Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Still got the Blue Valentine…







Ίσως όταν γύρω σου τα πάντα μυρίζουν φωτιά και θυμό, να θες να αμυνθείς μέσα από την ομφαλοσκόπηση και την αναγωγή στο διασπασμένο πυρήνα ενός καθημερινού ζευγαριού, που κάνει βόλτες σε μια πλατεία όμοια με τη δικιά μας. Αυτό το ζευγάρι  μπορεί να σου θυμίζει κάτι, επειδή κάποτε ήσουν εσύ ένα από τα δύο ή και τα δύο μέλη. Μπορεί όμως, αν δεν παρακολούθησες αρκετά προσεκτικά αυτό το στρατευμένο φιλμ για το τι μπορεί να κάνει μια σχέση να θρηνεί καθόλη τη διάρκειά της μια ευκαιρία για ουσιαστική συνάντηση, να βρεθείς μπροστά σε μια δυσοίωνη προφητεία  μελλοντικής ανάμνησης.
Από  την κατάρρευση μιας σχέσης γεννιέται συχνά κάτι, όπως η επιθυμία να ανταλλάξει κανείς συνωμοτικά βλέμματα υποβρυχίου καθρεφτίσματος.  Οι δύο ήρωες μας, όμως, δεν είναι σε θέση να επωφεληθούν αυτής της κατάρρευσης, αλλά διασταυρώνονται συνεχώς, χωρίς να συναντιούνται επί της ουσίας ποτέ. Δύο άνθρωποι που δεν κοιτάχτηκαν στα μάτια αλλά που ο καθένας αντίκριζε τη φαντασίωσή του για το τι σημαίνει «ερωτεύομαι».

Εκείνος ήδη εύθραυστος στη δοτικότητά του, εκ προοιμίου ικανοποιημένος με το ολιγαρκές είναι του, εκείνη παραβιασμένη ζητώντας ένα άνευ όρων καταφύγιο και μια  δικαιολογία να μην επιχειρήσει όσα φοβόταν. Και οι δυο, τελικά,  παραιτημένοι από τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, αν υπήρξαν ποτέ αυτές. Ένας άνθρωπος με τις άκρες των χειλιών προς τα πάνω με μια γυναίκα που δεν εσωτερίκευσε ποτέ αυτή τη σημαντική λεπτομέρεια, με κάτι υπόγεια βαρύ να μαγνητίζει προς τα κάτω την ανεμελιά και το χαμόγελό της, always hurting the ones she loves. Οι γονείς και των δύο ανύπαρκτοι αλλά και τόσο παρόντες, μεταφορείς του φόβου και των δύο να σχετιστούν, αντί για παράλληλα, πρόσωπο με πρόσωπο. 
Ένα παιδί και ένα σκυλί ο απαραίτητος ενδιάμεσος μεταβατικός χώρος μεταξύ τους. Για πρώτη και τελευταία φορά στην αρχή του έργου τους βλέπουμε να ρίχνουν το βλέμμα τους σε έναν κοινό τόπο. Το πτώμα της σκυλίτσας τους μοιάζει με εκείνο της νεκρής τους σχέσης και η τελετουργία της ταφής είναι αναπόφευκτη. Το παιδί, από την άλλη, υποφέρει από το ανεκπλήρωτο αίτημά του να δει να επιβεβαιώνεται ο λόγος ύπαρξής του και η ενότητά του μέσα από την ένωση των γεννητόρων του. Μέχρι ένα σημείο για να μπορέσουν να αντέξουν ο ένας το κενό του βλέμματος του άλλου, χρειάζονταν κάτι που τριγωνικά να τους επιστρέφει  το πολυπόθητο βλέμμα πίσω: ένα παιδί. ¨Όταν όμως παρουσιάστηκε η ματιά αυτή,  έγινε πιο αβάσταχτη από την ίδια την κενότητά τους.
Άντρες, τρίτα πρόσωπα, θυμίζουν  στην ηρωίδα τη  γυναικεία υπόστασή της, ο ένας ενεργοποιεί την υποταγή της και ο άλλος τη σκληρότητά της. Τα θραύσματα των ανεκπλήρωτων ερώτων αυτής της γυναίκας έγιναν φυγόκεντρα οχήματα προς κλουβιά που την απομόνωσαν από κάθε άλλη προσωπική καταξίωση.
Το φουτουριστικό ντεκόρ του ξενοδοχείου, σε ψυχρές μπλε αποχρώσεις,  ειρωνικά πασχίζει να υποσχεθεί ένα μέλλον στους δύο ήρωες, δανείζοντας το πάτωμά του σαν μια στερεή βάση που όμως εκείνοι τελικά χάνουν κάτω από τα πόδια τους. Τελικά, το μπλε ρούχο αυτού του Βαλεντίνου σουρουπώνει πάνω από τα κεφάλια τους και τυλίγεται ασφυκτικά γύρω τους, μπαίνει με τα  γαμήλια τούλια του μπροστά στα μάτια τους. Τους κάνει μυστηριώδεις και απόμακρους και τους προστατεύει από το να επιστρέψει και να ανταποδώσει ο ένας το βλέμμα στον άλλον. Οι κλωστές από τις ματιές τους  τεντώνονταν προς κατευθύνσεις παράλληλες, ίσα που το ένα νήμα κατορθώνει να αφουγκραστεί την ανάσα του άλλου. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο, τα σχοινάκια σπάνε αφού έχουν τεντωθεί ανεπανόρθωτα.
            Μία ευχή για το καλοκαίρι, να συναντηθούν βλέμματα και οι δυο κλωστές που τα ενώνουν  να γίνουν ένα χαρούμενο κουβάρι…


Διαβάσατε περισσότερο