Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Jane Eyre: Ένας πίνακας πρωτότυπο αντίγραφο






Ακόμα κι όταν ακούς και μόνο να προφέρεται το όνομα της Τζειν Ευρ, κατά τη διάρκεια του φιλμ, γίνεται απ’ όλους πνιγμένα, φοβισμένα, με μια μισή ανάσα, γιατί ο απόηχος μυρίζει φάντασμα. Έτσι, σαν γκρίζα οπτασία, γίνεται αντιληπτή η πασίγνωστη λογοτεχνική ηρωίδα, εμπλεκόμενη σε μία ιστορία υπόγειου βικτωριανού μυστηριακού πόθου.
Τη γνωρίζει κανείς από μικρό παιδί, ευάλωτη και άτρωτη ταυτόχρονα, ενσωματωμένη σε ένα σπίτι που την έδιωχνε. Με λεκτικές σφραγίδες που χαρακτήρισαν την αντίληψή της για τη ζωή και για την ίδια, που αποτυπώθηκαν με μεγάλη φόρα και μελάνι φτηνό και ανεξίτηλο, έστρεφε το βλέμμα προς τα κάτω. Και σαν μαγνήτης ένας λαιμός μίσχος μετρούσε χαρακιές με το δέρμα και με τις λέξεις.
Μαχόταν τους άντρες μήπως και κερδίσει την αποδοχή μιας γυναίκας. Κι αν προς το τέλος της ιστορίας το να παύουν να παγιώνονται οι ρόλοι θύτη και θύματος ανάμεσα σε εκείνη και σε ένα άντρα, της εξασφάλισε τελικά μια μητρική αγκαλιά, από την Τζούντι Ντέντς ως οικονόμο, φιλόξενη νησίδα ζεστασιάς, όλη η ιστορία ιππεύει εξαρχής προς την προσέλκυση ενός αναβάτη χωρίς φύλο τελικά, που λατρεύει και μισεί αναποφάσιστα. 
Άμυνά της σε όλη την ασάφεια του προορισμού, είναι η ευγενής επανάσταση. Σκοτώνει την ομορφιά γύρω της σκιάζοντάς την στο χαρτί, μήπως ζωντανέψουν τα πνεύματα-φύλακες που την περιβάλλουν. Σκοτώνει είδωλα εαυτών άλλων γύρω της με τα λόγια.  Η δύναμη του μυαλού και η πεισμωμένη ειλικρινής ελευθερία της μπορεί να υφαίνουν ένα πέπλο αλλά δεν κρύβουν ποτέ τελείως το φοβισμένο παιδί στο πρόσωπο της διφορούμενα όμορφης Γουσικόφσκα. Σκοτεινιά και θλίψη συννεφιάζουν στο μέτωπο του ομολογουμένως ακαταμάχητα γοητευτικού ήρωα, με τον Φασμπίντερ αποκάλυψη με μια δόση υπερβολής, ενώ ο Τζέιμι Μπειλ απελπισμένα ηθικός διεκδικεί χωρίς σθένος.

Εκείνη είναι ο,τι δε θα ήθελε να είναι ενώ αυτός δεν είναι αυτό που θα ήθελε να είναι, δηλαδή δυνατοί. Αν ο Γκας Βαν Σαντ είδε στο πρόσωπό της Γουασικόφσκα μια βαλσαμώτρια ψυχών, τώρα με το χαρακτήρα αυτό ταιριάζει τα αταίριαστα, σαν το φάντασμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού πιο ελεύθερου από οποιοδήποτε άλλο, κι ας μην πέταξε πέρα από τον ορατό ορίζοντα, αντικρύζοντάς τον πάντα μέσα από παράθυρα που άλλαζαν αποχρώσεις.
Ατμόσφαιρα αλλόκοτου πάθους μέσα στη σιωπή, σαν υπόγειο ρυάκι κάτω από τον σκοτεινό πύργο της ιστορίας. Ένα οίκημα που μυρίζει μουχλιασμένη λεβάντα που κάποτε περνούσε στα μαλλιά της μια διαφανής πια γυναίκα. Επιστροφή στον υπαινιγμό με αυτή την ταινία, κεντημένο  με φροντίδα, με ερμηνείες πίνακες, που κάνουν την Τζειν να μοιάζει μακρινή συγγενή ενός κοριτσιού με μαργαριταρένιο σκουλαρίκι. Ίσως ένα ιδιαίτερα κουρασμένο κοινό από την κακώς εννοούμενη παρρησία στις σχέσεις να δροσίζεται ευεργετικά από κάτι τέτοιο.
            Τα γοτθικά μοτίβα δίνουν τη γνώριμη ασφάλεια της αντριχίλας χωρίς προσπάθεια στην ιστορία. Η ταινία, σεβόμενη σε μεγάλο βαθμό το μυθιστόρημα, σε παρασύρει στον κόσμο της, ώστε να ξεχάσεις εν τέλει οτι βασίζεται σε αυτό και να μυηθείς στην κατάβαση  μέσα στο γκρίζο υγρό έδαφός της, υπενθυμίζοντας πάντως σε κάθε ευκαιρία πόσο έχει αγαπήσει ο κόσμος της Αμερικής το συγκεκριμένο γραπτό έργο τέχνης.
Μόνο όταν χάνει την ικανότητα να δει ο ήρωας βλέπει το υποκείμενο Τζειν ολόκληρο, ταυτόχρονα υποχρεωτικά απαρνούμενος να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Κι εκείνη είναι πλέον εκεί, σαν ένα φάντασμα όπως εκείνα που από την αρχή της ζωής της την συντρόφευαν. 

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Ένας σουρεάλ εξωγήινος στα νερά του Παρισιού





                Αρχίζει το φιλμ "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" και νιώθεις πως ξαφνικά ο τουριστικός οδηγός γίνεται τρισδιάστατος και από χάρτινος ανάγλυφος της Παναγίας των Παρισίων και του Σηκουάνα...Οι εικόνες όμορφες αλλά περίμενες το κάτι παραπάνω...Ανάμικτη με τη λατρεία του Γούντυ για Την Πόλη, ίσως είναι και μία αδιόρατη ειρωνεία σχετικά με τον τρόπο που παρουσιάζεται το Παρίσι στο σινεμά, ειδυλλιακό και χάρτινο.
                Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πως ο σκηνοθέτης με την ανεξάντλητη φαντασία αρκέστηκε στο να παρουσιάζει τους δρόμους του Παρισιού με τέτοιο συμβατικό τρόπο.  Όμως ίσως για τον Άλεν το Παρίσι δεν είναι αυτό που έχει ζήσει, γι αυτό και το περνάει κάπως πρόχειρα, ώστε να μην αφήσει παραπονεμένο το θεατή που αρέσκεται σε μία καρτ ποστάλ. Το Παρίσι για εκείνον είναι ο,τι δεν έζησε σε αυτό, και πώς διαπραγματεύεται ο ίδιος αλλά τελικά και ο θεατής το εξιδανικευμένο ανεκπλήρωτο παρελθόν του.
                Σιγοτραγουδά λοιπόν "let's do it" και βουτά σε ένα σουρεαλιστικό ποτάμι, τόσο ξένος και τόσο οικείος ταυτόχρονα, όσο και ο ήρωάς του, ένας σύγχρονος σταχτοπούτος, που πηγαίνει σε πολλούς τζαζ χορούς τα μεσάνυχτα, πάντα με την πιο ταιριαστή παρέα.  Το παιχνίδι παρελθόντος και παρόντος είναι ελκυστικό, και θέτει ίσως χιλιοειπωμένα ερωτήματα για το πόσο ζωογόνο είναι το να βιώνει κανείς το παρόν.
                Το να αφεθείς στο παρελθόν της αγαπημένης σου πόλης είναι σα να αφήνεσαι στον έρωτα άνευ όρων. Η αίσθηση θυμίζει κάποια παλιά που έχεις ξαναγευτεί, νομίζεις, κάποτε. Και έχεις ακούσει τόσα πολλά να λέγονται ή να γράφονται γι αυτό, που το να είσαι μέρος του παρελθόντος σου επιτέλους γίνεται συγκίνηση αξεπέραστη.  Το τώρα είναι το δυναμικό αποκρυσταλλωμένο χτες και το αύριο που δεν έχει σκοτωθεί από το όνειρό σου γι αυτό. Το ανέπαφο τώρα από το παρόν και το παρελθόν δε θα σε κάνει να βαρεθείς ποτέ.  Ένα ποτάμι που δε θα διστάσεις να κολυμπήσεις επειδή είναι πολύ κρύο ή πολύ ορμητικό. Ο εξιδανικευμένος έρωτας ανήκει στο παρελθόν ενώ ο αληθινός με σάρκα και οστά στο παρόν, κάτι που ο πρωταγωνιστής μας το βιώνει περπατώντας στη βροχή με απροσδόκητη παρέα...
                Ο Γούντυ δεν μπορεί παρά να μην αποφύγει να είναι αισθητά παρών μέσα στην ταινία, όπως και σε κάθε δημιουργία του., Για καλή μας τύχη, εδώ. περιορίζει την αυτοανάλυση, αφού ίσως νιώθει πια πως το συναίσθημα ξέρει πραγματικά, ενώ το μυαλό γράφει απλά για να μάθει...
                  Παρακλάδι της αμυγδαλιάς του έρωτα αποτελεί ο καρπός της έμπνευσης. Το φιλμ σα να αποτελεί φόρο τιμής στη στιγμή που η έμπνευση μιας ιδέας σε διαπερνά σα βέλος...Υπαινιγμοί για την παρθενογένεση στην τέχνη και την παραδοχή οτι για να σε βρει μια ιδέα, ακόμα κι αν είναι άλλου, εσύ είναι που τελικά θα είσαι δέκτης της και αναμορφωτής της, όπως στην απλά τέλεια σκηνή που ο ήρωάς μας προσπαθεί να μπει στο λαβυρινθώδες μυαλό του Μπονιουέλ, και να κάνει να φτερουγίσει μέσα του ένας άγγελος εξολοθρευτής. Και μια αξιοζήλευτη παρέα με Νταλί (παρεμπιπτόντως, ζωγραφίζει ο Μπρόντι στο ρόλο) και Μπονιουέλ, που όλοι θα θέλαμε να πιούμε λίγο κρασί ή ίσως λίγο αψέντι παρέα της και ο,τι ατάκα να ξεστομίζαμε, όσο παράδοξη, να είναι αποδεκτή...


                Eνώ οι πάντες ερωτεύτηκαν αυτή την ταινία, ίσως οι προσδοκίες μπορεί να κάνουν δύσκολη μια βόλτα στο Bateau mouche της...Aλλά...We will always have Paris  για να ακουμπάμε την κιθάρα μας με απλή μαγεία.





Διαβάσατε περισσότερο