνικά και πραγματικά εύστοχα.

Οι μικρές Αφροδίτες είναι τα αναδυόμενα παιδιά των ερώτων που αναπτύσσονται μεταξύ των ηρώων, που μπαινοβγαίνουν στο νερό, όπου πεθαίνουν και αναγεννιούνται διαρκώς. Τα Ονόματά τους παραπέμπουν στη φύση, μήπως κι εκείνοι έρθουν πιο κοντά στη δική τους φύση. Παιδιά και ζώα γίνονται οι ενδιάμεσοι χώροι που ενώνουν τα δύο άκρα, τον Έρωτα και το Θάνατο. Το νεκρό κομμάτι που απομένει από την πάλη μεταξύ των δύο αντίρροπων δυνάμεων ιππεύει ένα πουλί και χάνεται στη θάλασσα, για να ξαναγεννηθεί. Και η αλμυρή γεύση του, σχεδόν ιερού, νερού, αγγίζει τα χείλη του θεατή.

Όμως, πέρα από κάθε ανάλυση, όπως και στο φιλμ ακούγεται: “Ένα πουλί είναι μόνο ένα πουλί”. 

Αν φερόμασταν στις λέξεις όπως στα πουλιά, δε θα τις φοβόμασταν.

Πρώτη Δημοσίευση στο Move It

Oλόκληρο το φιλμ εδώ

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Μήδεια κρείσσων των εμών βουλευμάτων



Όταν το ερωτικό ένστικτο ταυτίζεται με το ένστικτο επιβίωσης,
η τραγωδία είναι προ των πυλών”

Με σεβασμό και αυτοσαρκασμό, με ανοιχτή μπροστά του όλη την παλέτα των συναισθημάτων του δημιουργού, από τα πιο σκοτεινά και ιδιοτελή μέχρι το δέος που έχει κανείς μπροστά στη θεϊκή ποιότητα κάποιων κειμένων, ο Νίκος Γραμματικός στο τελευταίο του φιλμ δημιουργεί μία κινηματογραφική εμπειρία που διαπερνά το θεατή.

Το ασυνείδητο και το συνειδητό (τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο) διαπλέκονται αρμονικά. Οι έννοιες που διατρέχουν το φιλμ (πάθος, οργή, προδοσία, φύση, εκδίκηση) ψηλαφίζονται με ορμή αλλά και προσοχή, ενώ οι άνθρωποι που με διάφορες ιδιότητες καλούνται να δανείσουν το σώμα και τη φωνή τους στο έργο, τις σωματοποιούν με φυσικότητα.

Το αιώνιο ερώτημα της εκδίκησης, και κατά πόσο αυτή υπάρχει, διατυπώνεται με όρους κυκλικότητας της ισορροπίας δυνάμεων, που παρατηρεί κανείς σε όλες της εκφάνσεις της φύσης. Η κυκλο-θυμία ντύνεται την απελευθέρωση, που, αναπόφευκτα, πετά στον ουρανό δίπλα δίπλα με την καταστροφή. Και η Μοίρα αποκαλύπτει: Το σανδάλι του Ιάσωνα, και να μην το έπαιρνε ο ποταμός, αγκάθια είχε, που τα είχε βάλει εκείνη.

Αυτό, ωστόσο, που κάνει την εμπειρία της ταινίας μοναδική, είναι το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός που αποπνέει η σκηνοθεσία αλλά και η συνολική φιγούρα του σκηνοθέτη, που αντισταθμίζει το βάρος του περιεχομένου του έργου και τις ισχυρές εικόνες. Από τους καλλιτέχνες που αγαπούν τους ανθρώπους και αυτό χαράζεται στα έργα τους.

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Inside Llewin Davis

«Η αληθινή ζωή αρχίζει όταν είμαστε μόνοι, αντιμέτωποι με τον άγνωστό μας εαυτό. Αυτό που συμβαίνει όταν συνευρισκόμαστε καθορίζεται από τους εσωτερικούς μας μονολόγους. Τα ουσιώδη και στ'αλήθεια ζωτικά γεγονότα που μας σημαδεύουν στο δρόμο είναι οι καρποί της σιωπής και της μοναξιάς. Αποδίδουμε πολλά στις τυχαίες συναντήσεις, τις μνημονεύουμε ως κρίσιμες καμπές της ζωής μας, αλλά τα συναπαντήματα αυτά δε θα πραγματοποιούνταν αν δεν είχαμε ήδη προετοιμάσει τον εαυτό μας γι αυτό»

Henry Miller


Συνήθως τα πράγματα πρώτα σε βρίσκουν και μετά διαπιστώνεις αν τα επιθυμείς ή όχι. Κάθε πλάνο του νέου φιλμ των αδερφών Κοέν είναι κι ένα βήμα πιο κοντά στο ταξίδι του Llewin Davis προς το μέσα του. Κι αν αυτό το ταξίδι ήταν προσχεδιασμένο και επιθυμητό εδώ και καιρό, η μυρωδιά του αέρα του προορισμού, που καθορίζει τελικά και τη φύση της επιθυμίας, δεν μπορεί παρά να είναι προς ανακάλυψη.

Στο φιλμ αποτυπώνεται η φανταστική μίξη των ημερολογίων του αγαπημένου folk μουσικού Dave Van Ronk και της πένας των αδερφών Κοέν, ποτισμένη από τη μοναξιά. Ο Llewyn Davis φεύγει από την αφιλόξενη, σε κάθε επίπεδο, για εκείνον, Νέα Υόρκη, με τα δύο l του ονόματός του να τον βαραίνουν και κάτω από τη σκιά του θανάτου του άλλου μουσικού μισού του. Αναζητά μία δισκογραφική εταιρία, προκειμένου να προωθήσει το άλμπουμ του, που φέρει και τον τίτλο του φιλμ. Mε τα πόδια του είναι ντυμένα με τη μουσική του ξεκινά την πορεία για να συναντήσει το άγνωστο, πάνω στο οποίο έχει προβάλλει τις προσδοκίες του να αλλάξει ζωή. Πόσο είναι, όμως, έτοιμος κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του για να τον βρει μία γάτα; Και πόσο εκείνη θα παραμείνει μαζί του σε αυτό το ταξίδι;

Κάτω από το βλέμμα αυτής της γάτας, οι αντιφάσεις κυριαρχούν, με τη μελαγχολία χέρι χέρι με το κλασικό χιούμορ των Κοέν, οι οποίοι φαίνεται με αφορμή τον ήρωά τους, να κάνουν στροφή προς πιο εσωτερική κινηματογράφηση. Η φωτογραφία γλιστρά στο βλέμμα, σκοτεινή σα βινύλιο και αγκαλιάζει, ειδικά στους εσωτερικούς χώρους τον ήρωα, ως αντιστάθμισμα στα πατώματα των διάφορων φίλων στους οποίους αναγκάζεται να διαμένει για να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Τα πρόσωπα που είναι αγαπημένα (γυναίκες, ο πατέρας) εντοιχίζονται στα πλάνα, εγκλωβισμένα σε σπίτια στα οποία δεν επιθυμούν να βρίσκονται και ουσιαστικά τον διώχνουν στο δρόμο, όπου όλα είναι ελεύθερα και πιθανά.. Με τα στερεότυπα περί καλλιτεχνών να καταρρέουν ένα ένα, όπως τα εμπόδια που υπερπηδά ο ήρωας προκειμένου να κάνει το θολό του όνειρο πραγματικότητα, μας δίνεται μία ρεαλιστική και ταυτόχρονα ποιητική εικόνα του κόσμου της μουσικής, Ενώ το φιλμ βυθίζεται στην ονειροπόληση, ταυτόχρονα σου πετά στο πρόσωπο την κυνική πραγματικότητα.

Καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού του, στις συναντήσεις του με τους ανθρώπους, όταν υπάρχει κοινό δεν υπάρχει κιθάρα και όταν υπάρχει κιθάρα δεν υπάρχει κοινό. Προς το τέλος, κιθάρα και κοινό ενώνονται σε ένα, πια πονεμένο, βλέμμα που ο Lewin έχει ξαναπροσφέρει, κάποτε, σε κάποιον, που δε βρίσκεται πια εδώ.

Η γάτα είναι ακόμα εκεί, δίπλα του. Όταν το βλέμμα των ανθρώπων δε σου δίνεται μπορεί μια γάτα να καθρεφτίσει αυτή την απουσία. Και τον αφήνει σοφά, όταν έχει νιώσει πως εκείνος δεν τη χρειάζεται πια και ότι μπορεί να αντέξει μία γροθιά στο στομάχι χωρίς να αφανιστεί. Αν ο Lewin στέκεται παραμερισμένος από τον ιδανικό του εαυτό και δεν τολμά να καθρεφτιστεί στα μάτια του ειδώλου του, εν τέλει προσελκύεται από το σπινθήρα της αντανάκλασης, και αφήνει το ενδεχόμενο να δει τον εαυτό του στα μάτια ανοιχτό.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Only Lovers Left Alive

Fever 103°
Pure? What does it mean?
The tongues of hell
Are dull, dull as the triple
Tongues of dull, fat Cerberus
Who wheezes at the gate. Incapable
Of licking clean
The aguey tendon, the sin, the sin.
The tinder cries.
The indelible smell
Of a snuffed candle!
Love, love, the low smokes roll
From me like Isadora’s scarves, I’m in a fright
One scarf will catch and anchor in the wheel,
Such yellow sullen smokes
Make their own element. They will not rise,
But trundle round the globe
Choking the aged and the meek,
The weak
Hothouse bred baby in its crib,
The ghastly orchid
Hanging its hanging garden in the air,
Devilish leopard!
Radiation turned it white
And killed it in an hour.
Greasing the bodies of adulterers
Like Hiroshima ash and eating in.
The sin. The sin.
Darling, all night
I have been flickering, off, on, off, on.
The sheets grow heavy as a lecher’s kiss.
Three days. Three nights.
Lemon water, chicken
Water, water make me retch.
I am too pure for you or anyone.
Your body
Hurts me as the world hurts God. I am a lantern—
My head a moon
Of Japanese paper, my gold beaten skin
Infinitely delicate and infinitely expensive.
Does not my heat astound you! And my light!
All by myself I am a huge camellia
Glowing and coming and going, flush on flush.
I think I am going up,
I think I may rise—
The beads of hot metal fly, and I love, I
Am a pure acetylene
Virgin
Attended by roses,
By kisses, by cherubim,
By whatever these pink things mean!
Not you, nor him
Nor him, nor him
(My selves dissolving, old whore petticoats)—
To Paradise.
Sylvia Plath




Ο έρωτας είναι ένα αιώνιο χάος, συστηματικά συντονισμένο. Την αρχετυπική καρδιά του μας κάνει να ακουμπήσουμε το Only Lovers Left Alive και να νιώσουμε τη γεύση του ζωογόνου σιδήρου του αίματος μέσα μας. H Eva και ο σκοτεινός εαυτός της, η σκοτεινή αδερφική εκδοχή της, είναι μεταξύ τους μόνο ένα φωνήεν, μόνο ένα επιφώνημα μακριά. Κι ο Αδάμ προεκτείνει τα χέρια του ντύνοντας τα με το ξύλο μιας κιθάρας, ώστε να μπορεί εκείνη να τον ακούει σε όποιο πόλο της γης κι αν βρίσκεται. Mε τη σκηνοθεσία του Jarmush να χορεύει στις φλέβες του ζευγαριού και να προσφέρει το ωκεάνιο συναίσθημα που θα προκαλούσαν όλες οι απαγορευμένες ουσίες του κόμου αυτού μαζί.

Στον αιώνιο έρωτα, που παραπέμπει στον εφιάλτη, αφού είναι ζωντανός ενώ κάθε προσδοκία θα ταίριαζε με το θάνατό του, το φαντασιακό παιδί δεν έχει καν πάρει μορφή. Ρέει μόνο στο αίμα τους και ζητά να συλληφθεί. Άλλοτε κοχλάζει, άλλοτε λιμνάζει, με υπόγεια ρεύματα έτοιμα να το ξεδιπλώσουν. Είναι ταγμένο στο μέλλον και ζει γιατί οι δυο τους ποτέ δε μίλησαν γι αυτό. Ο συντονισμός τους έχει επίγνωση της παρουσίας τους και απλώς τους προφυλάσσει από την κατάρρευση μετά από μία δύσκολη στιγμή.

Κατά το Lebovici το φαντασιακό παιδί μορφώνεται από το ασυνείδητο των δύο γονιών (enfant fantasmatique) και διαφοροποιείται από το ιδεατό παιδί (enfant imaginaire), αποτέλεσμα μιας ονειροπόλησης και των συνειδητών ονείρων κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης, σε προσυνειδητό ή συνειδητό επίπεδο. Όπως και στο Amour, του Michael Haneke (http://psychografimata.com/12007/to-fantasiako-pedi-tis-agapis/), εδώ υπάρχει ένα παιδί που υπονοοείται, περα από τη σάρκα. Έχει μάτια από μουσική και δέρμα από χαρτί που πάνω του γράψανε κάποιοι μεγάλοι. Έχει φίλους που αγαπά και το αγαπάνε. Και έχει ζήσει η υπόνοιά του αρκετά, ώστε να είναι τόσο σοφό ώστε να μη στραφεί εναντίον ενός από τους δυο γονιούς, έστω κι αν στο Amour αυτό έγινε από απελπισμένη αγάπη. Με τον πατέρα το ίδιο γόνιμο στο να το θρέψει και να του δώσει ζωή. Κληρονομείται διαγενεολογικά, αλλά τελικά έχει να κάνει περισσότερο με τον άντρα και τη γυναίκα, σχετίζεται και μεγαλώνει στο εδώ και τώρα, επανασυλλαμβάνεται συνεχώς. Το γεννά ο χρόνος, που δεν έχει γραμμικότητα. Είναι αγκαλιά με τη μουσική, την ανθρώπινη κατασκευή που όσο κι αν μιλας γι αυτή, πάντα “η γλώσσα σε προδίδει διπλά”.


Οι δυο τους, ζευγάρι βρικολάκων, αίωνια παγιδευμένων ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, στο ενδιάμεσο του αρρώστου και του υγιούς, επιστρέφουν στην αγνότητα μέσω της κατά βάση πολιτισμένης αφαίμαξης των άλλων. Τους ενώνει η συνενοχή της πράξης για την οποία δε μιλούν ποτέ. Μόνο χορεύουν πάνω στην ουρά της. Σε έναν αγνό Παράδεισο που μυρίζει αίμα και αντί να απαντά-ερωτά.


Βιβλιογραφία


Lebovici, S. (1988). Fantasmatic interaction and intergenerational transmission. Infant Mental Health Journal, 9, (1), 10–19.


Σακελλαρόπουλος, Π. 1998. Σχέσεις μητέρας-παιδιού τον πρώτο χρόνο της ζωής. Αθήνα: Παπαζήσης.


http://www.ksm.gr/%CF%85%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B7%CE%BC%CE%B5/

http://www.youtube.com/watch?v=zdeNU2bxX18





Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

Lacrau

Εικόνες από την πόλη και τη φύση, που συμφιλιώνουν τις διαφορές των δύο και γίνονται στίχοι σε ένα ποίημα α-ληθινό, που δεν περνά στη λήθη.

Τείνουμε να μη βλέπουμε τη σκιά μας,
ακόμα κι αν είναι πιο μεγάλη από εμάς”

Lacrau




Ένα φιλμ που στάζει σοφία και αποτρέπει την κατάταξή του σε είδος (ντοκυμαντέρ-αφηγηματικό...) αφού τραγουδά μία ιστορία χρησιμοποιώντας τα πρωτόγονα υλικά της φύσης μαγειρεμένα με ηλεκτροδότηση από την πόλη. Όπως ένα καλό φαγητό, που δε χρειάζεται προωθημένα μέσα για να ολοκληρωθεί, παρά μόνο ενέργεια και “αρκετά καλά” υλικά, έτσι και αυτό το φιλμ αφήνεται στα υλικά του για να εκφράσει ένα κομμάτι πολιτισμού.

Στην πόλη, τα ρούχα είναι πλαστικά. Στη φύση τα ρούχα είναι περιττά. Στη φύση τα φτυάρια δεν έχουν ανάγκη τον ήχο. Στην πόλη δεν έχουν ανάγκη τον ήχο τα αυτιά.

Οι φωτογραφικοί κανόνες παραμερίζονται ευγενικά, τολμούν τον καμένο ουρανό , το φιλμ του João Vladimiro σα να οφείλει να καίγεται μπροστά στη φύση για να έχει μετά η πόλη το ρόλο να τον φωτίζει. Εικόνες όπως η σάρκα και το αίμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά σημεία στην περιφέρεια του κύκλου της ζωής, σημεία που οι άνθρωποι της πόλης καμία φορά αντικρίζουμε με φρίκη.

Οι φράσεις-εναύσματα πριν από κάθε ενότητα λιώνουν σε μαγικές εικόνες και σιγά σιγά ντύνονται μουσικές. Τα φώτα της πόλης γίνονται μάτια, οι φωνές γίνονται νερό η τελική δεκάλεπτη σεκάνς είναι μεταφυσική και -ας μη φοβηθεί κανείς τη λέξη, αριστούργημα.

Στον κύκλο του πολιτισμού του κέντρο είναι η φύση και στην περιφέρειά του εναλλάσσονται πότε η εξοχή και πότε η πόλη. Η φύση είναι η σκιά μας, μεγαλύτερη από εμάς. Μια ζωή προσπαθούμε να μιμηθούμε αυτό που ήδη ξέρουμε. Μπορεί να μη βλέπουμε, συχνά, την εξοχή και την πόλη, αλλά αυτό το φιλμ μας μεταμορφώνει σε πουλιά για να ταξιδέψουμε στο ενδιάμεσό τους.

Στην προβολή στα πλαίσια του φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου στην Ταινιοθήκη, ο νεαρός Πορτογάλος σκηνοθέτης, με απλότητα και φως, μοιράστηκε κάποιες σκέψεις του για το φιλμ του, το οποίο διαμόρφωσε πάνω στη σκέψη ότι η πόλη για εκείνον αντιπροσωπεύει το “Κακό” ενώ η εξοχή το “Καλό” και πως προσπάθησε να εξερευνήσει μέσα από αυτό τη σχετική διχοτόμηση. Η διαδρομή του, στη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν δύο χρόνια, από τη μία τοποθεσία στην άλλη, ήταν για εκείνον ο χώρος που συμφιλίωσε τα δύο αυτά κομμάτια που θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό ασυμβίβαστα, διαπιστώνοντας ότι πάντα κάτι θα λείπει, είτε βρίσκεται στην εξοχή, είτε στην πόλη. Εν τέλει, κατόρθωσε να αισθάνεται γαλήνη στην πόλη. Σε ο,τι αφορά τον τίτλο, πρόκειται για ένα σκορπιό που δεν σκοτώνει, με εγγεγραμμένη πάνω του την αντίφαση της φύσης και του πολιτισμού.
 
Φαίνεται, ότι ο ενδιάμεσος, ζωογόνος χώρος, ανάμεσα στις αντιθέσεις, δεν είναι ένας. Είναι μοναδικός, όμως, για τον καθένα μας. 


Πρώτη Δημοσίευση στο Move It

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

3 Φιλμ του Alejandro Jodorowsky

Fando y Lis


Το ταξίδι του Fando και της Lis, η οποία είναι παράλυτη, προς τη γη της επαγγελίας Tar, και με αυτή την αφορμή μία ιστορία αγάπης με διαμελισμένη συνείδηση.

Αυτό το πρώτο φιλμ του αγαπημένου δημιουργού, μία προσωπική ανάγνωση του έργου του Fernardo Arrabal, που στην εποχή του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, βρίσκεται στο συνεχές που βάδισαν κάποιοι όπως ο Buñuel και η Chytilová, με το σινεμά του να σκύβει πάνω από την ανθρώπινη αδυναμία και ατέλεια, με αγάπη και ελευθερία.

Ο αέναος εγκιβωτισμός εικόνων κάνει τα πάντα πιθανά σε αυτό το φιλμ, γεννώντας ερωτήματα και αποφεύγοντας να απαντήσει στα υπάρχοντα, με υπέροχα ποιήματα να διανθίζουν την αφήγηση. Οι ήρωες αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο να σπάσουν αβγά για να επαναστατήσουν και το να γδάρουν ο ένας τις πλάτες του άλλου. Η σπειροειδής πορεία τους προς τη Χώρα Ταρ, τον ενδιάμεσό τους χώρο, του οδηγεί στη γέννηση του φαντασιακού τους παιδιού, που είναι εξ' αρχής ταριχευμένο και παίζει ανάμεσα στους τάφους, έχοντας λουλούδια αντί για χέρια. Όταν μεταξύ τους παύει το παιχνίδι, εισβάλλει ο θάνατος. Με... σατανικό μουσικό θέμα, ένα απο-ρομαντικοποιημένο Fountain (λόγω θεματικής, μόνο), που εν τέλει συνδυάζει το μύθο του Νάρκισσου με την απαρχή της αμαρτίας του Αδάμ και της Εύας, βάζοντας το θεατή εν μέσω ενός εφιάλτη που έχει ήδη ζήσει αλλά μια ζωή πάσχιζε να ξεχάσει, κι όμως γελά με αυτόν.

Φαίνεται ότι οι προβληματικές της επανάστασης από τους γονείς και άρα από το κατεστημένο, μαζί με την αιχμηρή ειρωνία προς τη θρησκεία, η βίαιη σεξουαλικότητα που συνδυάζεται αρκετά καλά με τον εξιδανικευμένο έρωτα, τα ζώα ως παρατηρητές της φρίκης και ο διαμελισμός του σώματος άρα και του Εγώ, δεν εγκαταλείπουν τα έργα του δημιουργού, στο πέρασμα του χρόνου. Απλώς, όπως συμβαίνει συχνά, και η παραμικρή περιοχή κάθε κάδρου είναι φορτισμένη με σύμβολα, τα οποία, στα επόμενά του φιλμ, βρίσκουν το χώρο τους, με άνεση, ώστε να αναπτυχθούν.






Ηoly Mountain


H μαζική φαντασίωση του Σωτήρα, που απαλλάσσει το ανθρώπινο γένος από τις ευθύνες του και επωμίζεται την υδρόγειο στους ώμους του, εξετάζεται σε αυτή την εικαστική πανδαισία του Alejandro Jodorowsky, ακόμα ένα φιλμ ανθολογίας που κάνει βουτιά στην ψυχεδέλεια.

Οι εικόνες του Jodorovsky έχουν τη δική τους, προσωπική ηθική. Όπως και το ανθρώπινο πλάσμα, την πορεία του οποίου συνοδεύει το φιλμ αυτό. Ο ήρωας μας δίνει το δώρο του να τον παρακολουθήσουμε και να συναισθανθούμε την κατάστασή του πριν εξανθρωπιστεί, με επακόλουθο να παλινδρομήσουμε σε μία βρεφική κατάσταση, όπου το παράλογο είναι γιορτή και η βία είναι απλώς άλλη μία πιθανή εκδοχή όσων βιώνουμε. Ο,τι διαδραματίζεται στο φιλμ ίσως να βιάζεται με την παρείσφρηση του λόγου. Αυτό τόσο στο επίπεδο κινηματογραφικής αφήγησης, όσο και κατά τον αναστοχασμό μετά το τέλος της ταινίας. 

 


Το Holy Mountain είναι μία ταινία που παρακολουθείται (και) με το αυτί. Οι πρωταρχικές κραυγές που ο άνθρωπος αρθρώνει έχουν ένα προσωπικό, μοναδικό νόημα. Το πρώτο του φώνημα είναι η αρχή για έναν “εξανθρωπισμό”, αλλά η θέση του παρατηρητή διατηρείται. Ο πρωτόγονος άνθρωπος (αν και συνένοχος του πολιτισμού), δεν μπορεί παρά να παρατηρεί τη φρίκη του πολέμου, να καταδιώκεται από τις Μαγδαληνές του. Να μαθαίνει τη γραφή, και από εκεί και πέρα να κάνει ένα μάταιο κύκλο στον πολιτισμό.

Εικαστικά μεγαλοφυές, με δυνατές εικόνες στα όρια του μη ανεκτού, το φιλμ ξεδιπλώνει τα εικονικά σημαίνοντα (όπως το δίπολο κότας/αυγού, τα κατεστραμμένα χέρια, ο ευνουχισμός) του πιο πρώιμου Fando y Liz, που τελικά βρίσκουν αφηγηματικό σχήμα στο Santa Sangre. Το μυαλό του δημιουργού είναι ένα καλειδοσκόπιο που τα κομμάτια του τα ένωσε σοφά ένας τυφλός.

Ο ήρωας είναι ένας Οδυσσέας, που οι λωτοί του είναι ακόμα λουλούδια, και κάνει το ταξίδι του μεγαλώματος ανάποδα, κάνοντας και το θεατή να ακολουθεί ένα αντίστοιχο φιλμικό μεγάλωμα. Κρατά από το χέρι το επίσης πολυαγαπημένο Holy Motors (τι κι αν γυρίστηκε 40 χρόνια μετά, ο χρόνος είναι σχετικός). Πότε το ένα μικραίνει ακόμα περισσότερο και επιστρέφει στο ρόλο του πιθήκου, και πότε το άλλο, και τα δυο μαζί τραγουδούν την ιστορία ενός Δημιουργού, μακριά από τα λατρευτικά στεγανά, που έχει το καθήκον να παίρνει την ευθύνη να μεγαλώνει τον εαυτό του.




Santa Sangre


Το αιματοβαμμένο σουρρεαλιστικό ποιήμα του Alejandro Jodorowsky διηγείται την ιστορία ενός παιδιού, που βρίσκεται, από μικρό, για να σωθεί από τους γονείς του, στο περιθώριο του μυαλού του.

Ένας λαβύρινθος που μυρίζει ψάρι και πολυεστέρ, ένα σύμπαν που ο Αδάμ συνεργάζεται με την Εύα για να φάνε μαζί το μήλο, η θρησκεία διαμελισμένη και οι φιλμικές και λογοτεχνικές αναφορές να στριμώχνονται χωρίς, πιθανότατα, οι δημιουργοί να το έχουν καν αντιληφθεί, σε αυτό το αριστούργημα που δύσκολα ξεπλένεται από τη μνήμη.

Ο Νόρμαν Μπέιτς του Ψυχώ, η Κάρυ του Mπράιαν ντε Πάλμα, και ο Jean-Baptiste Grenouille του Αρώματος του Ζισκιντ συμπυκνώνονται στον κεντρικό χαρακτήρα, το Φένιξ, ο οποίος μέσα σε ένα πολύχρωμο και άρτια σκηνογραφημένο, χορογραφημένο και σκηνοθέτημένο σύμπαν ενώνεται με τον εαυτό του, από τον οποίον τον απέκοψαν οι, ας το πούμε ιδιαίτεροι, γονείς του. Τα σύμβολα και οι ψυχοδυναμικές ερμηνείες τους διαδέχονται το ένα το άλλο ιλιγγιωδώς, παρ' όλα αυτά δε δημιουργείται η επιθυμία στο θεατή να τα ερμηνεύσει. Απλώς περιμένει την έξοδο κινδύνου, στην οποία τον οδηγεί μία σειρά από giallo κάρτες ταρώ που δεν πιστεύουν στην τύχη. 
 


Οι ερμηνείες είναι κάτι περισσότερο από φυσικές, με τους γιους του Jodorowsky, alter ego του, αλλά ταυτόχρονα με μία πυρηνική μοναδικότητα, την πιο ανυπόφορη, σαγηνευτική μάνα που μπορεί να δει κανείς στο πρόσωπο της Blanca Guerra και βέβαια το αερικό (και στην πραγματικότητα επίσης κωφάλαλη) Sabrina Dennison που πάνω της κουρνιάζει το απόλυτα καλό. Όλα τα παραπάνω προσφέρουν ένα βαθύ ψυχογράφημα, με στυλ, πολύ πιο ουσιαστικό από οποιοδήποτε “ψυχολογικό οικογενειακό δράμα” με ανάλογο περιεχόμενο. Το φιλμ βάζει τελικά, το Φένιξ, για ύπνο, αφού ο,τι ζούσε μέχρι τώρα δεν ήταν παρά ο πρόλογος ενός σκοτεινού νανουρίσματος.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Post Tenebras Lux

 

Αν το Batalla en el cielo υπήρξε μία εξαιρετικά χαμηλών τόνων ταινία, που δεν αφήνει έντονα μνημονικά ίχνη, δε συμβαίνει το ίδιο με την τωρινή δημιουργία του Carlos Reygadas, αναγνωρισμένη στο φεστιβάλ των Καννών, η οποία ανανεώνει τις εντυπώσεις περί οπτικής ποίησης.
Το φιλμ αυτό πειραματίζεται έντονα, με τη βοήθεια φακών που απροσδόκητα διαστέλλονται και συστέλλονται, στα όρια της υπερβολής. Η κάμερα του Alexis Zabe προσπαθεί, με υφή ντοκυμαντέρ, να συλλάβει την “αύρα”των ανθρώπων, συμφιλιωμένη με το αδύνατο του εγχειρήματος. Η ζωή φιλτράρεται άλλοτε υπερβατικά και άλλοτε ωμά, με συνεχείς αξιοπρεπείς αναφορές στον Tarkovsky. Το σκιερό κομμάτι που εμπεριέχει τις ανθρώπινες καταστροφικές αδυναμίες όπως το αλκοόλ και τα ναρκωτικά δεν εκφράζεται παρά μόνο με λέξεις, υπονοώντας, ίσως, την ευγενική εισβολή του πολιτισμού στη φυσική αγνότητα
Δύο σκοτεινοί άνθρωποι, που έχουν ταξιδέψει πολύ, κάνοντας όμως εν τέλει κύκλους γύρω από τον εαυτό τους, ζουν κάτω από μία στέγη χωρισμένη στα δύο. Μέσα από κομματιασμένα κάδρα και κομματιασμένη αφήγηση, οι δύο τους είναι απλώς διάδρομοι για τη φύση, που τους βαδίζουν τα παιδιά τους, λίγο πριν το περπάτημά τους τυποποιηθεί.
Λίγο πριν μπουν στον πολιτισμό, τα παιδιά ζουν σε ένα όνειρο, όπου δεν μπορούν ακόμα να αποχωριστούν το διπλό τους. Εκεί όλα είναι καθρέφτες, η γη καθρεφτίζει τον ουρανό. Τα ζώα είναι απαλά, δεν παραβιάζουν τη φύση, σε αντίθεση με τον άνθρωπο, που ακόμα και με το βλέμμα του την κομματιάζει. Ο διάβολος τριγυρνά ανάμεσά τους, μόνο τα μικρά παιδιά τον βλέπουν και τον παίρνουν μία φωτογραφία με τα μάτια τους.



Η ουρά του διαβόλου συνοψίζει τη βιαιότητα του κόσμου, κόβοντας ένα περήφανο δέντρο. Οι άνθρωποι κόβουν τα δέντρα για να φτιάξουν γήπεδα για τα παιδιά, χωρίς να νιώθουν το πόσο ειρωνεύονται τον εαυτό τους. Και το φιλμ, ανάμεσα στο ρεαλισμό και τη μυθοπλασία, αποδομεί και τα δύο, αφού μόνο αυτό μπορεί να κάνει κανείς με το ένα πόδι να βουλιάζει στον τσιμέντο και το άλλο λίγα εκατοστά πάνω από το χώμα.




*Με αφορμή τη διανομή του φιλμ επιτέλους, στην Ελλάδα, που πρώτη φορά απολαύσαμε στο Πανόραμα του 2013,  θα ξεκινήσει μια σειρά από αναδρομικά κείμενα, για ταινίες που αγαπήθηκαν πολύ μέχρι τώρα και δεν έχουν βρει, ακόμα, χώρο, και εδώ...



Διαβάσατε περισσότερο