Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Τρεις πίθηκοι στην έρημο


Στην Ανατολία, νιώθεις πως οι μπογιές που ζωγραφίζουν ήρωα και τοπίο αναμιγνύονται νοσταλγικά με καμβά το νέο φιλμ που δικαίωσε το θεσμό τον Καννών, αποκτώντας το χρυσό φοίνικα φέτος. Ταινία με επίκεντρο τους άντρες και φόντο της γυναίκες, ανατολίες που ξημερώνουν μέσα από τη δύση τους.
Ένας ύποπτος για φόνο και μία ταινία δρόμου, μια σιωπηλά εκτροχιασμένη αναζήτηση της δικαίωσης του νεκρού, με τους ήρωες να αποτελούν όλοι μαζί τα μέλη που συνθέτουν ένα οργανικά ενοποιημένο πορτραίτο αντρικής ψυχοσύνθεσης. Το παράπονο των τριών πιθήκων παραμένει ζωντανό και κάθε πίθηκος σκαρφαλώνει σε ένα από τα ισάριθμα περιπολικά.
Ο ένας ρίχνει στις πληγές του άλλου το γάλα που όλοι νοσταλγούν και προβάλλει την ανάγκη για να χωθεί στη ζεστή αγκαλιά της αχανούς άμμου. Όλοι οι επιβάτες μιλούν, εκτός από τον ύποπτο, που βλέπει και ακούει, ίσως περισσότερα από όσα μπορεί να αντέξει, ακόμα κι όταν ζητά να έχει άλλο όνομα μπαίνοντας σε μια μπανιέρα, αυτός που του το δίνει είναι ο ίσκιος του δαίμονά του. Οι ένστολοι, αναμενόμενο, δεν αφουγκράζονται, ακούν τυφλά εντολές χωρίς να ανοίγει ποτέ το αυτί και να αγκαλιάζει μια ιδέα, μόνο στείρες λέξεις. Διασχίζοντας και προσπερνώντας τις ομιλίες τους, ο σκηνοθέτης προτιμά να κάνει τα μάτια μας να ακολουθήσουν ένα μήλο, που λέει το ποιήμα του κυλώντας.
Ξαφνικά, ο νόμος  γίνεται ιδέα που ρίχνει κεραυνούς πάνω από τους ουρανούς τους και ο γιατρός Δίας, τρομάζει με την ικανότητά του να αφοπλίζει και να αφοπλίζεται. Καμιά φορά ο ρόλος αυτός μυρίζει ταυτόχρονα ματαιότητα και ασφάλεια. Τότε, η θεραπεία και ο αφοπλισμός γίνονται έννοιες συναφείς, συμφιλιώνοντας στο μέσα του γιατρού την αβάσταχτη ανάγκη για εγγύτητα με την  καθόλα ανθρώπινη επαγγελματική αποστασιοποίηση. Ο νόμος είναι φροντίδα και αφήνει να γεννηθεί ισορροπία, με τον κοσμικό εκπρόσωπο του νόμου, τον αξιωματικό, να την αμφισβητεί γόνιμα, και να πληρώνει τίμημα μια λυτρωτική εξομολόγηση.
Οι τρεις πίθηκοι μοιάζουν γιατροί, συστήνουν να βλέπεις, να ακούς και να μιλάς, περιοδικά, με συντονισμένη κυκλικότητα και εναλλαγή…Αφού δεν μπορεί κανείς να αποφύγει να σκοτώνει με τα λόγια, ας έχει μάτια και αυτιά ανοιχτά, ώστε από το φόνο να γεννηθεί κάτι. Με αυτή τη σκέψη κατεβαίνουν από την οροφή των περιπολικών και τρυπώνουν στα μάτια του δράστη και ταυτόχρονα στα δικά μας… Το βλέμμα του παιδιού τα έχει πει όλα λίγο πριν, κλείνοντας μέσα του ένα χωριό το ενώνει ο θάνατος.
Κάθε πίθηκος έπραξε ένα φόνο και είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου του φόνου που ανατέλλει στην πορτοκαλένια πεδιάδα. Και όλα αυτά με την παιχνιδιάρικη διάθεση που έχει ένα παιδί όταν μυρίζει πορτοκάλι και θέλει να το πετάξει στον άλλον δίπλα του για να γελάσει. Και με θύμα τελικά ένα παρόν, που το θανατώνεις βάζοντας το «κάποτε» την ώρα που το διηγείσαι…

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Amador: Ένα παζλ από λουλούδια





 Tο Amador,  του Fernando León de Aranoa, που μας έχει χαρίσει ήδη Δευτεριανές Λιακάδες, αποδεικνύει πως η αντισυμβατικότητα μπορεί να μην είναι απαραίτητα θορυβώδης και η ευαισθησία να μιλά την ίδια γλώσσα με τη σκληρότητα. Ταυτόχρονα η ταινία φυτεύει ελπίδα και σε σοκάρει, με έναν πρωτόγνωρο τρόπο, όσο μπορεί να σε σοκάρει καμιά φορά ένα μαραμένο λουλούδι.
Η ηρωίδα διαθέτει την εμβληματικότητα της χαρακτηριστικής ισπανίδας, με μακριά μαύρα μαλλιά, την ίδια στιγμή βάρος και κληρονομιά. Με ένα μυστικό μέσα της, η Marcella αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός ασθενούς, του Amador. Οι δυο τους αποκτούν ένα είδος επικοινωνίας που της δωρίζει την ικανότητα να έρθει σε επαφή με ένα μωσαϊκό ανθρώπων που ίσως πριν αμφέβαλλε για το κατά πόσο θα βουτούσε στην περιπέτεια του να τους αντικρύσει κατάματα.
Κάθε ένας μας οικειοποιείται, μέσα από την εμπειρία του, την εικόνα ενός ασθενούς ηλικιωμένου, κλεισμένου σε ένα κλουβί ανημποριάς. Μας δίνεται η ευκαιρία, να μπούμε για λίγο σε έναν ωκεανό στον οποίο θα μπορούσε να κολυμπά η γιαγιά ή ο παππούς μας και να αντικρύσουμε μία, κάποτε, ευκίνητη γοργόνα. Και μαζί να αναρωτηθείς ποιά μπορεί να είναι η ιστορία του ανθρώπου που έχει αναλάβει τη φροντίδα του.
Το μυστικό της, αυτή η γυναίκα, δε μοιάζει έτοιμη να το φροντίσει, είναι ένα λουλούδι που δεν ξέρει αν υπάρχει μέσα της το έδαφος για να ανθίσει. Για να φροντίσεις ένα λουλούδι δικό σου, ίσως καμιά φορά χρειάζεται να μάθεις πώς να σε νοιάζει να φροντίζεις τον κήπο κάποιου άλλου.
Οι κουβέντες μεταξύ εκείνης που φροντίζει και εκείνου που περιμένει την ανακούφιση γίνονται ανάλαφρα προκλητικές, με μία απροσδόκητη δόση φλερτ. Και σπάνε τη θλίψη που έχει συσπάσει το δέρμα του προσώπου της, δίνοντας τη θέση της σε ένα παιδί που για να χαμογελάσει είναι ανάγκη εκείνη να δανείσει τα χείλη της. Εκείνη φροντίζει το σώμα του και εκείνος την ψυχή της. Τη βοηθά να μαζέψει τα πέταλα από το λουλούδι της ζωής που έχει σκορπίσει ένας ανεπιθύμητος αέρας. Και να μην κατηγορεί τον άντρα της ότι εκείνος φυσούσε κατεψυγμένους ανέμους. Να συνθέσει ένα ανθισμένο κομματιασμένο γρίφο. Γίνονται, τελικά, οι δυο τους, δυο παιδιά που σπαζοκεφαλιάζουν πάνω από ένα παζλ και εκείνη καλείται από τη μοίρα να τοποθετήσει το τελευταίο κομμάτι. Για να το κάνει, μαθαίνει να γράφει αλλά και να στέλνει μια επιστολή φτιαγμένη από αλήθεια. 






Κάπου εκεί η ταινία μας ζητά ουσιαστικά να εξομολογηθούμε τι είναι πένθος για μας. Πότε επιθυμούμε να αφήσουμε κάποιον να ταξιδέψει χωρίς γυρισμό; Και τι μας προετοιμάζει γι αυτό. Τι κομμάτια δικά μας τελικά πασχίζουμε να κρατήσουμε ζωντανά; Όλα αυτά με το πρόσχημα της ύλης, που ποτέ τελικά δεν είναι αποκλειστικά εξαργυρώσιμη. Και να αναρωτηθούμε πότε συγχωρούμε κάποιον που έγινε κλέφτης των λουλουδιών και που κράτησε τα λουλούδια ζωντανά με τοξικά σπρέι, εν ονόματι της ανάγκης.
Το σουρεάλ στοιχείο ανθίζει στους αλμοδοβαρικούς διαλόγους της ηρωίδα με μία άσπονδη φίλη, στην πράξη αγάπης στην οποία προβαίνει ξεσκεπάζοντας, επί τη ευκαιρία, την εκκλησιαστική υποκρισία.
Ένα αληθινό φιλμ, με ισορροπία ανάμεσα στο βαρύ και το ελαφρύ, στη ζωή και στο θάνατο, με αβέβαια στραβοπατήματα, γοητευτικά μέσα στην ατέλειά τους. Ο απλότητα και ο λυρισμός του γίνονται αντίβαρο στην πίεση. Μαδά μια μαργαρίτα με το ερώτημα: “Θάνατος ή ζωή;” Προσπαθεί να απαντήσει: «Κράτα κάτι για όσο χρόνο σε αφήσει». Και αναβαθμίζει ένα απλό  παζλ σε ένα χώρο που κλείνει την οικουμενικότητα της φύσης, αίνιγμα που οδηγεί στο Ένα.  

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Μέσα σε μια ταινία τριγυρνά ένα παιδί





Καμιά φορά θες να ξαναθυμηθείς πως αισθανόσουν όταν έβλεπες ταινίες ως παιδί, όταν γίνεσαι συνένοχος σε ένα φιλμ που αποπνέει την αυθεντικότητα της ελευθερίας. 
Για να ξαναφέρεις τις παλίες μυρωδιές, ανοίγεις παράθυρα σε πολλούς συνθεατές ταυτόχρονα και τους προσκαλείς να τη δουν μαζί του. Θέλεις με λαχτάρα να ξαναενθουσιαστείς όπως τότε.
Ξεκινάς, έτσι, να ζεις την ταινία παρέα με τον εαυτό σου, λίγο πιο κοντούλι, λίγο πιο σε ανάγκη και την οικογένειά σου και όλους τους ανθρώπους που έχεις αντικρύσει. Και ταυτόχρονα και μερικούς γνωστούς σου του παρόντος και του μετά από λίγο.
Τους δίνεις θέσεις που δεν μπορούν να γίνουν άβολες. Προσέχεις να τις κοιτάξεις πριν καθήσουν. Έτσι, διαφανείς και μυρωδάτοι, ο καθένας με τον τρόπο του, άνθρωποι, δανείζονται τα μάτια σου κι εσύ τα δικά σου για να γίνετε συνένοχοι στην απόλαυση.
Παρακολουθείς το έργο αυτό που σε κάνει τελικά να νιώθεις παιδί και ξαφνικά θες να σηκωθείς από αυτή τη θέση και να χοροπηδήσεις λίγο στο σχοινάκι. Ταυτόχρονα όμως ησυχάζεις, γιατί, ξέρεις ότι η φαντασία σου δε θα σε προδώσει, θα αφήσει μια γωνία στο προαύλιο ελεύθερη στο παιδί αυτό να παίξει.
Όλες οι ματιές αυτές είσαι πάντα εσύ και αυτό το φιλμ φτιάχνει το παζλ από το βλέμμα σου…

Πρωτοδημοσιέυτηκε στο site 



Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Άσε το διαφορετικό να μπει



Ένα αγοροκόριτσο που έχει ερωτήματα να απαντήσει, κι αν απαντά κάποια, εμείς εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε για άλλα πολλά. Πείραμα που φοβίζει, εκδοχή που απωθεί, που δε θα το παίζουν τα παιδιά όταν το μάθουν. Το αγοροκόριτσο δεν είναι ομοφυλόφυλη, ούτε η L-word, δε διαθέτει ταμπέλα. Είναι ο τίτλος αυτός ένας ελαφρύς χαρακτηρισμός που χρωμάτισε εκείνα τα κορίτσια που ήθελαν να παίζουν με αγόρια στα μικρά τους.
 Γιατί απλά η φαντασία τους και η εσωτερική τους ελευθερία τους επέτρεπε να μιλούν στους συμμαθητές τους χωρίς απώτερο σκοπό, να αναμετριούνται για πλάκα μαζί τους. Να μη φοβούνται το ίδιο τους το σώμα, κι ας μη διδάχτηκαν ακόμα το όριο μεταξύ του δέρματός τους και του άλλου. Κάτι πρωτόγνωρο τις οδήγησε για μια παράξενη στιγμή να αψηφήσουν τα όρια και να συγχωνευτούν στην ίδια άβολη καρέκλα, θηλυκή και αρσενική πλευρά. Και όπως ενορχηστρωμένα άνοιξε ο δρόμος, έτσι ο Άλλος που προστατεύει ανοίγει μια πόρτα και κλείνει κάτι, σπρώχνοντας λιγάκι στο υπόγειο. Δημιουργείται καινούρια εικόνα στον καθρέφτη, είδωλο στη φύση, με τα ψήγματα του σκοτεινού, που οδηγήθηκε στο υπόγειο, αλλά με χαμόγελο η Λωρ θυμάται ότι είναι πάντα εκεί, στο κουτί που την έχει φυλάξει. Η γυναικεία ταυτότητα διασώζεται, υπάρχει ασφάλεια.
Ένα παιδί ενσαρκώνει το θηλυκό και το γυναικείο ταυτόχρονα, ενώ η μικρή καμπυλωτή αδερφή δοκιμάζει να μουντζουρωθεί υπό τους ήχους αυτοσχέδιας πειραματικής μουσικής και  γίνεται ο αδύναμος καταλύτης για την αποκάλυψη ενός αληθινού ψέματος διπλού ονόματος. Η μικρή Λωρ ως Μικαέλ, ένα μικρό θηριάκι εγκλωβισμένο στο λάθος-όπως νιώθει-σώμα, με ένα γεράκι καρφωμένο στο βλέμμα, ψάχνει την αλήθεια του.
Μοιράζει τη θλίψη του στα αγόρια της παρέας και κρατά το χαμόγελο για το κορίτσι. ξαναγεννιέται δυναμική, κερδίζει το φιλί από μια μικρή γυναίκα, που τόσο της θυμίζει τη μαμά της για να τη διεκδικήσει, την κερδίζει, ή η άλλη την αφήνει να την κερδίσει, με το αζημίωτο φυσικά. 
Υπάρχει λοιπόν κόστος στην ευτυχία δίχως όριο, είναι το μάγουλο που δέχεται χαστούκι από τη μάνα, που θα ‘θελε να χαστουκίσει τον εαυτό της, επειδή η ίδια διάλεξε να αποφύγει να  κοιτάξει την άλλη πλευρά του προφίλ της κόρης της.  Θρηνεί το κορίτσι ένα προνόμιο τρυφερότητας από τη μητέρα της, για το οποίο εισιτήριο θα ήταν να φορέσει εξαρχής ένα μπλε φουστάνι. Θρηνεί και η μητέρα τη φαντασίωση της κόρης όπως την ονειρεύτηκε...Αν και βλέπουν και οι δυο πως τελικά η τρυφερότητα είναι δυνατό να εκφραστεί με ένα δυνατό χαστούκι, για αφύπνιση, από ένα για την κάθε μία. 
Επειδή όμως η μάνα έχει μάθει να παίζει σε ριγκ με ελαστικά σκοινιά, με οπές ελευθερίας, μιλά. Και λέει ότι έχουν αρχίσει μία πορεία σε ένα δάσος που το δρόμο τον σημαδεύουν με ψίχουλα. Στο τέλος της τους περιμένει ο τρυφερός και λίγο σαστισμένος, αβέβαιος πατέρας. Μία ανδρόγυνη οικογενειακή έλλειψη και όχι κύκλος που έχει γίνει από όλα τα μέλη αποδεκτή. Μέσα από την έλλειψη γεννιούνται τα ονόματα που κάνουν τα πλάσματα υποκείμενα.
Δυστυχώς, δεν αποφεύγεται το χλιαρό déjà vu του art indie cinema, με τα χρώματα του Harmony. To ερώτημα φόρος τιμής ή αναφορά αρχίζει και ξεθωριάζει. Είναι κανείς πια στην αναμονή για αλλαγή ύφους σε τόσο όμορφα και με ποιητικές προθέσεις φιλμ…
Τελικά, εκεί μέσα στο δάσος, ένας μικρός άνθρωπος που πριν περίμενε έξω από μια κλειστή πόρτα την ετμηγορία του, γεννιέται μόνος του. Έτσι γεννιέται το υποκείμενο που εμπεριέχει αρμονικα δύο πλευρές, μεσα από ένα μπλε κουκούλι, που δίνει τη θέση του στο κόκκινο φούτερ και στάση ζωής της hard candy Ellen Page. Γυναίκας στη φύση με δύναμη που θυμίζει αμυδρά κάτι από έναν ζεστό πατέρα. 






Διαβάσατε περισσότερο